.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Σταύρος Νιάρχος...

ντοκουμέντο για τον μυστηριώδη
θάνατο της Ευγενίας Νιάρχου
ο στόλαρχος πάντα ονειρευότανε τη φρεγάδα
 που είχε κουρσέψει ο παγαπόντης σμυρνιός

(σελίδες 183 184 185)

Εκείνο το πρωί ο Νιάρχος ξύπνησε φοβισμένος, γιατί είχε δεί ένα όνειρο που δεν του άρεσε... Κωπηλατούσε -λέει- πλησιάζοντας σε μιά όχθη, όπου καθότανε μια ασπροφορεμένη γυναίκα, που δεν ξεχώριζε το πρόσωπο της... Καθώς μασουλούσε το Eugeniaπρωινό του, ήθελε να ρωτήσει τον μπάτλερ του  - που παλιά έκανε τον ονειροκρίτη στην Ευγενία - αλλά δίσταζε, για­τί όσο και να του εξηγούσε ότι ήταν καλό όνειρο, θα έβλεπε στην έκφραση του τα κακά σημάδια... Γιατί, φως φανάρι, η βάρκα ήταν η ζωή του και η όχθη το τέλος της... Πήγε ο νους του και στην Ευγενία - τη γυναίκα στην όχθη - που τον περίμε­νε σιωπηλή και ταπεινή, όπως πραγματικά ήταν κι΄όχι όπως την ήθελε αυτός στο αγέρωχο πορτρέτο της...

 Τοοομ...

Μάλιστα κύριε.

Του έγνεψε να τσουλήσει την πολυθρόνα του και του έδειξε την κατεύθυνση που ήθελε να τον πάει, στο γραφείο του, όπου  τον διέταξε να περιμένει στην πόρτα... Άνοιξε με δυο κλειδιά το χρηματοκιβώτιο και έβγαλε ένα μπλε σκού­ρο ντοσιέ, κλείδωσε, κι ο μπάτλερ τον ξανατσούλησε ως τη μόνιμη θέση του, μπροστά στο τεράστιο τζάκι... Έκανε τη συ­νηθισμένη του χειρονομία, ότι ήθελε να μείνει μόνος, κι ο Τομ πήγε και κάθισε με τη νοσοκόμα στο βάθος του καθιστικού, περίεργος πάντα. τι περιείχε το ντοσιέ... Ο γέρος το άνοιξε με τα τρεμάμενα δάχτυλά  του πάνω στα γονατά  κι΄άρχισε να βγάζει χαρτιά. Ήσαν αποκόμματα και φωτοτυπίες... Τα περισσότερα από εφημερίδες της περιόδου 1970 και μετά, όταν είχε πεθάνει η γυναίκα του στη Σπετσοπούλα και οι δημοσιογράφοι είχαν επιπέσει πάνω του σαν πιράνχας, να τον κομματιάσουν...

Ήταν 3 Μαΐου - φοβερή ημερομηνία - του 1970... Πρώιμο κα­λοκαιράκι και οι καλεσμένοι Niarxredτου στη Σπετσοπούλα βρισκόντου­σαν στις καμπάνες τους ή στην παραλία... Η Ευγενία, μανιώδης με το μαγείρεμα, επέβλεπε κάποιο σπέσιαλ φαγητό της στην κουζίνα... Η Τίνα, που την παραφυλούσε από το πρωί ο οικοδε­σπότης, χάζευε ένα  άλμπουμ με φωτογραφίες στο καθιστικό...

Βρήκε ευκαιρία και κάθισε δίπλα της, κάνοντας ότι χαζεύει κι αυτός τις φωτογραφίες... Εκείνη γύρισε και του χαμογέλα­σε, δημιουργώντας λακκάκια στα μαγουλά της... Καθώς τα εί­δε ο Σταύρος, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, την άρπαξε και πριν προλάβει να του αντισταθεί, άρχισε να τη φιλάει με μανία στα μάγουλα... Τον έσπρωξε έκπληκτη:

Τι έπαθες, Σταύρο, τρελάθηκες;

Όχι τώρα, αλλά εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια, από τό­τε που είδα αυτά τα λακκάκια και ήθελα να τα φιλήσω... Αλλά πρόλαβε και σε πήρε από μένα ο κωλοσμυρνιός και μετά η κρυφα- δερφή... Αλλά τώρα ήρθε η στιγμή, κοριτσάκι μου, να σε απο­κτήσω...

TinaOnasiΠραγματικά τρελάθηκες, γιατί ξέρεις ότι δεν είμαι πια το κοριτσάκι του «Πλάζα», αλλά σαράντα ενός χρονών γυναίκα... Έχω δυο μεγάλα παιδιά κι εσύ τέσσερα και είσαι άντρας της αδερφής μου...

Αυτής της κάργιας - είπε - και την ξανάρπαξε φιλώντας την άτσαλα, σαν σχολιαρόπαιδο...

Ακούστηκε μια στριγγλιά... Ήταν της Τζένης, που τους έ­φερνε μεζέ στο πιάτο... Της έπεσε στο πάτωμα, έκανε μετα­βολή βάζοντας τα κλάματα και έτρεξε στις σκάλες που οδη­ γούσαν στους κοιτώνες... Κι ενώ η Τίνα είχε μείνει στήλη άλα­τος, ο Νιάρχος πέταξε μια βλαστήμια στα θεία κι έτρεξε να προλάβει τη γυναίκα του, αλλά εκείνη είχε κλειδωθεί κιόλας στην κρεβατοκάμαρα της...

     Βρε κουτό, ένα αστείο κάναμε, της φώναζε απ' έξω, αλ­λά η Τζένη έσπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά της και έκλαιγε.

Ο άντρας της άνοιξε με πασπαρτού και τη βρήκε μπρούμυ­τα στο κρεβάτι να ξεφωνίζει υστερικά.

Καλά εσύ, παλιάνθρωπε, αλλά η αδερφή μου;

Δεν φταίει η Τίνα, Τζενάκι μου... Εγώ της έκανα ένα α­στείο...

Ποιό αστείο, παλιάνθρωπε; Λες και δεν σε βλέπω εδώ και τόσα χρόνια να σου τρέχουνε  τα σάλια... Έννοια σου και θα το πω σε όλο τον κόσμο, να εξευτελισθείς...

Η γυναίκα του προσπάθησε να τον γρατσουνήσει με τα νύ­χια της, την απέφυγε και σπρώχνοντας την πέταξε στο κρεβά­τι.

   Καλά, θα σου περάσει, της είπε, κι έφυγε βροντώντας την πόρτα τόσο δυνατά, που ακούστηκε ως κάτω.

Στο καθιστικό δεν ήταν η Τίνα, ούτε κανένας άλλος, μόνο κάποια σκιά καμαριέρη στο παράθυρο, που δίσταζε να μείνει ή να εξαφανιστεί κι αυτός με τους άλλους, που προβλέποντας θύελλα είχαν αποσυρθεί στη κουζίνα.

Ο Νιάρχος έπινε και βλαστημούσε, εξακόντιζε και κανένα ποτήρι στον τοίχο... Τι μέρα κι αυτή... Από το πρωί είχε τον πρώτο καυγά με τη γυναίκα του, που δεν ήθελε να φιλοξενή­σουν στο νησί το «μούλικο» της Φορντ και να πριν λίγο το επει­σόδιο, που ασφαλώς θα είχε συνέχεια, γιατί η Τζένη πίστευε ότι ο άντρας της είχε σχέσεις με την αδερφή της...

Πριν συνεχιστεί η εξιστόρηση των γεγονότων που ακολού­θησαν τη νύχτα της 3ης Μαΐου 1970, για να φτάσουμε στον τραγικό θάνατο της Ευγενίας Νιάρχου, πρέπει να γίνει η μεγά­λη αποκάλυψη, που ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν ή γνωρίζουν. Γιατί αυτά που προηγήθηκαν (ερωτικό ξέσπασμα του οικοδε­σπότη στην κουνιάδα του με αυτόπτη μάρτυρα τη γυναίκα του) δεν ήσαν αποκυήματα φαντασίας του συγγραφέα, αλλά...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Μεταφορά στη σελίδα
« προηγούμενη σελίδα 1 2 3

προστέθηκε στις: 19 Μαρ 2005

 

[ επιστροφή στις βασικές θεματικές κατηγορίες ]

 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster