.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Θανάσιμο χάρισμα

 οδοιπορικό  στη μεταλλαγή  του νησιού που πέρασε  από τις Σουηδέζες τουρίστριες , τα καμάκια και τους γυμνιστές, στους γάμους των γκέι και στο χορό του έητζ...  μνήμη  Μάριου Τάρτα  που ο Χέλμουτ Μπέργκερ τον θεωρούσε σύγχρονο γιό του Δία και της Σεμέλης

 

MTARTASNUREYEVR

Το οδοιπορικό  της ηδονής και του θανάτου,  ανάγεται στην εποχή που οι εικονιζόμενοι Χέλμουτ  Μπέργκερ (δεξιά- διάσημος ηθοποιός του Βισκόντι) και ο Έλληνας Μάριος Τάρτας  φίλος της περιώνυμης Γκούτσι, ξεκαλοκαίριαζαν μεταξύ Μυκόνου και Τήνου με επίσης διάσημους γκέι, όπως τον Ρούντι Νουρέγιεφ (αριστερά, στη κρεβατοκάμαρά του και δεξιά στο αεροδρόμιο, προς την θαλαμηγό του Ωνάση) τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, τον Μπίλι Μπο και μετρ της ραπτικής, των κομμώσεων και της ομοφυλόφιλης ηδονής...Τη φωτογραφία, μου την έδωσε ο Μάριος λίγους μήνες  πριν πεθάνει από ειτζ και μου είπε: Κάποτε γράψε για μένα, που ρούφηξα την ηδονή ως τη τελευταία σταγόνα..

Το ντοκουμέντο-διήγημα, που ακολουθεί,  το έγραψα όταν η θανατηφόρος νόσος του έιτζ άρχισε να θερίζει και τα καμάκια της Μυκόνου

θανάσιμο χάρισμα...

Αυτό το χάρισμα που΄δωσε η φύση στο κορμί μου, υπήρξε για αρκετά χρόνια το βιοποριστικό μου εργαλείο. Όταν ο πατέρας μου με τσάκωσε, παιδόπουλο, να το μαλάζω, μου άστραψε ένα γερό χαστούκι και μου΄πε:  "Ρε όρνιο, αυτό το μαραφέτι δεν είναι για να το παίζεις, αλλά για να κατουράς και να κανονίζεις τις γυναίκες όταν μεγαλώσεις... Τ΄άκουσες;" "Το άκουσα.."  Η μάνα μου, που σταυροκοπήθηκε καθώς εκείνος της ψιθύρισε κάτι στ΄αυτί, ήρθε κοντά μου και μ΄αγκάλιασε, όσπου να του περάσει ο θυμός.Γρήγορα όμως ξεθύμανε και καθώς είχα σταματήσει να μυξοκλαίω, με κοίταξε περήφανα. Αυτό το έκανε τώρα τελευταία, τα πρωινά, όταν κοιμόμουνα ανάσκελα κι΄έβλεπε το σεντόνι μου τσαντίρι... Καμάρωνε κι΄άκουγα να λέει στη μάνα μου «πρέπει να τον πάω σε γυναίκα ». Εκείνη η καημενούλα δεν ήξερε τι να πει, μόνο κοίταζε με λοξή ματιά το τεντωμένο σεντόνι μου κι΄εκείνος έφευγε με τουπέ, προσθέτοντας: « θά ΄μαι στο καφενείο ».Ο πατέρας ήταν σοβατζής κι΄όταν δεν εύρισκε μεροκάματο την άραζε πρωί κι΄απόγεμα στον καφενέ, παίζοντας πρέφα, αλλά τώρα τελευταία είχε θεριέψει το κουμκάν. Ο καφετζής δεν έδινε ούτε λιγδιασμένη τράπουλα για κολτσίνα και τα πατροπαράδοτα παίγνια. Ήμουνα στρατιώτης όταν κατάλαβα αυτή τη μεταλλαγή στη ψυχαγωγία και στο τζόγο. Συγκεκριμένα, σ΄ένα κρεβάτι στο θάλαμο ασθενών, με χούφτιασε ξαφνικά κάτω από τη κουβέρτα ένας κουνοκώλης νοσοκόμος, τάχα πως μου βάζει τη πάπια... Και πάνω στο πυρετό μου τον άκουσα να μου λέει λιγωμένα:  παίδαρέ μου πρόοδος, το κουμκάν αντικατέστησε την ξερή και το τσιμπούκι το τσιγάρο... Ολη νύχτα με το΄να χέρι μου βαζε κομπρέσες και με τ΄άλλο με μάλαζε στα σκέλια, χώνοντας το μουσούδι του κάτω από το σεντόνι, σαν κυνηγιάρικια σκύλα για να πνίξει το κουνέλι, ποιό  κουνέλι; κοτζάμ λαγός.

Ψηνόμουνα στο πυρετό αλλά αυτός παραποιούσε το πινάκιο για να μη με μεταφέρουνε στο 401 και με χάσει...Ευτυχώς με σώσανε τα αντιβιωτικά, έπεσε ο πυρετός, αλλά είχα καταντήσει τόσο αδύναμος που μου δώσανε αναρρωτική άδεια. Την τελευταία νύχτα ο τύπος μισόκλαιγε κι αγωνιζόμουνα να ξεμπλέξω τη χούφτα του από το σώβρακό μου, ώσπου μαζεύοντας δύναμη του δωσα μια μπουνιά στη μούρη κι΄έτσι γλίτωσα το αποχαιρετιστήριο βύζαγμα... « Παίδαρέ μου σε χάνω » κλαψούριζε κι ευτυχώς που ο διπλανός μου ροχάλιζε...

Οταν έφτασα στο σπίτι, η μάνα μου άρχισε να σταυροκοπιέται, όπως μπροστά σε εικόνα εξαυλωμένου όσιου. Με καλωσόρισε κι η χήρα, η μόνη που κατάλαβε ότι προερχόμουν από σεξουαλικό μαρτύριο. Με μπουκώνανε συκώτι και τηγανίτες με μέλι, ο πατέρας έφερε και κόκκινο κρασί. Δώσ΄ του φαγοπότι και ύπνο, καρδάμωσα κι εκεί που ετοιμαζόταν η χήρα να με περιλάβει, να ο Αποστόλης, ένας συνάδελφος με το απολυτήριο στο χέρι.

 - Ρε συ, μου ψιθύρισε, η πλατεία Συντάγματος έχει πλημμυρίσει τουρίστριες! Φύγαμε;

 - Πού να πάμε, συνάδελφε;

  Κοίταζα τη φάτσα μου στο καθρέφτη της ντουλάπας, δεν μου γέμιζε το  μάτι ...Ούτε αψηλός, μήτε μπρατσωμένος, αλλά όχι και   κακομούτσουνος , για πέταμα, συμπαθητικούλης ήμουνα, εξ άλλου το βλεπα στις ματιές των κοριτσιών...

 - Ρε συ, μου λέει ο Αποστόλης, ο άντρας δεν μετράει στο μπόι και στην ομορφιά, αλλά εκεί που πρέπει...

 Καλά, ο βλάχος ήταν άφταστος στο πίτσι-πίτσι, μου πήρε κάτι δανεικά κι αγύριστα και μου΄ πε: θα με βρεις στο Σύνταγμα, πέριξ Ζαβορίτη...

 Γύρισα στο στρατώνα, ο Πίπης είχε μετατεθεί στο 401. Ποιός τη χάρη του, με τη πάπια να ψάχνει  μουστερήδες. Οι αποτέτοιοι είναι πανέξυπνοι, αντίθετα μ΄αυτούς που τους βολεύουνε. Όπως με τους δίμετρους που βασίζονται στο μπόι τους και τους ζουμπάδες, που το μυαλό τους παίρνει στροφές για να εξουδετερώσουνε το κουσούρι τους.Κάνω αυτή τη παρένθεση γιατί θυμάμαι τη μαγκιά που μού΄χε παίξει ο Πίπης και πως σκέφτηκε να μ΄εκδικηθεί για την αποχαιρετιστήρια μπουνιά μου. Εκανε θελήματα στην οικογένεια του συνταγματάρχη και πριν φύγει ξεφούρνισε στις δυο χοντροκώλες θυγατέρες του ότι υπήρχε ένα «εξαίσιο» χάρισμα στο κορμί μου ...Εκείνες οι λυσσάρες ψήσανε τον πατέρα τους να με πάρει για ορντινάτσα κι΄αμέσως βάλθηκαν να το διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια, στην αρχή εξ επαφής...Με στριμώξανε για κουμκάν και κάτω από το τραπέζι με πασπατεύανε Τί να κάνω; Ψάχνετε για τον μπαλαντέρ», αστειεύτηκα. Αυτό ήτανε, μου ορμήσανε, μου κατεβάσανε το φερμουάρ κι αρχίσανε τα μαρτύριά μου, όπου πήρε είδηση ο γαλονάτος και μ΄εξόρισε στους απόπατους...

fadaros Η φήμη μου όμως είχε εξαπλωθεί και καταφτάνανε όλοι οι ανώμαλοι, εθελοντές, να ξεσκατώσουνε την Καλλιόπη κι εγώ να κάθομαι...Μου βγάλανε και παρατσούκλια, όπως παίδαρος,γουδοχέρι και τα τοιαύτα... Μια μέρα ξανακοιτάχτηκα στο καθρέφτη κι αναθάρρησα, γιατί μπορεί να μην είχα φάτσα Αλέν Ντελόν, αλλά και κορμί αίλουρου διέθετα και πιό όμορφος ήμουνα από κείνο τον αυτιά τον Φρανκ Σινάτρα... Και καθώς όλοι οι συνάδελφοι με κοιτάζανε με ζήλεια, σκέφτηκα πως έλειπα από τη συλλογή φαντάρων του Τσαρούχη, ίσως γιατί δεν είχε φτάσει η φήμη μου σ΄αυτόν...

Απολύθηκα. Στο σπίτι με περίμενε καινούργια κοστουμιά και χαρτζιλίκι από τη χήρα:γυναικάρα μέχρι κει πάνω:που έπεσε στα πόδια μου και μου ταζε να πουλήσει ένα χωράφι για να με ταίζει καρύδια και μέλι και να μου αγοράσει και μιά Χάρλει,το ανεκπλήρωτο εφηβικό μου όνειρο. Σε λίγες ημέρες με είχε ξεκάνει, απόκανα ...

 Ηταν αρχές καλοκαιριού, σκέφτηκα τον Αποστόλη. Βουρ για το Σύνταγμα, ψάχνω σ΄ένα τουριστικό γραφείο και στη πιάτσα κολώνα, εδώ ναι το στέκι του  μου λένε, αλλά έχει πάρει στο ντορό ένα γκρουπ περί την Ακρόπολι και Πλάκα... Γνωρίζομαι με κάτι άλλα παιδιά, γινόμαστε φιλαράκια και που με χάνεις, που με βρίσκεις, πίσω από γυμνόπλατες τουρίστριες, « ντου γιού λάικ μις δι γκρις » και τα τοιαύτα...Μια ξανθιά μου κουνάει την ουρά της σαν σκύλα, την παίρνω στο κατόπι και βρίσκομαι στη Μύκονο, ένα ξερονήσι χωρίς πράσινο, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκουνε οι ξένοι...Εκεί κάνω κι΄άλλα φιλαράκια, που φοράνε μαγιό με κρυφή ενίσχυση, ενώ εγώ κολυμπάω με σορτσάκι, γιατί ντρέπομαι, έτσι αχαμνός που είμαι, να κουβαλάω τόσο βάρος στα σκέλια...Οι μάγκες με ατενίζουν αφ΄υψηλού, που λένε, αλλά όταν μια μέρα με βλέπουνε ολοτσίτσιδο, τους κουφαίνω θά λεγα, αλλά τότε δεν είχε βγεί αυτή η έκφραση...Ούτε το μεγάλος, που ταίριαζε απόλυτα σε μένα...

 Ενας αψηλός μπρατσωμένος,αρχηγός της παρέας, με κοιτάζει με δέος. « Του μαραγκούλιασες τα μούσκουλα » μου λέει ένας άλλος φίλος, ο Τζίμης. Κι΄ένας Θωμάς – Τομ θέλει να τον φωνάζουμε – με συμβουλεύει να μη ξαναδείξω το πουλί μου γιατί θα τρομάξουν οι τουρίστριες...Του πουλάω τουπέ: 

- Σε μένα το λες ρε κομπλεξικέ, που έτσι και το εκθέσω σε δημόσια θέα, θα γίνει λαικό προσκύνημα!

Του λοιπού αρχίζω να καταλαβαίνω ποιός είμαι! Όσοι πόντοι μου λείπανε σε ύψος  τους παίρνω από το μαραφέτι μου... Εξιστορώ στα παιδιά τα παθήματά μου με τον Πίπη και τις κόρες του συνταγματάρχη, λιγώνονται στα γέλια – εκτός από τον παίδαρο...Μέρα με τη μέρα τα φιλαράκια παραδέχονται την υπεροχή μου  ανάμεσά τους, μου φέρονται σαν να είμαι αρχηγός τους... Γκόμενες λοιπόν, γλέντια, πηδήματα, μάσες, ξάπλες κι΄ο καθένας καμακώνει για πάρτυ του, αλλά κι΄ο ένας για τον άλλονε, σαν τους Σωματοφύλακες. Εγώ είμαι ο Ντ΄Αρτανιάν! Ζωή ανέμελη κάτω από τον ήλιο την ημέρα, στα μπαράκια και ταβερνάκια το βράδυ, ίσως μίζερα, γιατί δεν είχαν έρθη τα εμβάσματα:παριστάναμε τους φοιτητές...

 Μάγκα, λέει ένα πρωί ο Θωμάς, που θέλει να τον φωνάζουμε Τομ, το ξέρεις πως υπάρχει  μια παραλία που κάνουνε μπάνιο ολοτσίτσιδοι; Γυμνιστές τους λένε, Mykonos4πάμε; - Φύγαμε... Τα φιλαράκια δεν μας ακολουθούν, γιατί μόλις ξεγυμνωνόμαστε, θα φαινόταν η υπεροχή μου... Εκεί να δεις τη πλάκα: Μόλις παρουσιάζομαι όπως με γέννησε η μάνα μου, όλοι οι τσιτσιδωμένοι παθαίνουνε τη μούγκα  τους και πού σε πατέρα να τινάξεις τη μπάνκα, εννιά αχρωμάτιστα και οι τέσσερις άσσοι!  Γίνεται ψίθυρος, βαβούρα, αναταραχή, το έλα να δεις για τις ξέκωλες κι΄ εγώ  στη μέση, ντρέπομαι... Σκεπάζομαι με τη πετσέτα, φεύγουμε...

Στο γυρισμό με το τρεχαντήρι,  αναρωτιέται ο Τομ πως και μ΄αντέχουνε οι γυναίκες και του εξηγώ, ότι όλες τους είναι: σαν τις Στυμφαλίδες όρνιθες, που πέσανε να κατασπαράξουνε τον Ηρακλή. Ο άσχετος νομίζει ότι μιλάω για τον καφετζή: « Ο Ηρακλάκιας αποκλείεται, γιατί του πηδιόταν η γυναίκα του ένεκα ελλείψεως προσόντων νυκτός...». Με πιάνουνε τα γέλια, ρε πού κατάντησα, με κάτι φίλους κούτσουρα απελέκητα, που δεν έχουν ιδέα για τους βαρβάτους αρχαίους ημών προγόνους, που ποζάρανε γυμνοί στους γλύπτες...Εγώ , βλέπεις, μπορεί να ήμουνα μόνο της τρίτης γυμνασίου, αλλά διάβαζα και κανα βιβλίο...Χωνόμουνα και στα σινεμά, όταν έβλεπα να παίζει Τζέιμς Ντιν, Μάρλον Μπράντο, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέρεκ Μπόγκαρτ...Τέτοιοι ηθοποιοί μου παίρνανε την ψυχή...

platimeplati Οι μέρες κάτω από τον καφτό ήλιο και την αρμύρα της θάλασσας κυλούσαν ανέμελα και η Μύκονος αθώα και ανυποψίαστη...Γιατί ακόμη δεν είχαν ανοίξει οι ασκοί του Αιόλου που θα ταρακουνούσαν το γραφικό νησάκι και οι παιδαράδες του αντί να ρίχουνε δίχτυα για ψάρια, θα καμάκωναν τουρίστριες κι΄αργότερα πούστηδες... Μήτε το΄χα καταλάβει πως άρχιζε η μεγάλη μεταλλαγή, σε μια προσεισμική περίοδο, όπως στ΄αρχαία χρόνια, όταν καταποντίστηκε η Σαντορίνη – Ατλαντίδα, δεν ξέρω πως ακριβώς τη λέγανε, αλλά σίγουρα Σόδομα και Γόμορρα σαν τη Μύκονο θά τανε...

 Με το χάρισμα λοιπόν που με είχε προικίσει η φύση, βολευόμουνα, όπως ο ασπριτζής πατέρας μεροδούλι-μεροφάι που ΄λεγε...Με τη διαφορά πως εκείνος τάιζε μερικά στόματα, ενώ εγώ δεν φρόντιζα παρά τη δική μου μόνο βόλεψη...Τί βόλεψη, δηαλαδή,πως να ξεκαλοκαιριάσω στα σκέλια κάποιας τουρίστριας και το χειμώνα, πάλι στο τσουκάλι της μάνας μου και στο χαρτζιλίκι της χήρας...

 Τέλη καλοκαιριού, με τα πρωτοβρόχια, οι ξένες παίρνανε τις βαλίτσες και τα σακίδια και επιστρέφανε κατά το βοριά, για τα πανεπιστήμια, για τα γραφεία... Τότε τό ριχνα στη φιλοσοφία κι΄έλεγα στα ξέμπαρκα κι΄άστεγα φιλαράκια: Μάγκες το παρακάναμε, ως πότε θα καμακώνουμε...Γιατί, πεταγότανε κάποιος, μήπως στερεύει η θάλασσα από ψάρια και χταπόδια; Δεν στερεύει, αλλά θα μας ξεζουμίσουν οι λυσσάρες, δεν θ΄αντέξουμε στον αιώνα τον άπαντα... Αυτά λέγαμε στο κατάστρωμα, στην επιστροφή, κι΄εγώ χάζευα τους γλάρους που ακολουθούσανε το καράβι ώσπου να ορμήσουνε στ΄αποφάγια κι όσο πλησιάζαμε στον Πειραιά να νιώθω κι΄εγώ σκουπίδι για πέταμα...Πως θ΄αντίκριζα και τον πατέρα μου, άφραγκος,ώσπου να καλοπιάσω τη χήρα και ν΄αρχίσει το χαρτζιλίκωμα...Κι΄η μάνα μου, που όλο της έλεγα φούμαρα πως θα πιάσω τη καλή, μ΄αγκάλιαζε με τη στοργική ματιά της. Καλά να σαι παιδί μου κι΄έχει ο Θεός! Ποιός Θεός ρε μάνα, σκεφτόμουνα, καθώς έβλεπα κάποια πλουσιόπαιδα με τα σέα και τα μέα τους, να κυκλοφορούν γκόμενες-κανόνια Σύνταγμα-Κολωνάκι και τις νύχτες να τα σπάνε στα μπουζούκια, που εμείς δεν τολμούσαμε να μπούμε...Τί γκίνια, εμένα να μου χει τύχει πατέρας σοβατζής και μάνα μοδίστρα που δεν μπορούσε να ράψει ένεκα τα αρθριτικά...

 Τι τα σγαρλεύω τώρα, σαν τον κόκορα τις κοτσιλιές του, αλλά πως μπορώ να ξεχάσω ότι ανέκαθεν ζούσαμε σε μιαν αυλή, χαμοκέλα το σπίτι μας από πλίθρες...Ο πατέρας έφευγε κάθε πρωί με μια ταβανόβουρτσα κι΄ένα τενεκέ, αλλά δεν εύρισκε συχνά μεροκάματο. Κατέληγε στο καφενείο και η μάνα μου σκυφτή στη χειροκίνητη Σίνγκερ να στραβώνεται για να πληρώσουμε τα βερεσέδια μας... Μοναχοπαίδι ήμουνα, χαιδεμένο, και με το στανιό πήγα τρεις τάξεις στο γυμνάσιο και μετά, γκομενιλίκι με κάτι μισότριβες στη συνοικία κι΄ο ασπριτζής να μου φωνάζει "πασαλείμματα ρε ζωντόβολο, μπας και γκαστρώσεις καμιά και τότε αλίμονό μας"... Με τσάντιζε ο γέρος, γιατί δεν τήραγε τη στραβωμάρα του, που ούτε ελαιοχρωματιστής δεν είχε καταφέρει να γίνει...Ητανε καρδιακός βλέπεις, τρέμανε τα χέρια του, όπως τα φυλλοκάρδια της μανούλας μου...« Το παιδί και το παιδί » και τη φραγκοράφτρα έκανε για να΄χω κοστουμάκι Τρία Δέλτα στην ούγια κι΄όχι ντρίλινο σαν του πατέρα... Στη γειτονιά οι συνομήλικοί μου κάποια τέχνη μαθαίνανε, εγώ που ν΄ακούσω για συνεργείο ή μηχανουργείο, ούτε στο Προμηθέα δεν πήγα που ήθελε ο πατέρας. Όταν τελειώσω το στρατιωτικό, έλεγα, θ΄ανακατευτώ με το εμπόριο, θα φοράω κοστούμι και γραβάτα. Σιγοντάριζε κι΄η μάνα: Όχι στη μουτζούρα και στο μηχανέλαιο ο δικός μου γιός!

Από τη πρώτη μέρα που με πήγε ο πατέρας στο μπουρδέλο, η πρώτη που με δίδαξε τι εστί κεχρί, άρχισε να κελαιδάει σαν καρδερίνα κι΄εγώ πιάστηκα φλώρος στον καπατσέ...Είχε μεγάλη πλάκα, γιατί ενώ ο πατέρας πλήρωσε το ξεπαρθένεμά μου, η παστρικιά μου χωσε στη τσέπη ένα χαρτονόμισμα και μου πε: Ν΄ανάψεις αγόρι μου ένα κερί στην εκκλησία για το αμαρτωλό κορμάκι μου και να ξανάρθεις, χωρίς τον γέρο σου, θα σε περιμένω εξάπαντος... Αυτό λοιπόν ήτανε το ξεκίνημά μου και πάλι καλά που δεν εξελίχτηκα σε αγαπητικό! Να όμως που με μπάνισε η χήρα να λούζομαι. « Παναγιά μου ένα παιδί » πλάνταξε και μ΄έμπασε στη κάμαρή της για να μου δοκιμάσει μια αφόρετη – έτσι μου΄ πε – φορεσιά του μακαρίτη... Ενα παραθυράκι μας χώριζε, πατούσα στο πεζούλι και τσουπ στο κρεβάτι της σμιχτοφρύδας, που μ΄άρπαζε στα μπράτσα της σαν κεφαλοκλείδωμα Τζι Λόντου κι΄αναγκαζόμουνα να της κλείνω το στόμα για να μην ακούγονται στην αυλή τα αγκομαχητά της... Δεν λέω, καλά πέρασα, αλλά με τις τουρίστριες ήτανε καλύτερα, γιατί είχαμε το προνόμιο επιλογής σαν τους ψαράδες, που κρατούσανε από τα δίχτυα τους το πρώτο ψάρι και πετούσανε στη θάλασσα το δεύτερο...

 Είχαμε κι΄ένα φοιτητή στη παρέα, το Μηνά, από κείνους που όλο χρωστούσανε μαθήματα και ποτέ δεν φτάνανε στο δίπλωμα. Θα εξελιχθώ σε συνδικαλιστή κι΄αργότερα σε πολιτικό, έλεγε με αυτοπεποίθηση. Σίγουρα με ζήλευε, γιατί δεν είχε εργαλείο σαν το δικό μου, αλλά προσπαθούσε να επιβληθεί σ΄εμάς τα  «ημιμαθή όντα», όπως μας αποκαλούσε, με τις θεωρίες του. Συνήθως έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια και τα ίδια, που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη μου και τα παπαγαλίζω καμιά φορά εξ ακοής και συνηθείας: « Με τις γυναίκες φτάνουμε ως την ακατάσχετη Mykonos6φιληδονία, λαγνεία και διαστροφή, ως την πλήρη πώρωση που κατακλύζει το μυαλό μας, που υποδουλώνεται απόλυτα στη σάρκα...»  Λέγε κι΄άλλα δόκτορα να εξυψώνεται το ηθικό μας, τον προκαλούσαμε κι΄ εκείνος συνέχιζε:   Και δεν είναι μόνο η γλύκα και η ηδονή, αλλά και η ικανοποίηση ότι έρχονται κουκλάρες από τα πέρατα του κόσμου για να τις βολέψουμε. Λίγο είναι αυτό, ρε κοπάνια, αν σκεφτείτε ότι η γενιά του πατέρα μας και των παππούδων μας, είχε ρέψει στη μαλακία ή πηδούσε στο μπουρδέλο, ενώ εμείς ξαπλάρουμε σε κρεβάτια πέντε αστέρων...  Δηλαδή βρισκόμαστε στον Παράδεισο, πεταγόταν ο Γιώργος ο Ζουμπάς, που ήτανε το πρώτο του καλοκαίρι στο νησί, της προσκολλήσεως ακόμη, όπως ένα κουτάβι... Κι΄εμείς, χασαπόσκυλα αργόσχολα, χωρίς αφεντικό, που γυροφέρναμε τις  σκύλες πολυτελείας... Κι΄ο Γιώργης ο Ζουμπάς, σκυλάκι άτολμο κι αχαμνό ακόμη... Ενώ εμείς, σκύλαροι...

Εκείνο τον καιρό η Μύκονος ήταν ο Παράδεισός μας. Σουηδέζες, Δανέζες, Αγγλίδες, Αμερικάνες, διάλεξε και πάρε, έμπα κι΄έβγα, μήτε προφυλαχτικό δεν opisthioπρολαβαίναμε να βάλουμε, νιώθαμε σαν τον βασιλιά ήλιο που αναζωογονούσε ότι φώτιζε...Κι΄όμως τέλη καλοκαιριού, όταν άρχιζε να μικραίνει η μέρα, εγώ τουλάχιστον πλακωνόμουνα από μελαγχολία και αβεβαιότητα, για να μη πω φόβο, για το φθινόπωρο που θα το ακολουθούσε ο χειμώνας...Έτσι αμπελοφιλοσοφούσα πάντα, ακόμη και για τους νησιώτες, που είχαν όμως μαζέψει σοδειά για τους μήνες της βροχής και του κρύου. Θ΄αράζανε στις φωλιές τους σαν προνοητικά μερμηγκάκια, ενώ εμείς για τίποτα δεν είχαμε προβλέψει...Το μέλλον μας ήτανε κάτι το άγνωστο για όλους εμάς τους κηφήνες, που κάθε καλοκαίρι φουσκώναμε σαν μπαλόνια και ξεφουσκώναμε το χειμώνα, λόγω έλειψης αέρα, δηλαδή τουριστριών...

- Αλλοι όμως στην ηλικία μας φροντίζουν για την αφεντομουτσουνάρα τους, αλλά και για την πατρίδα!

 Είχε πετάξει πάλι τη κοτσάνα του ο Θωμάς, που είχε υπηρετήσει στα υποβρύχια κι΄επειδή κρυφόβλεπε, τον φωνάζαμε μπανιστήρι, αλλά αυτός έλεγε πως του χε μείνει το συνήθιο από το περισκόπιο... Ποιό περισκόπιο ρε, γελούσε ο αρσιβαρίστας, αυτό που σε βάζανε να το γυαλίζεις; Τέτοια λέγαμε, ανάσκελα στις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα, παριστάνοντας επιβάτες πρώτης θέσης, αλλά κανένας δεν ενδιαφερότανε ποιοί είμαστε και που πάμε... ΄Ενας μαλάκας περνούσε με το τρανζίστορ στη διαπασών, μια γυναικούλα προσπαθούσε να συμμαζέψει το άτακτο μυξάρικό της, πολλά γυναικόπαιδα στο πλοίο, που πιανε και σε άλλα νησιά... Αγονος γραμμή που λένε, αλλά πιό άγονοι εμείς... Τέλος εποχής για τους παραθεριστές και για το καμάκωμα... Δεν είχα όρεξη να μιλάω, να βλέπω, ν΄ακούω, αλλά το Περισκόπιο με τσίγγλαγε: Ακουσες τι σου΄ πα; Αλλοι είναι οι ξύπνιοι! Να, εκείνοι οι δυό με τις Γερμανίδες, που έχουνε και καμπίνα.

– Χαρά στο πράμα...

Ο Θωμάς γητεμένος από τους δυο γνώριμούς του, εξακολουθούσε να τους εκθιάζει:  Μορφωμένα παιδιά, φοιτητές στη Γερμανία...Μου είπανε σπουδαία λόγια για τον σοσιαλισμό και τη νέα τάξη πολιτικών που πρέπει να σβύσει από το χάρτη τους παλιούς προσκυνημένους... Μεγάλη μόρφωση σου λέω, ανανεωτικές ιδέες!

- Σαχλαμάρες... Εγώ άκουσα ότι υπάρχουν κάτι τέτοιοι φοιτητές αραγμένοι σε ελληνικά καφενεία και παίζουν μπαρμπούτι με τα μάρκα που τους φέρνουνε κάποιες χαμουρόξανθες...Βγάζουνε και λόγους για εγγραφές μελών προς σωτηρίαν της πατρίδας...Εγώ ξέρεις τί κατάλαβα; Ότι αυτοί οι νεοσωτήρες πασχίζουν να σώσουν τα τομάρια τους... Πριν πάρουνε δίπλωμα και βγάλουνε ψωμί, θέλουνε να φάνε το δικό μας...Ούστ οι παγαπόντηδες...

- Αυτοί τουλάχιστον, έχουνε τη γνώση στο κεφάλι κι΄όχι στα μπατζάκια τους...

 – Δε με χέζεις Περισκόπιο! Κάθε τέλος εποχής κι΄όλο κάποια μαλακία θα πετάξεις...

 – Εγώ πήρα την απόφαση και θα οργανωθώ μαζί τους, είπε ο Θωμάς και σήκωσε το χέρι του για ν΄ανταποδώσει από μακριά τη χαιρετούρα τους...


Μεταφορά στη σελίδα
1 2 » επόμενη σελίδα

προστέθηκε στις: 16 Απρ 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster