.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ - ΒΕΓΓΟΣ - ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ


Μάνος μενόμενος!

ο Μάνος Χατζιδάκις μου είχε δώσει συνέντευξη στις 25 Απριλίου 1963 και ο Μίκης Θεοδωράκης, ακολουθεί μετά δυο ημέρες.

  κατακεραυνώνει την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων συναδέλφων του, που τους αποκαλεί μουζικάντηδες και εμπόρους  κακής μουσικής. Ο Μίκης μιλάει περισσότερο για την Μικρή Ορχήστρα Αθηνών. Και οι δυο συμφωνούν ότι ανατέλει νέα εποχή για το  ποιοτικό ελληνικό τραγούδι, που ήδη αρχίζει να λάμπει διεθνώς.

25  Απριλίου  1963

ΧΑΤΖ.:        Σοϋ  χρωστάω   μια αποκλειστι­κή  συνέντευξη   έδώ   και   πέντε   χρόνια, μοΰ εiπε ό  Μάνος  Χατζιδάκις,  καθώς  πίναμε   τα   καφεδάκια   μας   στην   πλα­τεία    Κολωνακίου,    οί    δυό    μας    και  ό   βαλκανιονίκης    τοΰ   στίβου   Γιώρ­γος   Τσακανίκας. Το θυμάσαι;

ΛΙΜΠ.: Αν θυμάμαι λέει; Ήταν τρεις ή ωρα τά μεσάνυχτα, καλοκαιράκι και συναντηθήκαμε μεταξύ aνθοττωλείων και «Μεγάλης Βρετανίας». 'Εσΰ διέσχιζες πεζή την άσφαλτο κ' έμείς, μια εϋθυμη συντροφιά σ' ένα ανοικτό αυτοκίνητο, σιγοτραγουδοΰσαμε την πρώτη σου μεγάλη επι­τυχία, πρϊν γίνη ακόμη καραμελλϊτσα στο στόμα του κοσμάκη, τον « Ιλυσό». Κάποιος, που καθόταν δίπλα μου, σε έδειξε και είπε: «Να αυτός είναι ό συνθέτης του τραγουδίού πού λέμε». Πετάχθηκα όρθιος στο κάθισμα και έβαλα τις φωνές από ενθουσιασμό : «Γεια σου Χατζιδάκι, άγνωστε φίλε μας. Σέ λατρεύ­ουμε. Σέ λίγο θα σέ λατρεύη ολό­κληρη ή Ελλάδα, ολόκληρος ό Κό­σμος». Έσύ τότε χαμογέλασες και ψιθυρίζοντας ενα «ευχαριστώ» στην συντροφιά μας, απομακρύνθηκες μέ­σα στη νύχτα, κατηφορίζοντας προς του   Ζαχαράτου.

ΧΑΤΖ.:  "Ενοιωσα   συγκίνησι εκείνο   το βράδυ,  γιατί   μερικοί   εντελώς   άγνωστοί   μου, μου έδειξαν  τόσο  εγκάρδια αισθήματα    κι'    άγάπη.    Το   πιστεύ­εις,   οτι   αυτός   ακριβώς   ό   αυθορμητισμός    του   κόσμου,    που   ούτε  καν με  εγνώριζε,   μου   χαλύβδωσε  την   πίστι   μου για  το νέο  κλίμα  της   μου­σικής   που   δημιουργούσα;

ΤΑ   «ΠΑΙΔΙΑ»

ΛΙΜΠ.: Θα  συνάντησες,ασφαλώς, πολλές δυσκολίες.

ΧΑΤΖ.: Αφάνταστες    και κυρίως   οικονομικές.   Φαντάσου,   ότι    μόλις   πριν  άπο   δυόμισυ   χρόνια   μου   έκοβαν   το φώς,  γιατί  κιαθυστεροΰσα  νά πληρώσω  τον  λογαριασμό.

ΛΙΜΠ.: Κα!   ή οίκοναμική σου κατάστασις  από  πότε  μετεβλήθη;

ΧΑΤΖ.: Άπό  την ημέρα που προεβλήθη στο φεστιβάλτων Καννώντo Φιλμ του Ντασέν « Ποτέ τηΚυριακή » που άρχισαν να εξαπλούνται σ΄ολόκληρο τον Κόσμο τα «Παιδία του Πειραιά» ως τώρα έχουν ξεπεράσει   τά   19   εκατομμύρια  δίσκους.

ΛΙΜΠ.: Δηλαδή    μπορείς    να   θεωρηθής εκατομμυριούχος   άπό   αυτό   καΐ   μόνο το τραγούδι σου;

ΧΑΤΖ.: Όχι,  γιατί   τά   ποσοστά   μου  είναι   ελαχιστότατα. Τα   «Παιδιά» όμως,   μέ   έλάνσαραν,   μου   εχάρισαν το   «Όσκαρ»    και    έγιναν   αιτία   να προσεχθούν    και   τά   άλλα   μου   τραγούδια,   τά  οποία,   φυσικά,   μου  αποδίδουν κέρδη.

ΛΙΜΠ.: Εΐναι    αλήθεια ότι    μισείς   τους   περισσότερους    συνθέτες ελαφρών   τραγουδιών;

ΧΑΤΖ.: Δεν   τους   μισώ,   αλλά  τους   αγνοώ,    διότι   δεν  είναι   μουσικοί,   αλλά   μουζικάντηδες.     " Ενας    άπό    αυτούς,   συνομήλικος   μου,   μάλιστα, με   σταμάτηαε  στον δρόμο και μου   είπε:   «Τι   έχεις   έσύ   περισσότερο από μένα,    που    κερδίζεις    τόσα λεφτά»;   Του   απάντησα : ΄Οταν εσύ πριν από δέκα χρόνια ήσουν μουζικάντης   και   εκέρδιζες   1.000  δραχμές την βραδυά,    έγώ    προσπαθούσα να γίνω    μουσιικός   και   πληρωνόμουν   α­τό το   Θέατρο   Τέχνης   20   δρχ.   τήν ημέρα.ΛΙΜΠ.: Γιατί      είσαι      τόσο σκληρός στους   συναδέλφους   σου,   Μάνο;

ΧΑΤΖ.: Γιατί    δεν   θεωρώ συναθέλφους μου    ανθρώπους,    πού    εμπορεύονται κακή    μουσική.       Ό   Θεοδωράκης, ο Κουνάδης,   έγώ   και   ελάχιστοι   αλλοι είμαστε   συνάδελφοι,   γιατί   εργαστήκαμε   και   εξακολουθούμε   νά   εργαζόμαστε σκληρά,   20   ώρες   πολλές φορές   το   εικοσιτετράωρο,    ‘οχι,    γιατί κάνουμε   τους   μουσικούς,   αλλά  γιατί  είμαστε  μουσικοί.

ΛΙΜΠ.: Νομίζεις    ότι η    καταπληκτική επιτυχία   και   ή   παγκόσμιος   πλέον επιβολή     τών    τραγουδιών,    τόσο των δικών   σου,   όσο   κα!    του   Μίκη, εδημιούργησσν   έπανάστασι   στο   ελληνικό   τραγούδι    και   στην ελληνική  μουσική;

ΧΑΤΖ.: Η    επανάστασι δεν έγινε μόνο, αλλά επέτυχε κι΄όλας.Ήδη δημιουργήθηκε το νέο κλίμα μουσικής, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται νέοι   συνθέται   της   αξίας   του   Έξαρχάκου,   τού   Λεούση,   τών   Λεσντή   και Λοΐζου   και   του   Λάκη  Παππά.   Πρέττει   να   τό   καταλάβουν  πιά  οι  φτωχοί    αϊσθηματολόγοι    συνθέται        της κακιάς  ώρας  ότι ο άνεμος της νέας μουσικής  έσάρωσε  ότ ι   σάπιο   υπήρχε.   Και   να σας  τό  αποδείξω  με ένα περιστατικό,   που  συνέβη  ιτριν  λίγες ημέρες   στο   σπίτι    μου :    Δυο   έργάτες     επιδιόρθωναν     τό     διαμέρισμά μου,   όταν  εγώ,   στό   άλλο  δωμάτιο,  τους  άκουσα  να σιγοτραγουδούν Θεοδωράκη   και    νά   μαθαίνη    ό   ένας από  τόν  άλλο  τά  λόγια  των  στίχων.Ηταν από τά «Επιφάνεια»  του Σεφέρη.    Κα!   μόνο   γι'   αυτό   άξίζει   νά μείνη   χαραγμένο  το  όνομα   τοΰ   Θεοδωράκη   με   χρυσά   γράμματα.

ΛΙΜΠ.: Συμφωνείτε   με   τον   Θεοδωράκη πολιτικώς;   κ.   Χατζιδάκι,   ρωτάει ο Γιώργος Τσσκανίκας.

ΧΑΤΖ.: Καθόλου.   Έγώ είμαι  τόσο Καραμανλικός,   που   στις   εκλογές   ήρθα έπίτηδες   άττό  τό Λονδίνο γιά νά ψηφίσω.    Αλλά   δεν   έχω   τον   δικό   του φανατισμό.    Τού   έδωσε   ό   Θεός   ένα τόσο   μεγάλο   ταλέντο   κι'   αυτός   θέλει   νά  γίνη   άνθρωποσωτήρας.   Πάντως   είναι   θαυμάσιος   άνθρωπος, φίλος και συνάδελφος.   

ΛΙΜΠ.:  Και    τώρα   άς   έπαι/έλθουμε   σε σένα.Τί  ετοιμάζεις;

ΧΑΤΖ.:  Τελείωσα   τήν   μουσική   και   τά τραγούδια    τής    ταινίας    «Αμέρικα:Αμέρικα»    τοΰ    Καζάν.    Σου   άποκαλύπτω,    γιά   πρώτη    φορά,    ότι   στό μνημειώδες   αυτό   φιλμ   του   μεγάλου συμπατριώτη    μας    σκηνοθέτη,    υπάρχουν    πέντε    τραγούδια    μέ    στ ίχους  Γκάτσου   —  από   τά   ωραιότερα  πού χουμε γράψει  — τά οποία  θα ακούγωνται    ελληνικά.    Πρόκειται   γιά   τό τραγούδι    της    οικογενείας    Σινιόσογλου,    τά    « δέκα     λουστράκια»,    το «περιβόλι    τοΰ    Αλλάχ»,     τά     «δυό βουνά»   καϊ   τό   τραγούδι    του   ξένητεμού.   Δεν   άποκλείεται   νά   διεκδικήσει αυτή η ταινία Όσκαρ.

ΛΙΜΠ.:   Και στη μουσική;

ΧΑΤΖ.:    Γιατί όχι;

ΛΙΜΠ.:   Δυο λόγια για την τανία;

ΧΑΤΖ.:  Πρόκειται για μια επική τριλογία , της οποίας το « Αμέρικα-Αμέρικα » είναι το πρώτο μέρος. Ο καζάν καταπιάστηκε με την πρωτόγονη ύλη, που απετέλεσε το σημερινό θαύμα που λέγεται Αμερική. Ασχολείται δηλαδή με το σύνολο των ανθρώπων που ξεκίνησαν από τα πέρατα της Γης για να φτάσουν τελικά και να ριζώσουν  μόνο οι δυνατοί, που έχουν όμως μέσα τους όχι μόνο το καλό αλλά και το κακό. Εγώ έγραψα μόνο τη μουσική και τα ρεαλιστικά τραγούδια που θα τραγουδιώνται όχι από « φωνές » αλλά από  « ανθρώπους ». Ο Καζάν που θα έρθη στην Αθήνα στις 6 μαρτίου, θα σου πει περισσότερα.

ΛΙΜΠ.:   Μιά αδιάκριτη ερώτηση: Γιατί έχετε ψυχρανθεί με την Νάνα Μούσχουρη και δεν μιλιώσαστε;

ΧΑΤΖ.:    Κατά βάθος αγαπιώμαστε, αλλά εγώ είμαι στην « Κολούμπια » κι εκείνη στην « Φίλιπς », που τρώγονται όπως ο Ολυμπιακός με τον Παναθηναικό.

       Αυτά μου έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις τον Απρίλη του 1963, τρία χρόνια πριν εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη, όπου τον συνάντησα κι΄έμεινα κι΄εγώ σχεδόν τρία χρόνια.

 


27  Απριλίου  1963

Συνάντησα τον δημοφιλή συνθέτη και μαέστρο στα γραφεία του καλλιτεχνικού του μάναντζερ κ. Θ. Κρίτα, όπου συζητούσε και αμφιταλαν­τευόταν, μεταξύ δύο προτάσεων. Της μιας άπό κάποιο σύλλογο της Κοκκινιας καϊ της άλλης άπό την κ.Γουλανδρή, πού τον ήθελε για κά­ποια εορτή του «Χίλτον». Τις δέ­χθηκε καΐ τις δυο. Την πρώτη ερασιτεχνικά, την δεύτερη σάν επαγγελμα­τίας. Αυτός εΐναι ό Θεοδωράκης, που μοιράζεται το εικοσιτετραωρό του, οχι μόνο γράφοντας αριστουρ­γήματα και παρακολουθώντας τις πρόβες της Μικρής "Ορχήστρας Α­θηνών ( Μ.Ο.Α.),  αλλά  και  μιλώντας  με   πάθος   πολιτικά.

Η  «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣίΣ»»

Άρχίζω μέ τήν σχετική ερώτηση  περί «επαναστάσεως» τοϋ ελληνι­κού τραγουδιού, χαρακτηρισμό που δέν άρεσε στον Μόνο Χατζιδάκι και που μέ παρεκάλεσε νά βρώ μια άλλη    λέξη,    λιγότερο    εκρηκτική.                        [

—  Δέν   ξέρω   αν   ό   Μάνος   κ'   έγώ φέραμε   κάποια   μουσική επανάσταση  οπως   τήν   χαρακτηρίσατε,   άλλά η  αλήθεια είναι   οτι   κάναμε  μιά προσπάθεια    εξελίξεως    προς    τό    καλύτερο. |Θεωρώ   σκόπιμο    νά    επαναλαύω μια    μου   ψράση:    Το    ελαφρό    τραγουδι   μας   κάνει   νά   ξεχνάμε,   το   λαικό   νά   θυμόμαστέ.   Αυτά   τά  δυο είδη    τραγουόιοΰ    συνυπήρχαν,    έως  ότου    ό    Χατζιδάκι ς    ανάπλασε    τό    ε­λαφρό    τραγούδι,  στηριγμένος  πάνω στο   λαικό,   από   τό   οποίο    πήρε   τις  ρίζες .     Πάντως,    είχε    προηγηθεί  μια     πηγαία   άνάπλαση   του   λαικού   τρα­γουδιού   από   άξιους   εργάτες   του,   ό­πως   ό   Τσιτσάνης   και   οί   Παπαίωάννου,    Μητσάκης,    Χιώτης,    Καρδάρας. |

ΟΙ «ΠΑΛΑΙΟΙ»

—  Αγνοείς    καϊ   συ,   Μίκη,   τους παλιούς  συνθέτες, όπως  και ο Μάνος;

-        Ίσως να μη μου άρεσαν ο Αττίκ και οι περι την σχολή του, αλλά εθαύμαζα τον Γιαννίδη,τον Σουγιούλ και μερικά παλιά τραγούδια του Βέλλα. Επίσης μου αρέσουν μερικά του Μουζάκη. Πρέπει  να  παραδεχθούμε  ότι  πολλές  μελωδίες, που τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από τον λαό μας, περιείχαν κάτι από τον ελληνικό χαρακτήρα. Βέβαια το περιεχόμενο, ιδίως των στίχων τους, ήταν αποκλειστικά σχεδόν ερωτικού κύκλου, εν αντθέσει με εκείνους των λαικών τραγουδιών – πλην των απηγορευμένων – που  είχαν  ευρύτερα  αντικείμενα  εμπνεύσεως. Οπωσδήποτε πάντως, το πρότυπο όλης αυτής της προπολεμικής σχολής του ελαφρού τραγουδιού ήταν ξένης προελεύσεως, εξωστρεφής.  Και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η βάση  της αντιθέσεώς μας, εμένα και του Μάνου, με τους άλλους συνθέτες, ότι είμαστε δηλαδή φανατικά  εσωστρεφείς. Με σκοπό να δημιουργήσουμε  μια ολότελα δική μας μουσική σχολή  τραγουδιού  αλλά  και ( νοιώθουμε αρκετά ικανοί ) να επηρεάσουμε και τους άλλους. Γι΄αυτό ίσως η δική μου τουλάχιστον φιλοδοξία έπαψε προ πολλού να αποβλέπει προς το εξωτερικό. Αν μου επρότειναν  δηλαδή  αυτή  την  στιγμή  να  αναλάβω  ως  διευθυντής  της  ορχήστρας  λ.χ.  του  Βερολίνου ,θα αρνιόμουν  προς   χάριν  φερ΄ειπείν,  της  ορχήστρας  του  Βόλου.

      ΟΙ ΝΕΟΙ

- Έχεις Μίκη υπόψιν σου  νέους συνθέτες  που  ν΄ακολουθούν  την  σχολή  σας;

 - Βεβαίως. Τον Λεοντή, που υπήρξε συνεργάτης μου κι΄εγώ τον προέτρεψα  να γράψει  λαικό τραγούδι,  και τον Λοίζο. Τους παρουσίασα και τους δυο από την ΜΟΑ και η ποιότητα των έργων τους έκαμε την συναυλία αυτή ένα από τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα της χρονιάς, μολονότι πέρασε  τελείως απαρατήρητη από τον Τύπο.

 —  Ποιό   τραγούδι   σου   έχει   γνω­ρίσει,    μέχρι    στιγμής,    τήν    μεγαλύτερη διεθνή­  επιτυχία ;

— Τό «Χάνιμουν» (Μήν τοΰ μέ­λιτος), μέ πέντε εκατομμύρια δί­σκους και τώρα τελευταία ή «Μυρ­τιά»,, πού  παίζεται  μετά  μανίας  στη  Βραζιλία  και  ή  «Μαργαρώ», που αρέσει   στην   Γερμανία.

—Τί αντιπροσωπεύει γιά σένα, πού είσαι  και ό εμπνευστής της, ή  Μικρή   Ορχήστρα   Αθηνών ;

— Για    μένα   ή    ΜΟΑ    είναι    μιά ττρακτική   έκδήλωση   της   αντιθέσεως μου   μέ   την   ήδη   υπάρχουσα   μουσική ζωή    και    κί νησιη   τοϋ    τόπου..     Είναι μία θετική   μορφή  της· αρνήσεως   μου νά  ενταχθώ   μέσα   σ'   ε να   κόσμο  πού , κατά    τήν    γνώμη    μου,    εχαντάκωσε  έως    τώρα,    από    κάθε    άποψη,    τόσο  τήν     ύπόθεση    τής    ελληνικής    μουσι­κής,    όσο    και  τήν    δημιουργία    και  προβολή   Ελλήνων   σολίστ   μέ   διεθνή  ακτινοβολία.    "Οσοι    δικοί    μας   ανεδείχθησαν   στο   εξωτερικό   τό   επέτυ­χαν    μόνοι    τους,    ενώ   οι    άλλοι   - παραπολλοΐ  -  κυριολεκτικά   πνίγη­καν.  Τό   γεγονός   ότ ι   απευθύνθηκαν  στον   Χατζιδάκι     (πρωτοβουλία    μου,  που  προκάλεσε  τόσα  αντιφατικά  σχόλια  κ'  ερμηνείες ) οφείλεται  στον  απλούστατο  λόγο,  ότι  ο  Μάνος  είναι  ένας  γνήσια    "Ελληνας    μουσικός  και    επομένως    δέν    μπορούσε    παρά  να  βρίσκεται  απομονωμένος, ό­πως  κ'  εγώ,  έκτος  αυτής   τής  αν­τιδραστικής   οργανώσεως   τής   μουσι­κής   μας   ζωής.

ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

—  Φιλοδοξείς,   μαζί   μέ   τόν   Μάνο  να κληθεί  κάποτε  η  ΜΟΑ  από  το  Φεστιβάλ Αθηνών;

 - Και οι δυο μας περιμέναμε ματαίως έως τώρα αν όχι μια διαμαρτυρία, τουλάχιστον μια συμπαράσταση  απο τον Τύπο  ( του  οποίου  μερικοί  μουσικοκριτικοί  τόσο γλαφυρά  περιέγραψαν  τις αρετές  της  ΜΟΑ )  για τον αποκλεισμό της ορχήστρας μας από το Φεστιβάλ. Όμως, μια και δεν το κάνουν οι άλλοι,  ας υπερασπιστούμε τουλάχιστον  εμείς οι ίδιοι  αυτό το έργο, που τόσο αγαπήθηκε και  επαινέθηκε από την Κοινή Γνώμη, τον Τύπο και τους ειδικούς.  Δίχως δόσιν λοιπόν εγωισμού, νομίζω ότι η συμμετοχή μας στο Φεστιβάλ Αθηνών, περισσότερο θα του έδινε τιμή, από όση θα παίρναμε εμείς.

 - Πως βλέπεις το μέλλον της ΜΟΑ;:

- Λαμπρό.  Εφέτος θα περιοδεύσουμε στην Κρήτη, στα Γιάννενα, στην Πάτρα, στην Θεσσαλονίκη, και του χρόνου, με το καλό, στην Ευρώπη.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

- Και τώρα η ακανθώδης ερώτηση:  Ο φίλος και συνεργάτης σου Μάνος Χατζιδάκις:όπως και μεγάλη μερίδα του Τύπου,  δεν συμφωνεί με το πολιτικό πάθος, ας το πούμε έτσι,  που σε κατέχει. Τι έχεις να πης;

- Νομίζω ότι μόνον όταν όλος ο κόσμος έχει λύσει τα προβλήματά του, δεν υπάρχει ένδεια και δεν θίγεται η αξιοπρέπεια των πολιτών, ο καλλιτέχνης πρέπει να περιορίζεται στην τέχνη του.  Όταν όμως δεν υπάρχουν αυτές οι προυποθέσεις, τότε ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να βάζη το ταλέντο του, το βάρος του και την επιρροή του στην άμεση εξυπηρέτησι του Λαού.

 Και τελειώνω με μια ακόμη ερώτηση::Που νομίζεις, Μίκη, ότι βρίσκεται το μυστικό της μεγάλης επιτυχίας των λαικών τραγουδιών σου;

- Στο  ότι  είναι  εμπνευσμένα  από  την  παράδοση  του  Λαού  μας,  που  βρίσκεται  στα  κοφτερά  βράχια  των  βουνών  μας  και  στην αγκαλιά  του  πελάγου.



Μεταφορά στη σελίδα
1 2 » επόμενη σελίδα

προστέθηκε στις: 20 Ιουν 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster