.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

σαν τους γλάρους



Γιάννης,  Σουζάνα,  Μάρκος...

Μύκονος  τότε...

Πηγαίνω  στη  Μύκονο  να  πάρω  συνέντευξη  του  Σταύρου  Ξαρχάκου,  που  κάνει  πρόβες  με  τα  Παιδιά  των  λουλουδιών... Άσε μένα  και  σου ' χω  ένα  ρεπορτάζ  στα  μέτρα  σου  -  μου  λέει.... Μπαίνει  ολοσέλιδο  στην  <<Απογευματινή>> και  έχεις  αναγνώστες  να  σου  λένε  <<  ρε  θηρίο  κάνεις  παρέα  με  τον  Ξαρχάκο ! >> Τα  ίδια  και  χειρότερα  συμβαίνουν  και  εις  φατσομπούκιον... 

σαν τους γλάρους...

souzana

Δεν ξέρω πόσα πρόσωπα ζητάνε συγγραφέα στη Μύκονο από τότε που ήταν στο χάρτη ένα ήσυχο και άσημο νησάκι άγονης γραμμής, ως τα σήμερα που έγινε πολυσύχναστο και παγκόσμια γνωστό ως το  κοσμικονήσι των γκέι... Αλλά ο Γιάννης Αγραφαράς και η Σουζάνα Λάσι γίνανε τούτο τον καιρό τα πρόσωπα-ήρωες ενός παράξενου λαβ-στόρι στο νησί των μελτεμιών, χωρίς όμως να βρουν συγγραφέα να καταγράψει το σενάριό τους, που ένας καλός σκηνοθέτης θα μπορούσε να το κάνει ενδιαφέρουσα ταινία. Εγώ το έκανα ρεπορτάζ το 1971 στην Απογευματινή.

Ο πρωταγωνιστής, ένας 38χρονος ξερακιανός ψαράς, που φέτος το καλοκαίρι αυλακώνει τον όρμο με ένα κρις κραφτ θαλάσσιου σκι. Η πρωταγωνίστρια, μια 24χρονη Αμερικάνα με φιδίσιο σώμα, που μοιράζεται τη μίζερη ζωή του ρέμπελου χταποδοκυνηγού...

Κάθε σούρουπο στην αμμουδιά του Ορνού, ο Γιάννης ο κουτσοδόντης -έχει και τούτο το κουσούρι- παραδίνει στη Σουζάνα του την είσπραξη της ημέρας από τους σκιέρ του νερού, τσαλακωμένα εκατόδραχμα, δολάρια και άλλα ξένα χαρτονομίσματα δηλαδή... Με αυτά τα λεφτά το ηλιοψημένο, γεμάτο αρμύρα ζευγάρι, ονειρεύεται πολλά πράματα και κυρίως να σβήσει τα βερεσέδια του χειμώνα και να βάλει κάποιο περίσσεμα στην άκρη. Κομπόδεμα για τους δύσκολους μήνες, που θα έχει κρυφτεί ο ήλιος πίσω από τα σύννεφα και θα έχουν φύγει οι τουρίστες. Κι΄αν πάνε καλύτερα  οι δουλειές από πέρυσι, να μπορέσει ο Γιάννης ν΄αντικαταστήσει τα σμπαραλιασμένα δόντια του με κάτασπρα κι΄ένα ολόχρυσο καταμεσής...

Τη Σουζάνα την εγκατέλειψε στο νησί, τέλη καλοκαιριού, κάποιο κότερο και τη βρήκε ο ρέμπελος ψαράς. Μοναδική της περιουσία ένα Souzanaπουκαμισάκι, ένα μπλου τζιν και το διαβατήριό της στη κωλότσεπη...Ηταν απένταρη και της έδωσε στέγη στη  χαμοκέλα του. Της τηγάνισε κουτσομούρες που σπαράζανε, έκοψε ντοματοσαλάτα, ψωμί, κι΄ακούμπησε στο τραπέζι μια μπουκάλα κοκκινέλι. Φάγανε, ήπιανε, και μετά εκείνος δικαιολογήθηκε πως έχει κάποια δουλειά. Πήρε στη ζούλα  μια κουβέρτα και βγήκε και  ξάπλωσε στην αμμουδιά. Δεν τον έπαιρνε ύπνος, όσο σκεφτότανε στο κρεβάτι του  τη καλοφτιαγμένη ξένη...

Ξημέρωμα βούτηκε στη θάλασσα να σβύσει τη κάψα που τον έκαιγε όλη νύχτα. Καμάκωσε ένα χταπόδι στα γάργαρα νερά κι΄άρχισε να το βαράει στα βράχια με       μανία. Ξαφνικά, από ψηλά, ο Μάρκος το μαδημένο ψαροπούλι, σύντροφος στη    χειμωνιάτικη μοναξιά του, πλατάγιασε τα απόφτερά του πριν ακουμπήσει στην άμμο. 

Αλλες φορές του έκραζε «Μάρκο-Μάρκο, έλα-έλα» κι΄εκείνος ξέκοβε από τους άλλους γλάρους και κατέβαινε ανάλογα με την όρεξη, πότε με τσαλιμάκια και πότε σαν σαίτα...

Πεινούσε ο Μάρκος και περίμενε να βγάλει ο Γιάννης το σουγιά και να του κόψει μεζέ για φίλεμα, αλλά εκείνος αφού το ξέπλυνε το χταπόδι, το πέταξε στον κουβά.    Το πουλί παραξενεύτηκε, θύμωσε κι΄άρχισε να τσιρίζει...

Καθώς η Αμερικάνα ανακλαρίστηκε, δείχνοντας μεταξύ ύπνου και ξύπνιου πως δεν την απασχολεί κανένα πρόβλημα, ο Μυκονιάτης έκανε μεγάλη σκέψη: να δεις που είναι μιλιονέρα και θα περάσω μαζί της στην Αμερική ζωή χαρισάμενη, ψιθύρισε στον εαυτό του..

 -   Ουάτ; Έκανε εκείνη και του δειξε στο ψευτοκομοδίνο το λεξικό.

Ο Γιάννης έπρεπε κάτι να σοφιστεί κι΄άρχισε να το φυλλομετράει. Σκέφτηκε τα λόγια κάποιου χίπη της παρέας του Ξαρχάκου, και με το μπικ άρχισε να βρίσκει τις αγγλικές λέξεις που του χρειαζόντουσαν  για τη φράση, που έλεγε ότι μιά μέρα θα πεθάνει ακόμα και η Γη... Η Αμερικάνα άρχισε να καταλαβαίνει τι της έλεγε, ότι δηλαδή ένας άντρας και μιά γυναίκα ήσαν τυχεροί που είχαν φαγητό, πιοτό, τσιγάρο, ήλιο, θάλασσα και κρεβάτι... Ήθελε ακόμη  να της εξηγήσει, μα δεν μπορούσε,  ότι  είμαστε τυχεροί που ζούμε τώρα και δεν θα υπάρχουμε την εποχή  της συντέλειας... Κι΄όμως εκείνη το κατάλαβε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο, λέγοντάς του χαρούμενα:

-         Κουνέλα, δεν είσαι μόνο καλός αλλά και σοφός.

   Κουνέλα; Ώστε το ξερε το παρατσούκλι του. Πήρε στροφές το μυαλό του κι΄έσκυψε στο αγγλοελληνικό:

-         Γι αυτό με βγάλανε Κουνέλα, γιατί γεννάει το μυαλό μου...

Σιγά-σιγά ο Γιάννης άρχισε να μαθαίνει λέξεις και φράσεις και δεν έσκυβε πιά όλο στο λεξικό. Μα δεν ήταν ανάγκη, γιατί η Αμερικάνα μάθαινε τουλάχιστον δέκα καινούργιες λέξεις την ημέρα και στο τέλος του καλοκαιριού μιλούσε τα ελληνικά φαρσί.

Όταν ο καιρός το επέτρεπε,  εκείνος ψάρευε κι΄ο Μάρκος χοροπηδούσε φχαριστημέ  νος. Αλλά η Σουζάνα αγνάντευε όλο κατά το έμπα του λιμανιού, από κει που την είχανε φέρει και παρατήσει...

Ένα βράδυ, κάτω από τις κουρελούδες, το μυαλό του Κουνέλα γέννησε τη μεγάλη ιδέα.

-         Αν είχαμε ένα δικό μας κρισκραφτ, η ζωή μας θα ήτανε καλύτερη.

-         Μπιγκ ντιλ!

Η Σουζάνα Λάσι δεν είχε πλεούμενο στη Καλιφόρνια. Είχε όμως, εκτός από αναμνήσεις του γκόμενου που την παράτησε, ένα πιάνο...Τηλεφώνησε και το πουλή   σανε και της στείλανε χίλια τρακόσια δολάρια.

Η ημέρα της καθέλκυσης στον Ορνό υπήρξε ιστορικό γεγονός για το ζευγάρι και τους φίλους του τους χίπιδες. Στο γραμμόφωνο ακούγονταν τραγούδια του Ξαρχάκου, ο Γιάννης κερνούσε μπίρες και η μπατιροαμερικάνα είχε γίνει ξαφνικά στα μάτια των νησιωτών, μιλιονέρα! Ο καπετάν Γιάννης, με το ναυτικό κασκέτο στραβά, καμάρωνε σαν εφοπλιστής: Ξένα κεφάλαια, ελληνική σημαιούλα, διεθνής πελατεία και στα νηολόγια ένα γλυκύτατο όνομα: Σουζάνα!

Φέτος το καλοκαίρι ο καπετάν Γιάννης αυλακώνει με το ερυθρόλευκο πλεούμενο:οπαδός της ομάδας του κυρίου Γουλανδρή – τις ακρογιαλιές του νησιού, σέρνοντας στους αφρούς του σκιέρ, που πληρώνουν καλά. Η Αμερικάνα τον παρακολουθεί από το υπαίθριο μπαρ τους « Ορνός μπιτς », όπου σερβίρει. Και κατά το βραδάκι ο Μάρκος φτερουγίζει πάνωθέ τους, σαν να τους λέει να τα μαζέψουνε... Ηλιοβασίλεμα, ώρα για μάσα και κρασί.

Markoela

-         Μάρκο, έλα, έλα...

Μα ο γλάρος, αφού τα βλέπει όλα έτοιμα στο σούρουπο, καμώνεται τον ακατάδεχτο, θέλει τα παρακάλια τους. Είναι και χορτάτος, εδώ που τα λέμε...

Όπως ο Γιάννης, όπως η Σουζάνα, έτσι κι΄ο Μάρκος έχει τη δική του ιστορία. Κάποιο χειμώνα, το μαδημένο ψαροπούλι κόντεψε να ψοφήσει.  Η γλαρίνα του ακολούθησε κάποιο κρουαζιερόπλοιο, τον εγκατέλειψε...Ο Μάρκος μαράζωσε, άρχισε να χάνει τα φτερά του, δεν μπορούσε να πετάξει, αφέθηκε στη μοίρα του...Κουτούλαγε σ΄ένα βραχάκι, αδύναμος, έτοιμος να φουντάρει στο νερό. Τον περιμάζεψε ο Γιάννης, τον ζέστανε, τον τάισε, τον έσωσε...

Στο ταβερνάκι της κυρά Ειρήνης, πηδάει τώρα πάνω στο τραπέζι, λες και μετράει τις μπουκιές του σωτήρα του και της φιλενάδας του. Έχει μπουχτήσει τα ψάρια ο πεινάλας, καρδάμωσε  και γουστάρει σουβλάκι, φέτα τυρί και μπουκιές βουτηγμένες στη ρετσίνα...

Η φαντασία των Μυκονιατών οργιάζει: Η μιλιονέρα τρελοαμερικάνα,ο κουτσοδόντης ψαράς και το glaros400κρασοπούλι που μεθάει και κάνει κωλοτούμπες σαν κλόουν...Λες να μαστουρώνει κι΄όλας;

Η Σούζαν, ηλιοψημένη, γεμάτη αρμύρα στα καλοσμιλεμένα μπούτια της, χαμογελάει δείχνοντας τα υγιέστατα δόντια της, κάτω από το ξανθό χνούδι του πανωχειλιού της. Για στηθόδεσμο και για σλιπάκι έχει μόνο από τρεις σειρές πλεχτό και τρέχει ελεύθερη στην άμμο... Έχει ξεχάσει τις ώρες γραφείου, έχει σπάσει τα δεσμά της καταναλωτικής κοινωνίας και της κοινωνικής ζωής , τον καθωσπρεπισμό. Είναι ξέγνι    αστη και λεύτερη.

-   Αγαπάω αυτό το νησί, τους ανθρώπους του, τους γλάρους του. Θέλω να μαζέψω μερικά λεφτά, να χτίσω ένα ασβεστωμένο σπίτι. Να αγοράσω ένα πιάνο και να παίζω το χειμώνα μπροστά στο τζάκι, και να βλέπω  τη μανιασμένη θάλασσα από ένα μεγάλο παράθυρο

 -   Κι΄ο Γιάννης;   

 -   Τον αγαπάω με το δικό μου τρόπο. Σαν αδερφό, σαν φίλο, σαν άντρα με κουρά   γιο. Πρέπει να βάλει τα δόντια του, να μη ντρέπεται να γελάσει. Να βρει και μιά κοπέ  λα του τόπου του, να νοικοκυρευτεί.

Ο Γιάννης ο Κουνέλας όμως, δεν νιώθει λεύτερος και αποδεσμευμένος όπως η Σουζάνα:

 -   Θα βάλω τα δόντια μου και τότε θα δείξω ποιός είμαι... Θα φορέσω μπλε ριγωτή  κουστουμιά και θα την παντρευτώ  σε μιά από τις 333 εκκλησούλες του νησιού. Και   όταν θα φεύγουμε για την Αμέρικα, θα βάλω τα πιτσιρίκια να χτυπάνε όλες τις καμπά   νες...

Η Σούζαν Λάσι παίζει με τον γλάρο στην αμμουδιά. Το πουλί νευριάζει, καθώς του πετάει άμμο. Ίσως γιατί στιγμές-στιγμές μισεί τα θηλυκά. Της ξεφεύγει και φτερου γίζει κατά τη θάλασσα...

Ο Γιάννης  φωνάζει από το ταβερνάκι:

-   Σουζάνα θα κρυώσει η κακαβιά.

Σουρουπώνει...

Κάποιοι τουρίστες, φορτωμένοι με σλίπινγκς μπανγκς, ψάχνουν να βρούν απανεμιά, για τη νύχτα. Ένας γεροδεμένος Βίκινγκ ζητάει λίγο νερό από τη Σουζάνα. Ο Γιάννης υποπτεύεται πως την φλερτάρει. Γι αυτό την ξανακαλεί

-         Σουζάνα, η κακαβιά.

Ξημερώνει... Η Σουζάνα κοιμάται στο σπιτάκι. Ο Γιάννης καμακώνει χταπόδια. Κι΄εγώ, ο παρατηρητής ρεπόρτερ, χαζεύω. Ο Μάρκος έχει φτερουγίσει στον ψηλό βράχο. Καρδαμωμέ νος πιά, αγναντεύει το έμπα του όρμου, από κει που έφυγε η γλαρίνα του.

Τώρα τελευταία, κάθε πρωί, την περιμένει....

giannsouzan

(εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ  των αδελφών Μπότση, τη χρυσή της εποχή, επί Αλέκου Φιλιππόπουλου)

  Αργότερα, η Σουζάνα γύρισε  στη πατρίδα της, ο Μάρκος ακολούθησε κάποια γλαρίνα κι ο Γιάννης πέθανε από αρρώστεια, από μαράζι, ποτέ δεν έμαθα.... ( "Απογευματινή" Δημήτρης Λιμπερόπουλος  )

προστέθηκε στις: 17 Σεπ 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster