.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Η ΝΤΟΥΛΑΠΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ (βιβλίο)


 διήγημα  αφιερωμένο  στις γυναίκες της εποχής της  μητέρας μου 
  από το βιβλίο μου << Η ντουλάπα της γιαγιάς >>
- 1996  εκδόσεις Γιάννης Β. Βασδέκης

 

 

 H μητέρα το ζήτησε και δεν μπορούσαμε ν' αντιστα­θούμε στην προσταγή της. Μην της χαλάσετε το χα­τίρι, μας συνέστησε  ο γιατρός και μας το είπε ξε­κάθαρα, ότι αυτή θα ήταν η τελευταία της επιθυμία. Έτσι συμφωνήσαμε όλοι να τη μεταφέρουμε από την κλινική στο διαμέρισμα και να κλείσει τα μάτια εκεί που είχε ζήσει τα τελευ­ταία δώδεκα χρόνια... Μα η μητέρα, μόλις κατάλαβε ότι βρισκό­τανε σ' «αυτό» το σπίτι, δυσφόρησε και μας έγνεψε ν' ακούσου­με τι θα μας έλεγε με την αδύναμη φωνή της:

—Σε λάθος σπίτι με φέρατε... Θέλω να πάω στο δικό μου, σ' αυτό που έζησα σαράντα χρόνια με τον πατέρα σας, σ' αυτό που σας γέννησα και σας μεγάλωσα.

Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε ότι το παλιό σπίτι στο χτή­μα είχε γίνει ακατοίκητο μετά το μεγάλο σεισμό κι ότι στο διαμέ­ρισμα, με τον κλιματισμό, θα ένιωθε πιο άνετα.

—Στη Λακκούβα, στη Λακκούβα, επέμενε η γριούλα.

—Μα έχουνε πέσει οι σοβάδες, κρέμονται τα παραθυρόφυλ­λα, στάζουνε τα κεραμίδια...

Η μητέρα πείσμωσε. Μετά από πολύ καιρό πλήρους απραξίας και εναπόθεσης της ζωής της στα χέρια των γιατρών και των νο­σοκόμων, άρχισε να φαίνεται στη ματιά της εκείνη η παλιά φλόγα που έκαιγε αδιάκοπα και την έκανε να εξουσιάζει, όχι μόνο τη ζωή του πατέρα, αλλά όλων όσοι ζούσανε γύρω της. Η φωνή της ήταν αδύναμη, αλλά φράση με φράση δυνάμωνε και καθώς η μα­τιά της έπαιρνε εκείνη την παλιά λάμψη της αυτοπεποίθησης και της θέλησης, μας έκανε όλους να καταλάβουμε ότι η καπετάνισσα ήταν έτοιμη και πάλι να πιάσει το τιμόνι... Κι όλους εμάς να μας αγνοήσει, όπως μια ολάκερη ζωή, που μας θεωρούσε όλους τσούρμο, αν όχι σαβούρα του καραβιού της...

-Λοιπόν παιδιά θα με πάτε στη Λακκούβα κι ας μην έχει ηλεκτρικό, νερό κι ας πέφτουν οι σοβάδες. Στο μπαλκόνι βλέπω πως είναι άνοιξη, οπότε δεν με νοιάζει αν τρέχουνε τα κε­ραμίδια κι έχουνε πέσει τα παραθυρόφυλλα...

—Μα, μητέρα, τόλμησε η νύφη της, έρχεται το καλοκαίρι και ξέρεις τι κάψα κάνει εκεί...

Η μητέρα έστρεψε τη ματιά της κατά πάνω της και τότε κατα­λάβαμε ότι εκεί μπροστά μας βρισκόταν, όχι η άβουλη γριά των φαρμάκων και των ορών, αλλά η δυναμική μάνα, πεθερά και για­γιά. Η κλειδοκρατόρισσα, που σίγουρα θα ζητούσε την αρμαθιά της, που άνοιγε πόρτες, ντουλάπια, κασέλες, συρτάρι και κυρίως το εντοιχισμένο χρηματοκιβώτιο, που είχαμε βιαστεί να διαγουμίσουμε...

—Τι μέρα έχουμε σήμερα;

—Δευτέρα, είπε η Φιλιππινέζα, που την παράστεκε πέντε χρό­νια κι είχε μάθει ελληνικά, τόσα ώστε μπορούσε να καταλάβει ακόμη και τους ιδιωματισμούς της «γιαγιάς» που πριν αρρωστή­σει βαριά όλο τη συμβούλευε...

Η μητέρα κοίταξε κατάματα το μεγάλο της γιο και του είπε με το παλιό επιτακτικό ύφος της:

—Ως την Παρασκευή να καθαρίσετε και να συμμαζέψετε το σπίτι μου, γιατί θα πάω να μείνω εκεί με το κορίτσι.

Συγκατένευσε, κουνώντας το κεφάλι του κι ο παπάς της ενο­ρίας, που είχε έρθει να τη μεταλάβει, όχι όμως και να την εξομο­λογήσει, γιατί η ενορίτισσά του -που είχε και στασίδι στην εκκλη­σία- πρέσβευε ότι ουδείς ενάρετος εν μέσω αμαρτωλών, ούτε ο εκπρόσωπος του Θεού...

Ο μεγάλος είπε «ναι μητέρα, θα σε πάμε στο σπίτι μας το Σάββατο» και γύρισε τη ματιά του στους άλλους, λες κι απολογιότα­νε ότι δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.

Όλοι είχαν επανέλθει ξαφνικά στην ατμόσφαιρα της πριν λί­γους μήνες ζωής της, όταν βρισκόντουσαν κάτω από τις συμβουλές-επιταγές της, που εξουσίαζαν τις πράξεις τους αλλά και τη ζωή τους... Όλοι σκεφτόντουσαν το ίδιο: Η για μήνες άβουλη γριά, που κάθε περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας ήταν στο όνομα της, είχε ξαναβρεί αναπάντεχα τον εαυτό της κι αλίμονο σ' όποιον αντιστεκότανε στις εντολές της, που πάντοτε ήσαν διαταγές.

Η νύφη έτρεξε στο τηλέφωνο της κρεβατοκάμαρας της, ήταν αναστατωμένη-φοβισμένη, γιατί η γριά έπαιρνε τα πάνω. Αναζή­τησε και βρήκε το γιατρό της, αυτόν που της είχε κάνει έκτρωση χωρίς να πάρει είδηση ο άντρας της... Τον βρήκε και του εξιστό­ρησε με τρόμο τα καθέκαστα, γιατί είχε πουλήσει το περιδέραιο της πεθεράς, για να πάρει αυτοκίνητο στην κόρη της... Ο γιατρός την καθησύχασε: «Μη φοβάσαι, η συμπεριφορά της μοιάζει με γέ­ρικο άλογο, που κλοτσάει πριν ξεψυχήσει»... «Μα γιατρέ, το μά­τι της παίζει όλο κατά την ντουλάπα, που είχε αφήσει τα κλειδιά της»... «Ας κοιτάζει... Σε δυο-τρεις ημέρες θα πέσει σε κώμα και θα ξεκουραστεί για πάντα»... «Μακάρι», ευχήθηκε η νύφη και δαγκώθηκε γι' αυτό που ξεστόμισε, αλλά σκέφτηκε πως όχι μόνο  αυτή, αλλά κι όλα τα μέλη του σογιού παρακαλούσανε να μη γί­νει το θαύμα κι αναστηλωθεί το κούτσουρο -έτσι την έλεγε η άλ­λη της νύφη... Και μόνο που σκεφτότανε όρθια τη γριά, πάνω; στο βάθρο της, κατουριότανε από φόβο, γιατί θα τους γκρέμιζε όλους εκεί μπροστά στα πόδια της, με περασμένη την αρμαθιά των κλειδιών στο ζωνάρι της... Ήταν τόσο σκληρή, που θα τους ποδοπατούσε για το διαγούμισμα των χρυσαφικών, των μασουριών με τις λίρες, των μετοχών... Σίγουρα θα τους αποκλήρωνε και θ' άφηνε τα ακίνητα στην εκκλησία, μπα, γιατί ο τελευταίος αρχιμανδρίτης της ενορίας της ψαλίδιζε το γενάκι του, μάλλον στα ορφανά θα τα 'γραφε...

Σάββατο πρωί ξεκίνησαν τα αυτοκίνητα, το ένα πίσω από το άλλο, για το Γούπατο, με επικεφαλής τη Μερσεντές του μεγάλου. Στο πίσω κάθισμα η γριούλα με τη Φιλιππινέζα, που στήριζε την πλάτη της με μαξιλάρια. Ο γιος της είχε στρέψει το καθρεφτάκι κατά πάνω της και, στα φανάρια, την περιεργαζότανε με έκπληξη και σκουντούσε τη γυναίκα του, σαν να της έλεγε «όσο πάει και καλυτερεύει και τι θα κάνουμε αν ζητήσει τα κλειδιά». Η νύφη σκεφτότανε ότι η πεθερά, μετά τις σούπες και τους λαπάδες, ζη­τούσε κι απαιτούσε να της φέρουνε γλυκό μελιτζανάκι... Δεν δώ­σανε όμως σημασία, αν κι ο γιος της θα 'θελε να της αγγίξει έστω μια σταλιά στα χείλη της, να τα γλυκάνει.,.

—Θα τρελάθηκες, με τις ορέξεις της μάνας σου, τον αποπήρε η γυναίκα του.

Εκείνος μπήκε στις μύτες των ποδιών του στο δωμάτιο με το εικονοστάσι και την ντουλάπα, έπιασε προσεκτικά τη μεταξένια παλάμη της γριούλας, που κοιμότανε, κι εκεί δίπλα της, άρχισε να φέρνει στη μνήμη του τον καιρό της παντοδυναμίας της... Έφτιαχνε, τότε, μελιτζανάκι κι άλλα γλυκά του κουταλιού, όπως-νεράντζι, σύκο, ακόμη και τριαντάφυλλο, που έλιωνε στο στό­μα... Και το καλοκαίρι, μανία της, να τρατάρει φρέσκα σύκα και βανίλια, που ο πατέρας την έλεγε υποβρύχιο... Εκείνα τα χρόνια δεν ξέρανε τι θα πει ζαχαροπλαστείο, αφού ακόμα και το παγωτό το φτιάχνανε στον κάδο με τον πάγο, που τους έφερνε ο παγοπώλης. Το μελιτζανάκι όμως ήταν η σπεσιαλιτέ της μάνας του και, καθώς της κρατούσε το χέρι, προσπαθούσε να φέρει στα ρουθού­νια του εκείνη τη σφιχτοδιπλοκουμπωμένη μυρωδιά  από το μελι­τζανάκι, που δεν διαχεότανε στον αέρα, αλλά παρέμενε μέσα, έτοιμη να κολλήσει στον ουρανίσκο, μελάτη...

Να κι ο κύριος καθηγητής, που τσέπωσε τα πεντοχίλιαρα χω­ρίς να δώσει απόδειξη κι αποφάνθηκε «αναλαμπή είναι». Το άκουσε ο εγγονός, που διάβαζε εκείνες τις ημέρες για τον αντικα-τοπτρισμό της ερήμου και είπε:

—Γιαγιά, μπορεί να 'σαι όαση οφθαλμαπάτη, που όλοι νομίζουμε ότι τη βλέ­πουμε...

Του χάιδεψε το κεφάλι, έκλεισε τα βλέφαρα κι αναπόλησε τότε που ήτανε κοριτσάκι στο χωριό, κι ο αδερφός της τραβούσε τα μαλλιά της από ζήλεια, γιατί η μάνα τους έδερνε μονάχα αυτόνε... Και πώς να μην τον δείρει, αφού έπαιζε κρυφτό στην αποθήκη της σταφίδας κι ερχότανε με τα ρούχα κολλημένα στο πετσί του...

Έτσι και τώρα, μέσα στο αυτοκίνητο, η γιαγιά έκλεισε τα μά­τια στο παρόν για να μη βλέπει τις πολυκατοικίες... Και κάτω  από αυτά έφερνε στη μνήμη της το παρελθόν... Να, τώρα, περνά­με το μεγάλο περιβόλι με τη στέρνα, που δροσίζονται τα ζωντα­νά. .. Τώρα περνάμε τα χωράφια με τα γεννήματα και τις κατσουλιέρες, που φερμάρουνε από ψηλά τις φωλιές τους... Και τώρα, στρίβουμε στην κατηφόρα κι εκεί δεξιά είναι το σπίτι μας, πνιγμένο­ στα δέντρα και στα λουλούδια...                             

Η γριούλα ένιωσε το αυτοκίνητο να σταματάει, σίγουρα μπροστά στη μεγάλη αυλόπορτα με το σπιτάκι του σκυλιού από μέσα... Ήθελε ν' ανοίξει τα μάτια της,_αλλά δίσταζε μήπως δει τις διπλανές πολυκατοικίες και τις βιτρίνες των μαγαζιών, εκεί που άλλοτε υπήρχαν χωράφια, αμπέλια, δέντρα, οι συκιές κι οι κληματαριές, το πηγάδι με την κεντρόφυγα, που ανέβαζε το νερό στη στέρνα για να ποτίζονται οι βραγιές... Σίγουρα θα τα 'βλεπα όλα -σκεφτότανε- αν δεν είχα αυτό το καταραμένο γλαύκωμα που μ' εμποδίζει να ξεχωρίζω ακόμη και τα πρόσωπα των δικών μου... «Έλα μανούλα, φτάσαμε», άκουσε το γιο της κι αποφάσισε ν' ανοίξει τα μάτια. Έμεινε εμβρόντητη, ίσως γιατί αντίκρισε τοσπίτι της όπως ήταν πριν τριάντα χρόνια κι όπως ήθελε να το  δει...

Τα πέτρινα σκαλοπάτια με τις γλάστρες και τους τενεκέδες με τα λουλούδια, τα πράσινα παραθυρόφυλλα, τα κόκκινα κεραμί­δια και μια σκιά μπροστά της, σίγουρα το σκυλί τους, που της κουνούσε χαρούμενο την ουρά του... Γύρισε έκπληκτη στο γιο της, που την είχε σηκώσει στην αγκαλιά του:

—Γιε μου, πώς έγινε αυτό το θαύμα και το σπίτι μας δεν έχει αλλάξει;

Εκείνος κοίταξε τη γυναίκα του κι έφερε το δάχτυλο στο στό­μα, σαν να της έλεγε ν' αφήσει τη μάνα του στις παραισθήσεις της, έγνεψε και στους άλλους. «Έχει χά­σει εντελώς το φως της, ψιθύρισε ο παπάς στο κεφαλόσκαλο, που είχε έρθει με την αγιαστούρα του να διώξει τα κακά πνεύματα... Ποια κακά πνεύματα, δηλαδή, αφού σ' αυτό το σπίτι από τότε που χτίστηκε, μόνο καλοί άνθρωποι κατοικήσανε, πον δεν βα­στούσε η καρδιά τους να σκοτώσουνε ούτε το φίδι που κοιμότανε στο κατώγι, πίσω από τα βαγένια... Μόνο η μάνα ήθελε να το εξοντώσει, γιατί τις νύχτες, το καλοκαίρι, σερνότανε αθόρυβα ώς τα δοχεία με το γάλα που είχε αρμέξει από τις αγελάδες και ρου­φούσε το μερίδιο του... Ο πατέρας όμως την είχε φοβίσει ότι αν σκοτώσει το φίδι του σπιτιού, θ' αρχίζανε οι θάνατοι στην οικο­γένεια...

Να που το θυμήθηκε τώρα η γριούλα και ρώτησε:

—Το φίδι ζει;

—Ζει και βασιλεύει, γιαγιούλα, είπε ο εγγονός της, που είχε ακούσει από το στόμα της ένα σωρό ιστορίες για το φίδι, το σκα­ντζόχοιρο, τα σκυλιά και τα γατιά τους, που ο πατέρας του, όταν πέθαιναν τα έθαβε σε ένα δικό του κρυφό χώρο, πίσω από τις φραγκοσυκιές... Μόνο οι χελώνες ήτανε εφτάψυχες -κι όχι οι γά­τες- που καμιά τους δεν είχε βρει ο πατέρας του ψόφια... Ίσως όμως -σκεφτότανε ο μικρός- να είχανε το δικό τους κρυφό κοι­μητήρι, σαν τους ελέφαντες σ' εκείνη την ταινία του Ταρζάν....

Οι νύφες σκεφτήκανε πόσο βλάκες ήσαν οι άντρες τους, που στεργιώσανε πόρτες και παράθυρα και μερεμετίσανε το σπίτι, αφού η γριά δεν έβλεπε.,. Να την τώρα στη βεράντα, στην πολυ­θρόνα του άντρα της, που είχε φροντίσει ο μεγάλος να τη βρει και τη στερεώσει με βίδες. Η γριούλα, αφού βολεύτηκε, ζήτησε νε­ρό «από το πηγάδι», που δεν υπήρχε πια, το είχανε κάνει βόθρο, μα δεν το θυμότανε... Της βάλανε νερό από το θερμός, ίσα που 'βρεξε τα χείλη της, έγειρε το κεφάλι στη μαξιλάρα που της έφερε η Φιλιππινέζα κι έκλεισε τα μάτια, σ' ένα πρόσωπο σαν ρυτιδω­μένο μετάξι... Λες να ξεψύχησε, σκέφτηκε ο παπάς, που μουρ­μούριζε τροπάρια, αλλά πού να πλησιάσει, γιατί προχτές καθώς είχε σκύψει πάνω της να τη σταυρώσει με τα δάχτυλα του, άνοιξε η γριά τα μάτια και του έκανε μια γκριμάτσα περιπαιχτική...

Η αρχόντισσα του Γούπατου δεν είχε τρομοκρατηθεί μπρο­στά στον αναμενόμενο θάνατο, γιατί κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα έκανε σούμα των πεπραγμένων μιας ζωής, ιδιαίτερα από τότε που πρωτορθανε με τον άντρα της και το γιο της στην κοιλιά, σ' αυτό το σπίτι... Σε κανένα δεν είχε κάνει κακό, τους φτωχούς τους φίλευε φρούτα, έδινε στους πολυφαμελίτες και κανά κουνέλι ή πουλερικό και τους πλούσιους τους συμβούλευε, αλλά και τους φόβιζε, ότι το σάβανο δεν έχει τσέπες... Εκεί στη βεράντα έμεινε ασάλευτη ώς το ηλιοβασίλεμα κι αν κανένας δι­κός της πλησίαζε για να διαπιστώσει αν αναπνέει, εκείνη γρύλιζε νιώθοντας πάνω της τη σκιά του... Έτσι, αποχωρήσανε, ένας με­ τά τον άλλο, όλοι του σογιού κι έμειναν μόνο ο μεγάλος γιος με τη Φιλιππινέζα, που σε μια στιγμή ακούσανε τη γιαγιά να ζητάει σουμάδα.. Της δώσανε πορτοκαλάδα, ήπιε μια γουλιά και γύρισε το κάτασπρο κεφάλι της κατά τη δύση:                                                  

—Βασιλεύει, τι όμορφα που είναι και πώς μυρίζουνε τα λου­λούδια!

Ας μην έβλεπε παρά μόνο μια λαμπερή πάχνη, απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα και νιώθοντας γύρω της το. γιο της, του είπε:

—Εσύ να πας στο διαμέρισμα σου, στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου. Εγώ θα μείνω με το κορίτσι, δεν σε χρειάζομαι...

—Ό,τι πεις μανούλα, υποτάχτηκε και γύρισε επιταχτικά στη Φιλιππινέζα: Αν χρειαστείς τίποτε, το τηλέφωνο μέσα λειτουρ­γεί. .. Φορ εμέρτζενσι, κολ μι ιν τέλεφον, κατάλαβες;

Έσκυψε, έκανε πως έφτιαχνε τα μαξιλάρια και της είπε «να σε βάλω μανούλα στο κρεβάτι», αλλά εκείνη αντέδρασε:

—Όχι, μπορώ να τα καταφέρω με το κορίτσι. Και τώρα, είπα, φύγε.

Ο γιος τη φίλησε, είπε στο κορίτσι να της δίνει τα φάρμακα και κατέβηκε τις σκάλες. Γύρισε στην αυλόπορτα, έγνεψε στη Μα­ρίζα να τον πάρει τηλέφωνο αν χρειαστεί και μπήκε στη Μερσε­ντές, νιώθοντας εντελώς αποξενωμένος από τη μάνα του, που νό­μιζε ότι έδινε όλη την αγάπη της στην κοπέλα που της παραστε­κόταν.

Μόλις απομακρύνθηκε το αυτοκίνητο, η μικροκαμωμένη Φι­λιππινέζα κούρνιασε στην αγκαλιά της. Η γριούλα τη χάιδεψε αδύναμα, στοργικά στο κεφάλι και μετά της είπε:

—Να πας μέσα να κοιμηθείς. Θέλω να μείνω μόνη μου, εδώ. Κατάλαβες;

—Κατάλαβα, γιάγια, είπε υπάκουα, σηκώθηκε, της ταχτοποίη­σε τα μαξιλάρια, μπήκε στο σπίτι αθόρυβα και κάθησε σταυροπόδι, μέσα από την πόρτα, για να την παρακολουθεί. Γρήγορα, όμως, έγειρε στα πλακάκια κι αποκοιμήθηκε κουρασμένη.

Η γριά θαμποκοίταζε τον ευκάλυπτο ίσα μπροστά, πέρα από την αυλόπορτα. Λες κι είχε παρωπίδες, δεν έβλεπε τις γύρω πο­λυκατοικίες, παρά μόνο το ηλιοβασίλεμα, καθώς παιγνίδιζαν οι αχτίνες του ήλιου ανάμεσα στις φυλλωσιές. Οι βιολέτες και τα άλλα λουλούδια μύριζαν δυνατά, αποπνιχτικά, όπως τα πατικωμένα στεφάνια πάνω σ' ένα φέρετρο... Παναγιά μου, λες να μην έχω ξεψυχήσει ακόμη -σκέφτηκε η γριά- αλλά οι γιοι με τις νύ­φες μου να μ' έχουνε κλείσει στο,σφραγισμένο φέρετρο για να σκάσω μια ωρα αρχύτερα; ϋυτυχώς, όχι, γιατί εξακολουθούσε να θαμποβλέπει τιζ αχτίνες που αποδυνάμωναν κι έκαναν τον ευκά­λυπτο να παίρνει τη μορφή της,σιλουέτας στο μισοσκόταδο... Το σκυλί άρχισε να γαβγίζει χαρούμενα πέρα στο χωματόδρομο, σί­γουρα θα υποδεχότανε το γιο της που γύριζε από το παιχνίδι ή τα αγγλικά... Ναι, αυτός ήταν, γιατί ο σκύλος πνιγότανε από ευτυ­χία καθώς σάλταρε πάνω του, για να του πιάσει το κεφάλι και να τον χαϊδέψει. Η γριά κοίταζε την αυλόπορτα κι είδε τη σκιά του σκύλου να χοροπηδάει και τη σκιά του γιου της να τη διαπερνάει χωρίς να την ανοίξει, σαν φάντασμα... Προχώρησε, κάθησε στο πεζούλι των σκαλοπατιών, εκεί μπροστά της και συνέχιζε να παί­ζει με το σκύλο.

—Εσύ είσαι γιε μου; ρώτησε.

Ο νεαρός μόνο τότε κατάλαβε πως στην πολυθρόνα του πατέ­ρα του καθόταν η μάνα του. Παραξενεύτηκε, γιατί ποτέ τέτοια ώρα η γριούλα δεν ξεκουραζόταν, αν και η ξεκούραση ήταν κάτι το άγνωστο γι' αυτήν. Όλη μέρα πάλευε με τις βραγιές της, τα φυτώρια, τα κλαδέματα, το σκάψιμο, το σγάρλισμα, το πότισμα, τα ζωντανά, από την κατσικούλα ώς τα κουνέλια και τις κότες της... Τις άλλες ώρες μαγείρευε, έπλενε, σιδέρωνε, μαντάριζε, :ραβε στη Σίνγκερ με την τεράστια ροδέλα στα πόδια, το πιο χρήσημο έπιπλο της...

—Ναι, εγώ είμαι μανούλα, απάντησε ο γιος της, μαλώνοντας τρυφερά το σκυλί: «Έλα, τέλειωνε κοπρίτη»...

Σηκώθηκε, τινάζοντας τα χώματα από το παντελόνι του, ενώ το σκυλί έκανε πως γάβγιζε κάποιο περαστικό, τεμπέλικα.

Η μάνα του τον καμάρωνε, μέσα στο μισοσκόταδο κι ήθελε να ήταν κι αυτή σκυλί να χαϊδολογηθεί και να παίξει με τη σάρκα από τη σάρκα της, να τον αγκαλιάσει κι εκείνος να σηκώνει από ευτυχία τα χεράκια και τα ποδαράκια του μόλις τον ξεφασκιώνανε, όπως τότε που ήταν ακόμη μωρουδάκι και τον εξουσίαζε από­λυτα... Μετά μεγάλωνε, μεγάλωνε και έπαψε να τον έχει αιχμά­λωτο μέσα στην κούνια και στο κρεβατάκι του, πιλαλούσε με τα παιδιά των γειτονικών χτημάτων, έφευγε για το σχολείο κι άρχι­σε να δυσφορεί για τις χωριάτικες λέξεις που εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί η μάνα του... Δεν μπορούσε ν' απαλλαγεί από αυτές, σαν την ντουλάπα της γιαγιάς της, που την είχε στο δωμάτιο της, γεμάτη στρωσίδια και ρούχα πασπαλισμένα με ναφθαλίνη... «Ρε μάνα, άφησε με να την κάνω βιβλιοθήκη», την παρακαλούσε, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη: «Όσο ζω και υπάρχω, η ντουλάπα θα βρίσκεται σπίτι μου και μόνο όταν πεθάνω μπορείτε να την κάνε­τε και κάσα μου, για να την πάρω μαζί μου»...

—Ο πατέρας δεν γύρισε ακόμη; ρώτησε ο γιος και της αποσυ­ναρμολόγησε τις σκέψεις, την μπέρδεψε.

—Όπου να 'ναι, θα φανεί.. Κουράζεται κι αυτός, για να σε κάνουμε άνθρωπο κι εσένα και τον αδερφό σου     

—Αυτόν τον αγαπάτε πιο πολύ.

—Επειδή τον έχουμε εσωτερικό;

—Επειδή του παίρνετε κοστούμι και παπούτσια κάθε χρόνο, ενώ εμένα μ' αφήνετε με τα παλιά...—Έτσι πρέπει, είπε η γριά. Εκεί συναναστρέφεται γιους γο­νιών της καλής κοινωνίας. Θα ήθελες, ο αδερφός σου, να ντρέπε­ται για την εμφάνιση του;

—Όχι μανούλα, μη με παίρνεις στα σοβαρά, αστεία το είπα...

—Μπράβο γιε μου και να 'χεις την ευχή μου, γιατί εσύ θα μείνεις σ' αυτό εδώ το σπίτι, που είναι σπίτι μας και θα συνεχίσειςί το εμπόριο του πατέρα σου. Ο μικρός προορίζεται για να σπουδάσει στο εξωτερικό. Ο ένας, μεγάλος έμπορας! Ο άλλος, σπου­δαίος επιστήμονας!

Ο γιος είχε πλησιάσει κοντά στη μάνα του, έσκυψε, την αγκά­λιασε, κι εκείνη απλώνοντας τα ρυτιδωμένα της χέρια, άρχισε να τον χαϊδεύει, να τον τραβάει πάνω της, μ' όση δύναμη της είχε απομείνει, να τον φιλάει και να του ψιθυρίζει:

—Αγόρι μου, συχώρεσε με που επιμένουμε να σε κάνουμε έμπορο. Εσένα πρέπει να σπουδάσουμε κι όχι τον μικρό, που θα μας κοροϊδεύει χρόνια πως σπουδάζει στο εξωτερικό... Αγόρι μου, που σ' αγαπώ και θα 'δινα και τη ζωή μου για σένα, θα σου κάνω το πιο μεγάλο κακό στη ζωή σου... Θα επιμένω να πάρεις  για γυναίκα σου αυτό το γειτονικό σαυράκι, που θα μεταμορφω­θεί σε οχιά και θα δηλητηριάσει την υπόλοιπη ζωή σου... Συχώρεσέ με, αγόρι μου, για τη συμφορά που θα φέρω μέσα στο σπίτι μας...

—Έλα μητέρα, τι είναι αυτά που λες; Όλοι σε αγαπάμε και μη βαρυγκομάς και μας ξεσυνερίζεσαι...

Η γριά προσπάθησε ν' ανασηκώσει το κεφάλι κι είπε με ικα­νοποίηση:

—Βαρυγκομάς! Ξεσυνερίζεσαι! Ώστε δεν ντρέπεσαι για τις λέξεις που έμαθα να εκφράζομαι από τη γιαγιά μου... Αρχίζει και πήζει το μυαλό σου...

—Γέρασα μάνα, γέρασα, κι αποζητώ τις ρίζες μου...

—Γέρασες; Ακόμα δεν έβγαλες το γυμνάσιο !

Ο γιος κατάλαβε πως η γριά παραληρούσε, μπέρδευε το πα­ρελθόν με το παρόν... Συνέχισε να της χαϊδεύει το καύκαλο με τα αραιά μαλλιά κι εκείνη το φχαριστιότανε, όπως το σκυλί λίγο πριν... Του κούνησε το χέρι, για να την προσέξει κι η φωνή της βγήκε κουρασμένη κι αδύναμη, καθώς ακουμπούσε, σκυφτή, στα χέρια της Φιλιππινέζας:

—Γιε μου και πρωτοπαίδι μου, σε θερμοπαρακαλώ, να προ­στατεύεις και να μην ξεσυνερίζεσαι τον αδερφό σου τον άμυα­λο... Και να βοηθήσετε οικονομικά αυτό το κορίτσι που στάθηκε κοντά μου πιστό και φρόνιμο... Κι όταν μεγαλώσεις, μην πα­ντρευτείς αυτό το γειτονάκι μας, γιατί θα καταστρέψεις τη ζωή σου... Μαρίζα, πού είσαι Μαρίζα... Αγόρι μου, γιε μου, φεύγω, σφίξτε με πάνω σας, γιατί κρυώνω... Και την ντουλάπα, μην ξε­χνάτε την ντουλάπα με τα απομεινάρια της προίκας μου και τα ρουχαλάκια των παιδιών μου και των εγγονιών μου, που έχω φυ­λάξει στη ναφθαλίνη...

Εκείνο το βράδυ, εκείνη τη στιγμή, η ψυχή της γριούλας πέτα­ξε από το γερασμένο σώμα της, πέρα από το σπίτι της και το χτή­μα, που είχε σε κάθε ρίζα του και σε κάθε σκουριασμένο ντενεκέ της βεράντας, τον κόπο και την αγάπη της... Ο μεγάλος της γιος τη διατήρησε τρεις μέρες στο ψυγείο του νεκροταφείου. Και την τέταρτη, συγκεντρώθηκε η οικογένεια για την κηδεία της! Ήταν μια κηδεία όπως όλες οι άλλες, αλλά με ένα φέρετρο που δεν υπήρχε δείγμα του στο γραφείο τελετών, γιατί είχε φτιαχτεί από την ντουλάπα της γιαγιάς..

ΤΕΛΟΣ


προστέθηκε στις: 06 Νοε 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster