.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΡΑΚΑ (ο αθάνατος) κεφάλαια 1-10



       ανάγνωσμα για σκεπτόμενους κι΄όχι φανατικούς  

 

MARAKA

oAthanat100

1. Να 'ταν τα νιάτα δυο φορές




Η βαρηκοία του είχε αυξηθεί και τα μάτια του έβλεπαν θαμπά ακόμη και το πορτρέτο του με τα περονάτα φρύδια... Καταραμένα γηρατειά... Να τα 'χεις όλα και να μη μπορείς ν' απολαύσεις τίποτα, μουρμούριζε συχνά ο μπάτλερ Οσλάο. Και το αφεντικό του, ο Μέγας Μαρακά, να συμφωνεί... Ναι, καμιά απόλαυση δεν του 'χε απομείνει εκτός από τη δόξα της εξουσίας αλλά κι αυτή κινδύνευε να χαθεί, καθώς μέσα στη ζούγκλα της πολιτικής οσμιζότανε να πλακώνει καταιγίδα -αλλαγή δηλαδή- που θα ταρακουνούσε και τις ρίζες συθέμελα... Τελευταία, ο πρωθυπουργός  Ασντρεάο άστραφτε και βρόνταγε κι ο  πιστός μπάτλερ  Οσλάο φοβόταν ότι ακόμη και το προεδρικό μέγαρο θα 'μπαζε νερά... Αλλά ο πρόεδρος τον παρηγορούσε: Δεν είμαστε κι από ζάχαρη να λιώσουμε...

-Αχ, πρόεδρε, κοροϊδεύετε τον εαυτό σας αν στις αστραπές και στα μπουμπουνητά  του τυφώνα  που έρχεται σαν τσουνάμι να ξεκωλώσει και να καταπιεί τα πάντα, παριστάνετε τον άφοβο. Εγώ τρέμω σαν κλαράκι στον άνεμο της καταιγίδας...

-Τι είπες, ρε! αγρίεψε ο Μαρακά, αλλά το "ρε", που το 'χε για σήμα κατατεθέν της χωριατιάς και της σκληράδας του  τις ημέρες της παντοδυναμίας του, βγήκε βραχνό, ξεθυμασμένο ανάμεσα στις μασέλες του...

Όπως καθόταν γερασμένος, κουρασμένος, βαριεστημένος ο πρόεδρος στο στενό κρεβάτι του εκστρατείας, ο υποταχτικός  τού βγαλε τις παντόφλες από τις λιγνές πατούσες και τον βοήθησε να ξαπλώσει ανάλαφρα. Εκείνος αμέσως έκλεισε τα μάτια, που παλιά συχνά τα ξανάνοιγε, γιατί στο μυαλό του στριφογύριζε μια εντολή που είχε ξεχάσει να δώσει... Πάρε μου τον τάδε, έλεγε, σήκωνε το ακουστικό, δίπλα από το προσκέφαλο, για να ξυπνήσει κάποιον συνεργάτη του, αδιαφορώντας για την ακατάλληλη ώρα... Ε, ρε, τι μέρες, τι μήνες, τι χρόνια ατέλειωτης  παντοδυναμίας και δόξας  ήσαν εκείνα, αναπολούσε ο Οσλάο, που σαν Σάντσο έβλεπε τον Δον Κιχώτη να βυθίζεται στο ροχαλητό των γηρατειών... Αφήνοντας μισάνοιχτη τη πόρτα, έπεφτε κι΄ ο υπηρέτης να κοιμηθεί, ελπίζοντας να ονειρευτεί μαζί με τον αφέντη,τις παλιές ένδοξες ημέρες... Μα ο πιστός μπάτλερ μόλις αποκοιμιότανε, βυθιζότανε σ' εφιάλτες... Να, το πρόσωπο του Μαρακά, που  μεταμορφωνότανε σε γέρικου λιονταριού, που μέσα από τη σπηλιά αφουγκραζότανε το σαματά που γινόταν έξω... Εκεί γυρόφερνε έν' άλλο λιοντάρι, με τη μορφή του Ασντρεάο, πανούργο, φιλόδοξο, πεισματάρικο... Ο λιόντακας από μέσα οσμιζότανε τον αέρα και μάντευε τον κίνδυνο, αλλά καραδοκούσε μια λάθος κίνηση του αντιπάλου του... Το νιόφερτο λιοντάρι  πλησίαζε στην είσοδο της σπηλιάς, έχωνε στο άνοιγμα τη κεφάλα του, έτοιμο ν΄αντιμετωπίσει  αντεπίθεση, αλλά αντίκριζε τη γέρικη  ματιά του ξωφλημένου λιόντακα...

-Ποιος ρε, εγώ;

Έτσι έπρεπε ν' αντιδράσει ο Μέγας Μαρακά, αλλά λες κι΄είχε καταπιεί τη γλώσσα του, δεν τόλμησε την αναμέτρηση μέχρι θανάτου, όπως περίμενε όλη η ζούγκλα. ... Ο γερολιόντακας δεν διακινδύνευε το γόητρο του... Έκανε ένα "γρρρ...", κούνησε απροσδιόριστα τη μαδημένη  ουρά, χωρίς να μπορεί να καταλάβει ο άλλος  αν ήταν πλήρης υποταγή ή για να διώξει τις μύγες... Αποσύρθηκε στο σκοτεινότερο μέρος της σπηλιάς...  Απ' έξω, ο καινούργιος εξουσιαστής της ζούγκλας υποδεχότανε την καταιγίδα με τεντωμένα νύχια, οι συμπαθούντες κανίβαλοι ούρλιαζαν χτυπώντας τα ταμπούρλα από πάθος ευδαιμονίας... Σε λίγο ο γερολιόντακας, με βουβούς τους δικούς του συμπαθούντες φύλαρχους,  θ΄ανέβαινε τη πλαγιά του άγονου βουνού, να  κατοπτεύει, τάχα, από ψηλά...

Ο Οσλάο ταρακουνιότανε στον ύπνο του, πάσχιζε να ξυπνήσει, να γλιτώσει από τον εφιάλτη, αλλά καθώς είχε ξεσπάσει η καταιγίδα, οι καταράκτες του  νερού ξέπλεναν τα πάντα στη ζούγκλα και τη φρεσκάριζαν με καταπράσινο χρώμα... Τι πανηγύρι ήταν εκείνο! Αγρίμια κι αγριμάκια, θερία και ερπετά, σαρκοβόρα και φυτοφάγα, πετούμενα του ουρανού  και πλεούμενα των γλιτσιασμένων νερών, τα πάντα, ουρλιάζανε, κραυγάζανε, μουγκρίζανε, τιτιβίζανε, χοροπηδούσανε, χτυπούσανε τα φτερά τους διθυραμβικά. Ζώα με ανθρώπινη μορφή... Αλλά ανάμεσα στους ανέμελους και αθώους που χαίρονταν την αλλαγή, κάποιοι πονηροί πέφτανε στη μοιρασιά των πόστων και των περασμάτων με τα θηράματα και τις λείες... Ο Οσλάο τους ήξερε αυτούς τους καιροσκόπους και καταφερτζήδες, γιατί και τον γερολιόντακα τέτοιοι τον τριγυρίζανε και κολακεύανε τόσα χρόνια...

Ξύπνα ρε, παρακινούσε τον εαυτό του ο Οσλάο, μα πού να ξυπνήσει.. Θα το 'πινε ως το τέλος το φαρμάκι, καθώς έβλεπε τον καινούργιο αρχιλιόντακα, ευτυχισμένο στο καταπράσινο περιβάλλον του, να καμαρώνει στην πηγή της λίμνης που τα νερά της αντικατοπτρίζανε σαν αφισοκόλληση τη μορφή του σ' ολόκληρη τη ζούγκλα... Ναρκισσευόταν ο καινούργιος εξουσιαστής των πάντων και διάλεγε για συντροφιά του γεροκάπουλες νεαρές λιονταρίνες... Τη δικιά του, σιτεμένη από το χρόνο, τη διατηρούσε προς το παρόν, από λύπησηι...

                                                     * * *

Κάπως έτσι έπρεπε ν' αρχίσω την ιστορία του Μεγάλου Μαρακά, που βρήκε το μάστορα του από  αντίπαλο που διέθετε τα ίδια προσόντα και περισσότερα  ελαττώματα από αυτόν. Γιατί κι οι΄ δυο τους ήσαν κατ' εικόνα και ομοίωση της "ζούγκλας", που όπως είχε πει ένας άλλος αρχιλιόντακας "αν ήξερα τι εστί, θα την είχα κυβερνήσει από λιονταράκι..." Αλλά θα σας τη διηγηθώ  όπως την έγραψα το 1979. Τότε, στενός συνεργάτης του Μαρακά μού είχε πει: Τον συμπονώ και τον λυπάμαι το Μεγάλο, γιατί το παίζει ακόμη δυνατός, αλλά οσμίζεται το επερχόμενο τέλος του... Βέβαια διατηρεί το τουπέ του, αλλά σκιάζεται γιατί καταλαβαίνει πως πίσω από τη γωνία καραδοκεί ο Ασντρεάο με δόντια και με νύχια για να τον κατασπαράξει... Κι εδώ που τα λέμε δεν έχει φροντίσει για διάδοχο του στη συντηρητική παράταξη... Έπρεπε να 'χει γυμνάσει κάποιο λιονταράκι να τον διαδεχτεί και ν' αντιμετωπίσει τον Ασντρεάο και τη φάρα του... Αλλά ο γέρος πιστεύει ότι μετά από αυτόν  το χάος, κι όλο αναστενάζει "αχ και να 'ταν τα νιάτα δυο φορές"...

Πραγματικά, στη μέση της έβδομης δεκαετίας της ζωής του, ο Μαρακά δεν ήταν πιά εκτελεστικός πρωθυπουργός, αλλά διακοσμιτικός πρόεδρος. Ένιωθε να μην έχει δύναμη πια ούτε να βρίσει και να ξεθυμάνει όπως παλιά, τότε που οι γελοιογράφοι τον παρουσιάζανε βάναυσο κι αγροίκο με τους υπουργούς και συνεργάτες του. Από την εποχή της  αυτοεξορίας του, είχε μεταλλαχθεί  στο τύπο του συνετού και ήρεμου ηγέτη. Την τελευταία φορά που είχε υψώσει απειλητικά τη γροθιά σκυλοβρίζοντας ένα νεαρό υφυπουργό του, ένιωσε ξαφνικά το αριστερό του χέρι αδύναμο στην τσέπη του παντελονιού του... Τρεμούλιαζε ανήμπορο εκεί κοντά που άλλοτε ασφυκτιούσε από ορμή το δείγμα της αντροσύνης του.

«Συγνώμη», είχε ψελλίσει ξαφνικά ο Μεγάλος  κι έδειξε στο συνεργάτη του πως η ακρόαση είχε τελειώσει. Εκείνος, νέος και κοτσονάτος, οπισθοχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι ως την πόρτα, που την έκλεισε πίσω του ο Οσλάο. Ο Μαρακά είχε καταρρεύσει στην πολυθρόνα του. Τι μου 'φταιξε ο άνθρωπος, σκεφτότανε... Έπιασε με το γερό χέρι το τρεμουλιάρικο, το 'σφιξε κι υποσχέθηκε πως δε θα δικαιολογούσε στον εαυτό του άλλα τέτοια ξεσπάσματα. Ο μπάτλερ που ακούμπησε το καφεδάκι του, σκέτο χωρίς ζάχαρη, του φάνηκε πως τον κοίταζε με οίκτο. Έτοιμος ήτανε να νευριάσει πάλι, αλλά του δινότανε μια καλή ευκαιρία να εξασκηθεί στη νηφαλιότητα, καθώς ένιωθε μέσα του την οργή στην πηγή της.

Όχι, δε θα την άφηνε να γίνει χείμαρρος , καταρράχτης, όπως συνήθως. Χαμογέλασε ψεύτικα στον υποταχτικό του, του γνεψε πως δεν τον ήθελε άλλο. κι΄εκείνος, φεύγοντας, απορούσε πως τον έδιωξε πριν δοκιμάσει τη πρώτη γουλιά του καφέ του και τον διαβολοστείλει αν δεν του άρεσε...

 Ο Πρόεδρος Μαρακά, από κείνη τη μέρα, δεν είχε ξανανευριάσει. Ούτε όταν άκουγε για κάτι νεαρούς πρωθυπουργούς, σε άλλες χώρες, που παίρνανε τη θέση των γερόντων... Μα μέσα στην ψυχή του τον έτρωγε το σαράκι, πως έφτανε το πλήρωμα του χρόνου ν' αποσυρθεί... Σε λίγους μήνες είχανε εκλογές και όχι πως το Κόμμα του δεν τον ήθελε για υποψήφιο πάλι, αλλά η αντιπολίτευση είχε αρχηγό τον πανούργο δημεγέρτη Ασντρεάο που έταζε λαγούς με πετραχήλια κι είχε ξεσηκώσει τον κοσμάκη... Δεν ανεχότανε αυτός ο παντοδύναμος Μαρακά, ο εμπνευστής της Ενωμένης Νότιας Αμερικής, να χάσει τις εκλογές... Καλύτερα ν' αποσυρότανε και να του  έμενε ο τίτλος του Εθνάρχη... Μετά τόσα χρόνια εξουσίας, αφού είχε καταφέρει να μπάσει τη μικρή του χώρα στην Κοινή Αγορά της Νότιας Αμερικής, τώρα μπορούσε να φορέσει τις παντόφλες του και ν' ασχοληθεί με τ' απομνημονεύματα του.

 Εκείνο το πρωινό, ο Μαρακά είχε ξυπνήσει ευδιάθετος, γιατί στις μεταμεσονύχτιες ειδήσεις είχε ακούσει πως πρόεδρος, σε μια μεγάλη γειτονική χώρα, είχε εκλεγεί πάλι ο τωρινός, ένα ραμολιμέντο. Πετούσε ολόκληρος, καθώς υπαγόρευε το θερμό συγχαρητήριο τηλεγράφημα... Μετά έπεσε στο  κρεβάτι του που ο Οσλάο είχε αντικαταστήσει το παλιό στρπωμα με πουπουλένιο   και πριν τον πάρει ο ύπνος σκεφτότανε πόσο τράτο είχε ακόμη μπροστά του... Μόνο εκείνη η αριστερή πλευρά του κορμιού του, που τον εμπόδιζε ακόμη και να κοιμηθεί προς τα εκεί...

 Ο Οσλάο τού έφερε το πρωινό και τις εφημερίδες και καθώς ο Πρόεδρος μασουλούσε κι έριχνε ματιές στους τίτλους, σταμάτησε σ' ένα: "Δυο Λιμπερτιανοί επιστήμονες ισχυρίζονται πως ανακαλύ-ψανε το ξανάνιωμα του οργανισμού". Έσκυψε στην είδηση με προσοχή κι άρχισε να διαβάζει:

 "Ο βιολόγος Ιζό και ο βοτανολόγος Νταπά ισχυρίζονται πως ανακαλύ-ψανε, μετά μακροχρόνιες έρευνες, την ανανέωση στα κύτταρα και το ' ξανάνιωμα του οργανισμού. Εντός των ημερών θα προβούν σε σχετική επιστημονική ανακοίνωση. Πειραματίστηκαν στον ίδιο τους τον εαυτό και γνωστοί τους βεβαιώνουν ότι οι δυο επιστήμονες ερευνητές, δείχνουν ξανανιωμένοι σε απίστευτο σημείο".

 Ο Μαρακά άρχισε να ψάχνει και στις άλλες εφημερίδες, αλλά κιεκεί βρήκε την είδηση στα ψιλά. Υπήρχε και κάποιο ειρωνικό σχόλιο, πως η περίπτωση θύμιζε εκείνο το "θαυματουργό" νερό που θεράπευε τάχα ακόμη και τον καρκίνο!

 -Οσλάο, φώναξε ο Πρόεδρος, γρήγορα να βρεις στο τηλέφωνο τον καθηγητή Λιμορά. Τσακίσου!

 Κέρδισε στις εκλογές το χούφταλο ο φίλος του και αναθάρρησε ο δικός μου, σκέφτηκε ο μπάτλερ, καθώς βρήκε τον αριθμό και τον σχημάτισε στο τηλέφωνο.

 -Λιμορά, μ' ακούς; φώναξε ο Μαρακά στο μικρόφωνο, μα δεν έβγαζε λέξη από ό,τι σαλιάριζε στ' ακουστικό ο καθηγητής. Έτσι, ο πρόεδρος συλλάβισε μια-μια τις λέξεις: Άκουσε, παλιόφιλε, σου στέλνω αυτοκίνητο να σε φέρει στο προεδρικό μέγαρο. Είναι ανάγκη να σου μιλήσω.

 Μετά, γύρισε στον Οσλάο:

 -Πάρε το μοίραρχο Νασκίμπα και να πάτε να μου τον φέρετε αμέσως, έστω και σηκωτό. Κατάλαβες;

 Τώρα μπλέξαμε, μουρμούριζε ο Οσλάο, καθώς κατέβαινε στο κατάλυμα της προεδρικής φρουράς. Ο Λιμορά, καθηγητής της βιολογίας, αυθεντία στο είδος του, αλλά γεροπαράξενος, θεόκουφος, τρεμουλιάρης και πεισματάρης σαν μουλάρι.

 Όταν ο Πρόεδρος είδε τον Λιμορά στο γραφείο του, κατάλαβε πως θα ήτανε δύσκολο να μπορέσει να πει δυο λογικές κουβέντες με το σωματικό και ψυχικό αυτό ερείπιο. Να όμως που ο καθηγητής γεμάτος μοχθηρία, του είπε τραυλίζοντας:

 -Πρόεδρε, έφαγες τα ψωμιά σου, σαν κι εμένα, αλλά εγωιστής όπως είσαι δεν το βάζεις κάτω...

 Ο Μεγάλος τον αγριοκοίταξε έτοιμος να εκραγεί, αλλά συγκρατήθηκε:

 -Λιμορά, σε φώναξα να μου εξηγήσεις τι ακριβώς πιστεύεις πως ανακάλυψαν οι δυο βιολόγοι. Ή μήπως δεν ξέρεις τίποτα;

 -Ξέρω και παραξέρω, χαχάνισε ο γέρος, που διασκέδαζε στη σκέψη πως ο Πρόεδρος είχε πιστέψει στην ανακάλυψη των γιατρών και τώρα έλπιζε να καρδαμώσει... Ευκαιρία ήτανε να χωρατέψει μαζί του:

 -Κατάλαβα, Πρόεδρε, τι ελπίζεις. Να παρατείνεις την άθλια ζωή σου και σαν βρικόλακας να διαφεντεύεις την Λιμπερτά. Ακόμη και στα μωρά που γεννιούνται τώρα ονειρεύεσαι να είσαι, μετά είκοσι χρόνια, πρόεδρος τους!

 -Λιμορά, σύνελθε. Σου ζήτησα μια απάντηση: Τι πιθανότητες αλήθειας έχει η ανακάλυψη των δυο γιατρών; 

 Ο τρεμουλιάρης άρχισε να γελάει. Ο πρόεδρος νευρίασε. 

 -Λιμορά, πάψε να γελάς κι απάντησε μου!  

 -Συμπάθα με, Πρόεδρε αλλά σκέφτομαι το ξινισμένο μούτρο σου μέσα στο φέρετρο, όταν θα σ' έχουνε τυλίξει με τη σημαία της Λιμπερτά. Θα είσαι ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, όχι γιατί πέθανες, αλλά γιατί έδωσες την ευκαιρία να πάρει άλλος την Εξουσία...  

 -Άφησε τα αυτά. Πες μου για την ανακάλυψη.  

 -Τι να σου πω; Μια ολόκληρη ζωή σου εξηγούσανε οι ειδικοί, αλλά εσύ ο ανειδίκευτος έκανες πάντα του κεφαλιού σου. Ποτέ δεν άκουσες κανένα.  

 -Γι' αυτό κρατάω τόσα χρόνια την εξουσία.  

 -Και θα την κρατούσες στον αιώνα τον άπαντα, αν μπορούσε να πραγματοποιηθεί η ανακάλυψη των δυο τσαρλατάνων.  

 -Γέρο, και στην πολιτική, αυτούς που οραματίζονται, τσαρλατάνους τους αποκαλούν οι αντίπαλοι τους. Μήπως λοιπόν κι εσύ μιλάς έτσι από ζήλεια;  

 Ο γέρος ταρακουνήθηκε οργισμένος, προσπάθησε να σηκωθεί και να περιλούσει τους δυο γιατρούς με βρισιές, αλλά στάθηκε αδύνατο. Ξέσπασε με κάτι γρυλλισμούς και αρκέστηκε στο ζεστό που τον βοήθησε ο μπάτλερ να πιει...  

 Ο Μαρακά επέμενε, γλυκαίνοντας τη φωνή του:  

 -Σε παρακαλώ, παλιόφιλε, πες μου, είναι εντελώς απίθανη μια τέτοια ανακάλυψη;    Ο καθηγητής περιεργάστηκε το γερασμένο πρόσωπο του Προέδρου, που στην έκφραση του έκρυβε την ξαφνική ελπίδα. Τον λυπήθηκε: 

  -Άκουσε, φίλε μου. Τίποτα δεν είναι απίθανο... Αν βρεθεί τρόπος ανανέωσης των κυττάρων, φυσικά ο οργανισμός θα ξανανιώσει... Και ξέρεις κάτι; Το ένα από τα γιατρουδάκια ήταν μαθητής μου... Μελετηρός, σχολαστικός ερευνητής...  

 Ο Πρόεδρος έπιασε τη ράχη της πολυθρόνας του καθηγητή, έσκυψε και η φωνή του έσταζε μέλι:  

 -Λιμορά, τώρα λογικεύτηκες. Ίσως να σκέφτηκες κι εσύ, αυτό που τριβελίζει το μυαλό μου από τη στιγμή που διάβασα την είδηση... Ότι μπορεί, ίσως, να φρεσκάρουμε το ετοιμόρροπο κορμί μας και να παρατείνουμε την προσφορά μας εγώ στην πολιτική, εσύ  στην επιστήμη.

 Ο καθηγητής ήθελε να στραυροκοπηθεί, αλλά δεν τον βοηθούσε το τρεμουλιάρικο, ακυβέρνητο χέρι του. Κοίταξε τον Πρόεδρο, καθώς είχε σκύψει πάνω του:  

 -Μα δε βαρέθηκες τόσα χρόνια; Θέλεις ακόμη να είσαι βασιλιάς της ζούγκλας και να μη δώσεις την ευκαιρία και σε άλλους να κυβερνήσουν; Τόσο πολύ σε έχει μαγέψει η εξουσία;  

  Ο Μαρακά έσκυψε ακόμη πιο κοντά του. Οι ανάσες των δυο γερόντων σμίξανε: 

    -Λιμορά, δεν πρόλαβα να τελειώσω το έργο μου. Έχασα είκοσι χρόνια, στην αρχή της καριέρας μου και στο αποκορύφωμα της πείρας μου... Όσο καιρό είχα την εξουσία δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω όλα τα οράματα μου, γιατί πραγματικά βρισκόμουνα σε μια ζούγκλα... Διαρκώς ένιωθα στριμωγμένος όχι μόνο από τους αντιπάλους μου, αλλά κι από τους προστάτες μου, αυτούς που με είχανε ανεβάσει στην εξουσία... Τα ξέρεις...  

  Ο καθηγητής έκανε μια γκριμάτσα, είπε στον Οσλάο "θέλω να κατουρήσω" κι αυτός τον βοήθησε να σηκωθεί. Τον συνόδεψε ως το μπάνιο κι από κοντά ο Πρόεδρος:  

 -Αν λοιπόν, παλιόφιλε, ανακαλύφθηκε το ελιξίριο του ξανανιώματος, σώθηκε ο τόπος. Θα ριχτώ πάλι με καινούργιες δυνάμεις και θα οδηγήσω τη Χώρα στα πεπρωμένα της... Γι' αυτό, γέρο μου, σου κάνω μια πρόταση... Όχι δικιά μου... Το απαιτεί η ιστορία αυτής της χώρας, το κύρος του επιστημονικού μας κόσμου. Θα πας να βρεις τους δυο γιατρούς και, όταν επιστρέψω μετά δύο βδομάδες από το εξωτερικό, θέλω να μου έχεις μια έκθεση για την ανακάλυψη τους.  

 -Κατάλαβα. Ελπίζεις να ξανανιώσεις, σαλιάριζε το χούφταλο καθώς ο Οσλάο του κούμπωνε το παντελόνι.  

 Ο Πρόεδρος φώναξε τον Νασκίμα και του 'δειξε το γέρο: 

  -Μοίραρχε, θα συνοδέψεις τον κύριο καθηγητή σε αποστολή υψίστης εθνικής σημασίας...  

 Αραγε ποια είναι η ύψιστη εθνική αποστολή, σκέφτηκε ο Οσλάο. Να φέρουνε το φάρμακο στο Μεγάλο, να ξανανιώσει, να καρδαμώσει και να διαφεντέψει μερικές ακόμη δεκαετίες τη Λιμπερτά, δημιουργώντας, απόγνωση στους Δελφίνους αλλά και στον Ασντρεάο, το φιλόδοξο αρχηγό της αντιπολίτευσης που ξέρει πως, όσο πολιτεύεται ο Μαρακά, δεν έχει ελπίδες να κερδίσει τις εκλογές.    Ε,λοιπόν, ή το αφεντικό ζουρλάθηκε ή βλέπω όνειρο, μουρμούριζε ο Οσλάο στο ξύπνιο του ή στον ύπνο του - αυτό δεν το 'ξερε ακόμα... Καθώς ετοίμαζε τα κοστούμια και τις βαλίτσες του Προέδρου, που θα ταξίδευε την άλλη μέρα για το εξωτερικό, σκεφτότανε πως τότε το θαυματουργό νερό είχε δώσει την ψευδαίσθηση στον κοσμάκη πως γιάτρευε τα πάντα... Μα αυτή τη φορά, με το ελιξίριο, ήτανε αλλιώς. Κοτζάμ Πρόεδρος της Δημοκρατίας πιανότανε από την ελπίδα πως μπορούσε να ξαναχλιμιντρίσει σαν πουλαράκι και να ριχτεί στην κούρσα των εκλογών... Μόλις έβαλε στη μεγάλη όρθια βαλίτσα και το φράκο του Προέδρου, ο Οσλάο έξυσε την κεφάλα του κι αναλογίστηκε: Ρε για στάσου... Πες πως οι δυο γιατροί έχουνε ανακαλύψει την ανανέωση των κυττάρων, μπαίνουνε οι γέροι στη σειρά και με μιας καταργείται το "δυο πόρτες έχει η ζωή". Τι θα γίνει τότε; Θα στριμωχτούνε όλοι στο δωμάτιο, ο ένας πάνω στον άλλονε και θα πάθουνε ασφυξία... 

 -Τι μουρμουρίζεις ρε; 

  Η αγριοφωνάρα του Μεγάλου επανέφερε τον μπάτλερ στα συγκαλά του, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει αν όλα αυτά τα παράξενα διαδραματιζόμενα συμβαίνανε στον ύπνο του ή στο ξύπνιο του...

2. Νεανικές ορέξεις για 75χρονο

 Το ξανάνιωμα των κυττάρων δεν έγινε θέμα στις εφημερίδες, γιατί κορυφές του oAthanat100ιατρικού κόσμου το χλεύασαν. Κανένας ρεπόρτερ δεν ασχολήθηκε μ' αυτό, όπως με το "θαυματουργό" νερό που είχε αναστατώσει κάποτε τον κοσμάκη... Αλλά κι ο Μαρακά κόντευε να ξεχάσει την αποστολή του Νασκίμπα, καθώς έπρεπε ν' ακολουθεί αυστηρά το πρωτόκολλο, προσκαλεσμένος σε γειτονική χώρα. Ο Οσλάο ξυπνούσε πρώτος και κοιμότανε τελευταίος, με το ξυπνητήρι δίπλα του και κρεμασμένο ατσάκιστο το επίσημο ένδυμα ή το κοστούμι επίσκεψης του Προέδρου. Το ντύσιμο του Μεγάλου ήτανε πάντοτε αυστηρό κι απέριττο, αλλά ο μπάτλερ του έπρεπε να φροντίζει σχολαστικά για τα ανάλογα συμπληρώματα, όπως τα παπούτσια, τις κάλτσες, το πουκάμισο, τη γραβάτα, τα μανικετό-κουμπα. Ο Μαρακά ήτανε τζόρας σ' αυτά και δεν ήθελε τίποτα φανταχτερό που να εκθέτει τη σοβαρότητα του... Ο Οσλάο τα είχε μάθε πια απ' έξω κι ανακατωτά και τον φρόντιζε να παρουσιάζεται στις δημόσιες εμφανίσεις του φιγουρίνι...

 Καμιά φορά, ο Οσλάο κοίταζε τις φωτογραφίες στο οικογενειακό άλμπουμ του Προέδρου -που είχαν επιλεγεί από τον ίδιο για το Ίδρυμα Μαρακά- και διαπίστωνε πόσο επιμελημένο ήταν το ντύσιμο του από μαθητής κι αργότερα φοιτητής. Ο ίδιος καυχιότανε πως, αν και είχε φορέσει μεταποιημένα ρούχα του πατέρα του και ντρίλινα κοστούμια, εν τούτοις είχε τέτοιο παράστημα και αέρα που έμοιαζε γιος ευπατρίδη... Αυτά σκεφτότανε ο Οσλάο, καθώς τακτοποιούσε το επίσημο ένδυμα του Προέδρου, για την αυριανή επίσκεψη του στο προεδρικό μέγαρο της γειτονικής χώρας και μετά, αφού έριξε μια ματιά κι είδε τον αφεντικό του να κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα που έμοιαζε με σάλα, γύρισε στη δική του. Κρατούσε ένα βιβλίο με τίτλο "Το μέλλον της Ανθρωπότητας εφιάλτης". Ξάπλωσε κι άρχισε να διαβάζει, αλλά ο νους του όλο γύριζε στη Λιμπερ-τά, όπου ο Νασκίμπα με τον καθηγητή Λιμορά θα ψάχνανε ναβρούνε τους δυο γιατρούς... Για σκέψου το φάρμακο να είναι τόσο αποτελεσματικό όσο ισχυρίζονται ο βιολόγος με τον βοτανολόγο... Συνέχιζε να διαβάζει, από τις σελίδες για τον εφιάλτη του μέλλοντος, αλλά ο νους του ξαναγύριζε στητ ανανέωση των κυττάρων, στο ξανάνιωμα του ανθρώπου... Ένιωθε όμως κουρασμένος από το ταξίδι, την άφιξη, τη φροντίδα του για τον Πρόεδρο... Έπρεπε να κοιμηθεί γιατί αύριο ξημέρωνε μια επίσημη ημέρα για τον αφεντικό του και ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται κι αυτός, με το αμπιγέ κοστούμι του, ανάμεσα στους υπασπιστές του Μεγάλου, με τα φάρμακα στην τσέπη και το νου του στο ρολόι για τις δόσεις...

Αν οι συγκεντρώσεις του κοσμάκη έχουνε πολύ βαβούρα, οι δεξιώσεις των υψηλών προσώπων έχουνε απαλό θρόισμα από τις μακριές τουαλέτες των κυριών που μόλις αγγίζουνε τα παχιά χαλιά των σαλονιών... Ο Οσλάο έχασκε από μια γωνιά, χωρίς να χάνει από τα μάτια του τον Πρόεδρο, τον πλούτο, τη δόξα και την ομορφιά αυτής της λαμπρής δεξίωσης, κάτω από πολυελαίους και τις αυστηρές ματιές προσωπογραφιών πολιτικών και στρατηγών που στολίζανε την αίθουσα. Είχανε τελειώσει οι λόγοι και οι προπόσεις και ο Πρόεδρος της χώρας παρουσίαζε στον ομόλογο του της Λιμπερτά επιλεγμένες προσωπικότητες. Μερικές κυρίες με τα αστραφτερά στολίδια τους, παρά το αυστηρό πρωτόκολλο, είχανε πλησιάσει για να θαυμάσουν από κοντά τον πιο αρσενικό και κομψό πολιτικό της Νότιας Αμερικής, τον λατρεμένο από τις γυναίκες της χώρας του. Τον πλησίασε δειλά κι ο πρεσβευτής της Λιμπερτά κι έσκυψε στ' αυτί του:

 -Κύριε Πρόεδρε, κάποιος μοίραρχος Νασκίμπα έχει σπάσει τα τηλέφωνα στην Πρεσβεία. Επιμένει να σας μιλήσει για επείγουσα υπόθεση που του έχετε αναθέσει... 

  -Να με πάρει αργότερα στο ξενοδοχείο, είπε ο Μαρακά.

 Όταν ο μοίραρχος συνδέθηκε με τον Πρόεδρο, το ένα του χέρι κρατούσε το τηλέφωνο και το άλλο βρισκότανε σε στάση προσοχής. Άρχισε να δίνει βιαστικά την αναφορά του:

 -Κύριε Πρόεδρε, τα σέβη μου. Σας αναφέρω ότι από διημέρου γίνονται παράξενα γεγονότα με τον κύριο καθηγητή. Ξαφνικά ξανάνιωσε τόσο πολύ, που από χούφταλο που μου τον παραδώσατε -με συγχωρείτε για την έκφραση μου- έγινε τόσο ρωμαλέος, που πρέπει να προστατεύω τις γυναίκες από την επιθετικότητα του... 

 -Γίνε πιο σαφής.

-Κύριε Πρόεδρε, κάτι παράξενο και πρωτοφανές συμβαίνει. Φαίνεται ότι οι γιατροί με τους οποίους ήρθε σε επαφή του δώσανε κάποιο φάρμακο και ξανάνιωσε... 

 -Μιλάς σοβαρά; 

  -Στη στρατιωτική μου τιμή.

 -Πού είναι ο καθηγητής τώρα;

 -Νομίζω σε κάποια... ντίσκο!

 -Άκουσε, Νασκίμπα, αύριο επιστρέφω. Μόλις φτάσω, να έχεις τον Λιμορά στο γραφείο μου.

 Ο Πρόεδρος ακούμπησε το ακουστικό. Δίπλα του βρισκόταν ο Οσλάο, σαν σκιά του. Καταγότανε από τους Ίνκα και τον είχε ανακαλύψει μάγειρα σε κάποιο πανδοχείο. Κι επειδή το φαγητό του δεν τον πείραξε κι είχε κοιμηθεί σαν πουλάκι, τον πήρε για προσωπικό του μάγειρο. Από τότε δεν τον αποχωριζότανε ποτέ. Τώρα, αφού είχε ακούσει τα καθέκαστα, περίμενε βέβαιος ότι ο Πρόεδρος θα του ζητούσε τη γνώμη του.

 Καθώς το μεγάλο αφεντικό στύλωσε το βλέμμα πάνω του, ο υπο-ταχτικός κατάλαβε πως έφτασε η στιγμή που ο "ξεροκέφαλος" θα τον ξεψάχνιζε για την περίπτωση των γιατρών. Σίγουρα θα ήθελε να μάθει τι ήξερε για την υπόθεση του ξανανιώματος. Έχοντας χάσει κάθε επαφή με το λαό, ο Μαρακά έβρισκε βολικό να έρχεται σε διάλογο με έναν εκπρόσωπο του, τον υπηρέτη του...

 -Εδώ είσαι εσύ;

 -Πού ναι είμαι, κύριε Πρόεδρε;

 -Για μείνε λίγο να τα πούμε... Δε μου λες, Ίνκα, τι έχεις ακούσει στη Λιμπερτά για το φάρμακο που ξανανιώνει;

 -Κάτι είχανε γράψει πριν λίγο καιρό οι εφημερίδες, αλλά φαίνεται πως ήτανε σαν το νερό... Τσαρλατανισμοί...

 -Κι όμως, κάποτε υποστήριξες πως στο χωριό σου, στα βουνά, υπήρχανε γέροι πάνω από εκατό χρονών, εύρωστοι μάλιστα. Έλεγες για κάτι βότανα...

 -Βότανα ξεβότανα, κύριε Πρόεδρε, όταν γεράσει ο άνθρωπος πάει καλιά του. Πες πως γίνεται το θαύμα και παρατείνεται η ζωή η δικιά μου λόγου χάρη. Τι να την κάνω όμως με είκοσι πίεση, χωρίς μαλλιά, με μασέλες κι αρθριτικά...

 -Σκασμός βλάκα. Πήγαινε για ύπνο.

Στην επιστροφή, μέσα στο προεδρικό αεροπλάνο, ο Μαρακά, κρατούσε στα γόνατα του το γράμμα «Άλφα» της εγκυκλοπαίδειας που υπήρχε στο τεράστιο τζετ. Με το ένα χέρι την ξεφύλλιζε, το άλ-Ιλο το είχε στο στόμα του και βύζαινε το μικροδάχτυλο. Του είχε Ι σπάσει βαθιά το μακρύ νύχι, που το διατηρούσε χρόνια. «Με το σά-Ιλιο χωνεύεις — με το σάλιο γειαίνεις» έλεγε η συχωρεμένη μάνα Ι του, τότε που ήτανε παιδάκι στο χωριό. Καθώς έψαχνε να βρει τη Ι λέξη Αθανασία σκεφτότανε πόσους μήνες θα χρειαζότανε να ξανα-I μεγαλώσει το νύχι του... Οπωσδήποτε θα ξαναγινόταν, όπως τα μαλλιά και τα γένια... Γιατί να μην ανανεώνονται με την ίδια δύνα-|μη και τα κύτταρα... Διάβασε:

Αθανασία - βοτανική. Αθανασία ψυχής. Αθάνατοι οργανισμοί— βιολογία, Έσκυψε με προσοχή στο κείμενο:

«Αποκλήθηκαν υπό των βιολόγων (Χάρτμαν - Θεωρία της δυνα­μικής αθανασίας κ,λπ.) αθάνατοι διάφοροι μονοκύτταροι οργα­νισμοί, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται δια διχοτομήσεως...».

Το λαμπάκι του ραδιοτηλεφώνου αναβόσβηνε δίπλα του, και σή­κωσε το ακουστικό. Τον καλούσε από την Λιμπερτά, ο Νασκίμπα Ι που, μόλις τον συνδέσανε, του ανάγγειλε έντρομος πως ο καθηγη-| τής είχε εξαφανιστεί:

—Έγινε άφαντος με τη βαλίτσα του από το ξενοδοχείο κι όπως Ι μου είπανε, κατέβηκε χοροπηδώντας τις σκάλες σαν παιδί! Περίερ-|γα πράγματα, κύριε Πρόεδρε.

—Τι αρλούμπες λες, μοίραρχε; Βάλθηκες να με τρελάνεις; Μίλη-|σε καθαρά!

—Μου αναθέσατε να συνοδεύσω ένα γεροντάκι, που το βοηθού-I σα ν' ανέβει τις σκάλες του αεροπλάνου και τώρα πετάει σαν αερο­πλάνο! Μέχρι σαμπάνιες άνοιγε στη ντίσκο και χόρευε σαν τον |τραβόλτα...

—Αν υπερβάλλεις αλίμονο σου. Ακούς; —Διατάξτε.

—Διατάζω. Να πας αμέσως στην τοπική διοίκηση Ασφαλείας και χωρίς να σας πάρουν μυρωδιά οι δημοσιογράφοι, να βρείτε τον Ι καθηγητή και τους δυο γιατρούς. Και σου το ξανατονίζω, τσιμου- [ διά πουθενά!

Βρόντηξε το ακουστικό ο Πρόεδρος κι έγνεψε στον Οσλάο, που | καθότανε στην πόρτα της καμπίνας, να μην τον ενοχλήσουνε.

Σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη... Έφτιαξε το γιλέκο του... Δεν του άρεσε η γερασμένη, κουρασμένη φάτσα του... Οπισθοχώρησε κι άρχισε να καμαρώνει την περίφημη κορμοστασιά· του... Γύρισε, κάπως ευχαριστημένος στη πολυθρόνα του κι έγειρε πάνω της. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να θυμάται τότε, που έσκιζε όχι μόνο η κορμοστασιά του, αλλά και η νιότη του... Νέος, κοτσονάτος,   μπαινόβγαινε στο πολιτικό γραφείο του Κόμματος του Λαού. Βουλευτάκος μιας ορεινής περιοχής που ποτέ δεν είχε δώσει στη χώρα πρόεδρο ή δικτάτορα. Όταν είχε πρωτοεκλεγεί  ονειρευότανε να σκαρφαλώσει μια μέρα ψηλά: υπουργός, πρόεδρος! Κοιτάζοντας τον εαυτό του στον τεράστιο καθρέφτη της αίθουσας αναμονής, ένιωθε υπερήφανος για το αγέρωχο ύφος του, την ευθυτενή κορμοστασιά του. Όσοι υπήρχανε στην αίθουσα ήταν παλιές καραβάνες που περιμένανε τη σειρά τους για ακρόαση. Μιλούσανε και καπνίζανε. Ρουφούσανε τα καφαδάκια και τα αναψυκτικά που κερνούσε το γκουβέρνο. Εκείνος, όμως, μέσα στο καλοραμμένο κοστούμι του, σουλατσάριζε κατάμονος, αγέρωχα,  κι έπιανε πίσω του τα ζηλόφθονα βλέμματα για την κορμοστασιά του.

Ο ναρκισευόμενος Μαρακά βρισκόταν ακόμη στο κόσμο του, όταν ξαφνικά άκουσε έναν ψίθυρο στην αίθουσα. Γύρισε κι είδε όλους να σηκώνονται, καθώς στην είσοδο είχε εμφανιστεί με την ακολουθία της η κυρία Προέδρου... Η νταρντανογυναίκα βάδιζε αγέρωχα, φτιασιδωμένη και μασκαρεμένη με ταφτάδες, καπελαδούρα κι ομπρελίνο, ενώ το φασαμέν της κρεμότανε στο πελώριο, σαν μπαλκόνι, στήθος της... Μισοχαμογελούσε σε γνωστές κι άγνωστες φάτσες που της κάνανε τεμενάδες. Πολιτευτές, αξιωματούχοι, τραπεζίτες, βιομήχανοι, καιροσκόποι, καταφερτζήδες... Κι εκείνη, έτσι στα πεταχτά, καθώς τα φουστάνια της φουρφουρίζανε ως το πάτωμα, ανταπόδινε χαιρετισμούς, ανεπαίσθητα με τις άκρες των ψεύτικων βλεφαρίδων της. Μα ξαφνικά, πίσω από τα ματοτσίνορα, η μεσόκοπη νταρντανοπροβατίνα, "έκοψε" το βαρβάτο  κριαράκι ανάμεσα στο κοπάδι. Ο Μαρακά  υποκλήθηκε όχι πιο βαθιά από τους κόλακες κι ούτε πιο ψηλά από τους χωροφύλακες που στέκονταν κλαρίνο. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά του και φέρνοντας το φασαμέν στο πουντραρισμένο πρόσωπο της, τον ρώτησε:

 -Εσείς ποιος είστε, νεαρέ μου;

-Βουλευτής Μαρακά από την ορεινή περιοχή.

-Εγχώριο κοστούμι αλλά ραμμένο με παρισινά  πρότυπα, σχολίασε η κυρία Προέδρου και απήλθε στο γραφείο του συζύγου της.

 Η ατμόσφαιρα ξαναβρήκε τη γαλήνη της. Κάποιος, με πεσμένα, κιτρινισμένα από τον καπνό μουστάκια, σχολίασε χαμηλόφωνα:

 -Κάποτε ήτανε η ομορφότερη της χώρας... Πόσο αλύπητος είναι ο χρόνος ακόμη και στα εκλεκτότερα προϊόντα της φύσης...

 Ο Μαρακά έριξε μια ματιά στον πελώριο καθρέφτη, τέντωσε το γιλέκο του, έφτιαξε το μαντηλάκι στο τσεπάκι και έστρεψε την προσοχή του προς την τεράστια πόρτα του προεδρικού γραφείου, όπου ο διευθυντής των Δημοσίων Σχέσεων ξεπροβόδιζε έναν αξιωματούχο. Επιστρέφοντας, ρώτησε μεγαλόφωνα:

 -Ποιος είναι ο βουλευτής κύριος Μαρακά; Να περάσει.

 Ευθυτενής, αγέρωχος, ο νεαρός κομψευόμενος προχώρησε προς το πεπρωμένο του. Στον προσεχή ανασχηματισμό έγινε υφυπουργός μετά υπουργός. Κι αργότερα έφτασε Πρόεδρος! Και τώρα τον αποκαλούν Εθνάρχη!

 Κάποιος τον άγγιξε διακριτικά στον ώμο, ξύπνησε.

 -Κύριε Πρόεδρε, προσδεθείτε. Ο Μαρακά κάθε φορά που λαγοκοιμότανε στο αεροπλάνο, ξύπναγε με χαμένη την αίσθηση του χρόνου... Έτσι και τώρα, για μια στιγμή νόμισε πως βρισκότανε στο σκάφος που τον πήγαινε, με ψεύτικο όνομα, μακριά από τη Λιμπερτά... Είχε παρατήσει το Κόμμα του που είχε χάσει τις εκλογές... Είχε μισήσει αυτόν το λαό, που μια σε ανέβαζε στη κορυφή και μια σε γκρεμοτσάκιζε στο βάραθρο... Μα όχι, δεν ήταν εκείνο το ταξίδι της φυγής, που του είχε αποδείξει ότι ουδέν κακόν αμιγές καλού... Ήταν μια πτήση με το προεδρικό αεροπλάνο... Ήταν ακόμη μια πτήση επιστροφής στην πατρίδα, μετά από επίσκεψη σε φιλική χώρα με όλες τις τιμές.

 Ο Οσλάο τον βοήθησε να φτιάξει τη ζώνη ασφαλείας και του χαμογέλασε δίπλα του. Ήταν ένα χαμόγελο σεβασμού κι αγάπης του ασήμαντου που ζούσε τόσα χρόνια στον ίσκιο του Μεγάλου...

3. Η ελπίδα και το θαύμα  

oAthanat100 Ο μπάτλερ ακούμπησε με προσοχή τον καφέ στο γραφείο του Προέδρου. Περίμενε, όπως πάντα, να δοκιμάσει την πρώτη ρουφηξιά και να του γνέψει, σαν ανταμοιβή, πως τον πέτυχε. Εκείνος όμως, τον διέταξε:

  -Ίνκα. Βρες μου ένα τσιγάρο!

 Ο άλλος εξεπλάγη, γιατί χρόνια το αφεντικό του είχε κόψει το κάπνισμα.

 Ο Προεορος ξαναπε:

 -Φέρε μου ένα από τα δικά σου, από αυτά που καπνίζεις κρυφά στην κουζίνα.

 Ο Μαρακά άρχισε ν' απολαμβάνει με ελαφρές ρουφηξιές τον καπνό, που έβγαινε από τα ρουθούνια του. Κάτι έχει πάλι το αφεντικό, σκέφτηκε ο υπηρέτης κι ο νους του πήγε στον τρίτο στη σειρά γενικό διευθυντή τηλεόρασης, που είχε αποτύχει κι αυτός, σε σημείο που, όπως γράψανε οι εφημερίδες, ο κόσμος δεν έμενε πια σπίτι του, αλλά πήγαινε σινεμά. Ήθελε να τον ρωτήσει γιατί χρησιμοποιεί πάντοτε σε κρατικές θέσεις-κλειδιά κουρασμένους απόμαχους ή ακατάλληλους, αλλά δεν τόλμησε και ρώτησε: "Είσαστε στενοχωρημένος, κύριε Πρόεδρε";

 Το αφεντικό της χώρας τον κοίταζε αφηρημένα. Σκεφτότανε πως δεν είχε κάποιο δικό του να του εμπιστευθεί το μαράζι του γιατί γέρασε και την ελπίδα του στην ανακάλυψη. Είχε βέβαια μια αδελφή, πολύ μικρότερη του, που την ένιωθε σαν κόρη του. Την είχε αναστήσει, σπουδάσει, παντρέψει, και τα παιδιά της τα θεωρούσε σαν παιδιά του· εγγόνια του. Τον άντρα της τον είχε κάνει υπουργό σε μικρό πόστο, γιατί για μεγαλύτερα πράγματα δεν άξιζε... Όπου έχωνε την ουρά του τα ανακάτευε και τα μπέρδευε και τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Αν η ανακάλυψη ήταν όπως του τα παράστησαν στο τηλέφωνο.... Θα έμενε ακόμη στην Προεδρία! Θα χαιρότανε και η αδελφή του, που ο άντρας της θα έπαιρνε παράταση στο δημόσιο βίο.

 Ο Ίνκα στεκότανε μπροστά του, σαν να περίμενε απάντηση.

 -Τι με ρώτησες;

-Έχετε τίποτα, κύριε Πρόεδρε; 

 -Ναι, φίλε μου. Εδώ και λίγες ημέρες έχω συνταραχτεί με το θέμα του ξανανιώματος. Δε μου κολλάει ύπνος... Για σκέψου, εκεί που ετοίμαζες τις παντόφλες μου για να γίνω συνταξιούχος, ξαφνικά μια ηλιαχτίδα στο σκοτάδι. Εκεί που σαν γεράκια οι δελφίνοι ετοιμάζονται να αλληλοσπαραχτούνε για τη θέση του αετού, αυτός βγάζει ατσάλινα νύχια, κοφτερό ράμφος, ανανεωμένες τεράστιες φτερούγες και αποχτάει βλέμμα που τους καίει την καρδιά σαν φωτιά. Πίσω ψοφίμια και σας κατασπάραξα! Πίσω!

 Ο Πρόεδρος Μαρακά είχε πεταχτεί όρθιος μ' απλωμένα τα χέρια του σαν φτερούγες. Βρισκόταν εκτός εαυτού:

 -Δεν έχεις να πεις τίποτα, Ίνκα, εσύ που ξέρεις από ψηλά απάτητα βουνά;

 -Τι να ξέρω εγώ, κύριε Πρόεδρε...

 -Κι όμως να πολιτεύεσαι και να κάνεις ρουσφετάκια ξέρεις καλά. Λέγε λοιπόν ποια είναι η γνώμη σου για το ξανάνιωμα. Αντιπροσωπεύεις για μένα την κοινή γνώμη. Πες μου λοιπόν, αν γινόμουνα πάλι νέος, ο λαός θα με ψήφιζε και θα με ξαναψήφιζε ή θα με βαριότανε κάποτε;

 -Ίσως, κύριε Πρόεδρε.

 -Δηλαδή θα με βαριότανε;

 -Ε, όχι... θα σας ψήφιζε... -Στον αιώνα τον άπαντα;

 -Εξαρτάται από τα εκλογικά συστήματα και τα πολιτικά κόλπα που θα σοφιζόσαστε, κύριε...

 -Δηλαδή με κόλπα βγαίνω τόσα χρόνια;

 -Εσείς γνωρίζετε. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι να σας στρώνω το κρεβάτι και να σας μαγειρεύω...

 -Ε λοιπόν, όπως φαίνεται, ανάθρεφα τόσα χρόνια ένα Βρούτο!

 -Μα, κύριε Πρόεδρε, δεν ήθελα να σας θίξω...

 -Σκασμός! Πήγαινε να μου φέρεις να ντυθώ. Κι άκουσε, αν ποτέ γίνω Πρόεδρος της Νότιας Αμερικής, θα σε συνταξιοδοτήσω, άχρηστο πλάσμα...

 Ο μπάτλερ χωρίς να σκιαχτεί, γιατί είχε συνηθίσει τόσα χρόνια τώρα ν' ακούει τα σχολιανά του, τράβηξε κατά την κρεβατοκάμαρα.

Κοντοστάθηκε στη μεσόπορτα, αλλά ο Πρόεδρος τον σταμάτησε καθώς άνοιγε το στόμα του:

 -Περιττό να ρωτήσεις. Να φέρεις το γκρίζο κοστούμι, με μπλε γραβάτα.

  -Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.

Το γλυκοχάραμα έμπαινε από τα παράθυρα κι ο θόρυβος άρχιζε να δυναμώνει. Η πόλη ξυπνούσε. Οι μεροκαματιάρηδες ξεκινούσαν για τα εργοστάσια και τις οικοδομές, οι καταστηματάρχες και οι υπάλληλοι πίνανε ακόμη το πρωινό τους. Η πόλη σε λίγο θα πλημμύριζε μερμηγκιές ανθρώπους... Αλήθεια, αν οι άνθρωποι παύανε να πεθαίνουν, πώς θα χωρούσανε κάποτε στη γη, σκέφτηκε ο Πρόεδρος...  

 Ο Μαρακά μισάνοιξε τη τζαμαρία, έκανε να βγει στη βεράντα, ξεχώρισε στο δρόμο τους μυστικούς αστυνομικούς να λαγοκοι-μούνται στ' αυτοκίνητα και σκύβοντας, είδε κάτω στο γκαζόν, άλλους να περιπολούν. Ο Πρόεδρος οπισθοχώρησε, τράβηξε την κουρτίνα. Σκέφτηκε ξαφνικά πως θα ήτανε κρίμα να τον χτυπήσει κανένας αθέατος σκοπευτής, τώρα που ίσως παρατεινότανε η ζωή του και θα είχε ελπίδες ακόμη και για Πρόεδρος της Ενωμένης Νότιας Αμερικής...

 Στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας της μικρής επαρχιακής πόλης, ο μοίραρχος Νασκίμπα έπινε τον τρίτο καφέ, όταν μπήκε ο τοπικός διοικητής. Αν και κουρασμένος, έλαμπε το πρόσωπο του: 

 -Βρήκαμε τον καθηγητή. Οι πληροφορίες ήταν σωστές και τον ανακαλύψαμε με την καμπαρετζού σ' ένα ξενοδοχείο. Τον έχω δίπλα.

 Έγνεψε να τον φέρουνε. Στη μεσόπορτα φάνηκε ένας χωροφύλακας, με τον καθηγητή αμήχανο.

 -Μα τι γίνεται, κύριε καθηγητά; Σας ζητάει κατεπειγόντως ο Πρόεδρος. Να σας συνδέσουμε.

 Ο καθηγητής, σφριγηλός και αποφασιστικός άπλωσε το χέρι:

 -Δώστε τον μου, να τελειώνουμε.

 Ο Νασκίμπα έσκυψε στο αυτί του διοικητή. Εκείνος έγνεψε στους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουνε και βγήκανε. Μείνανε ο Λιμορά με τον μοίραρχο που σχημάτισε τα νούμερα, περίμενε, είπετ' όνομα του και σχεδόν αμέσως στάθηκε προσοχή:

-Κύριε Πρόεδρε, σας δίνω τον κύριο καθηγητή.

 Ο ακαδημαϊκός πήρε μια βαθιά αναπνοή και άδραξε αποφασιστι κά το ακουστικό:

 -Τα σέβη μου, κύριε Πρόεδρε, είπε με βροντώδη φωνή. Με ζητήσατε;

 Στην άλλη άκρη, ο Μεγάλος αιφνιδιάστηκε από την ισχυροποιημένη φωνή, αλλά και τη θρασύτατη ερώτηση.

  -Αν σε ζήτησα; Από ημέρες έπρεπε να έχω την έκθεση σου.

 -Είναι αλήθεια ότι αμέλησα να την κάνω...

 Ο Μαρακά άναψε, αλλά κατάπιε το θυμό του:

-Επρόκειτο να συναντήσεις τους δυο γιατρούς. Τους είδες;

-Τους είδα...

-Και τι συμπέρασμα έβγαλες;

-Αν το τηλέφωνο είχε και εικόνα θα διαπιστώνατε στο πρόσωπο μου, κύριε Πρόεδρε, το συμπέρασμα μου. Η ανακάλυψη τους με ξανάνιωσε. Θρίαμβος!

-Δηλαδή;

-Τι δηλαδή, κύριε Πρόεδρε; Αισθάνομαι τόσο νέος που υπέπεσα σε σφάλματα νεανικά... Με συγχωρείτε αλλά φοβάμαι μήπως κλοτσάω όπως το μουλάρι πριν ψοφήσει και επωφελούμαι... Ό,τι προλάβω... Γι' αυτό παραμέλησα την έκθεση μου...

Ο καθηγητής Λιμορά δεν μπορούσε να συνεχίσει, είχε συγκινηθεί, έκλαιγε.

Ο μοίραρχος πήρε το ακουστικό:

-Διαταγές, κύριε Πρόεδρε.

Ο Μεγάλος είχε συγκλονιστεί με αυτά που άκουσε, είχε μαλακώσει:

-Φέρτονε κατευθείαν εδώ. Δε μου λες; Υπάρχουν μάρτυρες εκεί;

-Όχι, κύριε Πρόεδρε. Είμαστε μόνοι μας.

-Μπράβο, παιδί μου.Σας περιμένω λοιπόν αμέσως κι ούτε λέξη πουθενά.

Στη κουζίνα, ο Οσλάο έξυνε το κεφάλι του, καθώς έριχνε ματιές στους τίτλους των εφημερίδων. Τόσα κρατικά προβλήματα και το αφεντικό το χαβά του, πρώτα με την Ένωση της Νότιας Αμερικής και τώρα με τα γιατροσόφια..

 Όταν ο καθηγητής βρέθηκε μπροστά στο πρόεδρο, που τον κοίταζε από την κορυφή ως τα νύχια, έκπληκτος για τη ζωτικότητα του, χαμογέλασε με συγκίνηση και σεβασμό: 

 -Μάλιστα, εξοχότατε. Δε σας γελούν τα μάτια σας για ό,τι βλέπετε. Βρισκόμαστε μπροστά σε θαύμα, που δεν μπορώ να ξέρω αν είναι προσωρινό ή διαρκές. Οι δυο γιατροί μας πέτυχαν το ακατόρθωτο! 

 Ο Μαρακά έβλεπε και δεν πίστευε... Ο νευρώδης μεσόκοπος, που βρισκότανε στο γραφείο του, δεν είχε καμιά σχέση με το γεροντάκι που παράπαιε πριν δυο βδομάδες. 

 Ο Πρόεδρος κρεμάστηκε από τα χείλη του καθηγητή. 

 -Όταν συνάντησα τους δύο ερευνητές, ο ένας, που υπήρξε πριν είκοσι χρόνια βοηθός μου, μου είπε ορθά-κοφτά, ότι είχανε ανακαλύψει την ανανέωση και κατ' επέκταση την αφθαρσία του ανθρώπινου οργανισμού. Και για να μην τους πάρω για ανισόρροπους ή τσαρλατάνους, μου προτείνανε να γίνω πειραματάνθρωπός τους. Τους ρώτησα αν θα ήμουνα ο πρώτος. Μου απαντήσανε ότι είχανε πειραματιστεί στους εαυτούς τους και μου δείξανε τις ταυτότητες τους. Ο ένας ήτανε πενήντα πέντε και ο άλλος σαράντα εννέα χρονών. Κι όμως δεν τους έκανα πάνω από τριάντα. Ήταν εύρωστοι, ευκίνητοι και ευδιάθετοι, γεμάτοι υγεία και ζωτικότητα. Να μη σας τα πολυλογώ, κύριε Πρόεδρε, ο πειρασμός ήτανε μεγάλος, η ευκαιρία μοναδική. Δέχτηκα. 

 Τον Πρόεδρο τον έτρωγε η περιέργεια: 

 -Τι ακριβώς σου κάνανε; 

 -Δεν έχει σημασία η θεραπεία, που είναι απλούστατη, όσο το αποτέλεσμα. Και όχι μόνο ως πειραματόζωο αλλά και ως επιστήμων μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η ανακάλυψη αυτή θα παρατείνει τη ζωή τόσο πολύ, που οι άνθρωποι θα αγγίξουν την αθανασία!  -Φίλε Λιμορά, σε παρακαλώ να πάρεις αίμα και να στείλουμε και τα ούρα σου για εξέταση... Κι ακόμη, λυπάμαι, αλλά θα φιλοξενηθείς για λίγες ημέρες εδώ. 

 -Ευχαρίστως, μόνο που χρειάζομαι και ένα μάγειρα, γιατί πεινάω σαν λύκος. Η όρεξη μου είναι κάτι το πρωτοφανές για μένα, που πάντοτε υπήρξα λιτοδίαιτος. 

 Ο Οσλάο στραβομουτσούνιασε, γιατί αυτός θα παιδευότανε στην κουζίνα...  

Σε δυο μέρες είχανε βγει τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ούτε ίχνος από πίεση, ζάχαρο, αρτηριοσκλήρωση, απολύτως τίποτα. Οκαθηγητής ήταν υγιέστατος σαν ένας, αλώβητος από οποιαδήποτε πάθηση, οργανισμός πενηντάχρονου άντρα. 

 Ο Οσλάο βλαστημούσε γιατί μαγείρευε διαρκώς για τον πεινασμένο Λιμορά, που πάνω στη χώνεψη, προσπαθούσε να εξηγήσει επιστημονικά στον Πρόεδρο το επίτευγμα των δύο γιατρών, που η Ασφάλεια της χώρας έψαχνε να βρει. Όμως ο Λιμορά δεν ήτανε μόνο πεινασμένος για φαγητό· ήταν και για γυναίκες. Και τι δεν έταζε στον Ίνκα για να του μπάσει καμιά τη νύχτα στο δωμάτιο του... Όταν το είπε του Προέδρου, εκείνος τον διάταξε να του φέρει καμιά τσούλα χωρίς να πάρει είδηση τρίτο μάτι. Και κατά υψηλή επιταγή, ο Ίνκα ξενύχτησε στο διπλανό δωμάτιο, με τη μεσόπορτα, για να διαπιστώσει τις σεξουαλικές ικανότητες του καθηγητή...  

Όλη εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι ο Πρόεδρος που εδώ και λίγες ημέρες είχε παραμελήσει κάθε κρατική απασχόληση, για να παρακολουθεί από κοντά το ξανάνιωαα του Λιιιοοά. Και να πετάγεται κάθε φορά που εισέβαλλε ο Οσλάο, με την ελπίδα ότι του είχανε βρει τους δύο γιατρούς. Αλλά εκείνος με γκριμάτσες και χειρονομίες, "πού να στα λέω, Πρόεδρε..." έκανε περιγραφές των σεξουαλικών ανδραγαθημάτων του άλλοτε ραμολιμέντου. 

 Ο Πρόεδρος διασκέδαζε, αλλά σκέφτηκε πως είχε δώσει πολύ θάρρος στον μπάτλερ του. "Καλά, του είπε, θα μου τα περιγράψεις το πρωί", και έκλεισε τα μάτια του. Μα δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, γιατί αναπολούσε το παρελθόν του το κοτσονάτο...

 

4. Ο κόκορας του κοτετσιού  

   oAthanat100Ομορφάντρας, που το κορμί του ανάδινε τη βαρβατίλα του κριαριού κι οι προβατίνες να τρέχουνε πίσω του επιζητώντας μαρκάλι-σμα... Σοβαρός κι αμίλητος, σχεδόν συνοφρυωμένος, τις ξεγόφιαζε... Οι λεγόμενες, συνήθως παντρεμένες, έστω κι αν τις είχε δεχτεί μια φορά μόνο στο κρεβάτι του, τον παίνευαν από αυτί σε αυτί, από σαλόνι σε σαλόνι της Καπιτόλια...

 Τότε μπήκε στην καριέρα του εκείνος ο τσιφλικάς-πολιτευτής, που κάλυπτε την ομοφυλοφιλία του με τα λεφτά του. Είσαι νιόβγαλτο κριαράκι και να προσέχεις τους λύκους, του 'λεγε... Ο Μαρακά τον θαύμαζε τον προστάτη του, που του πλήρωνε το ξενοδοχείο, τη γκαρνταρόμπα, αλλά όταν τον έβλεπε με τη ρόμπα αρωματισμένο και αδύναμο τον λυπότανε... Κι όμως αυτός ο ευπατρίδης της πολιτικής, ανακάλυψε τα ηγετικά προσόντα του νεαρού φιλόδοξου χωριάτη, και σκέφτηκε να τον προωθήσει ψηλά... Ο τσιφλικάς έβλεπε τον Μαρακά όχι ως επιβήτορα, αλλά ως στιβαρό στυλοβάτη της συντηρητικής παράταξης της Λιμπερτά... Και πάντοτε τον συμβούλευε με λόγια απλά:

 -Η Βουλή είναι στάνη και οι βουλευτές πρόβατα... Κι όσοι ανεβαίνουνε στους υπουργικούς θώκους, γίνονται αμέσως μαντρόσκυλα, για να μην πω λύκοι... Γι' αυτό να φυλάγεσαι από παντού, έτοιμος να δείξεις σ' οποιαδήποτε στιγμή πως δεν είσαι κιοτής αλλά πως διαθέτεις και κέρατα και δόντια κοφτερά... Όλοι πρέπει να σε φοβούνται, να σε υπολογίζουνε...

 Ο Μαρακά κάθε φορά που ανέβαινε σκαλοπάτι στην πολιτική ιεραρχία, θυμότανε τις συμβουλές του προστάτη του, που τώρα πια έβλεπε τον κοτσονάτο χωριάτη να προχωράει ακάθεκτος για τα πιο ψηλά αξιώματα... Κι αν τύχαινε να διασταυρωθούν οι ματιές τους σε τελετή ή δεξίωση κι ο ένας κι ο άλλος αποφεύγανε ν' ανταλλά-ξουνε λέξη, γιατί ο Μαρακά φοβότανε τα κουτσομπολιά των γύρω. Μόνο πολύ αργότερα, όταν ο τελευταίος απόχτησε δύναμη κι οντό τητα σκυλοβρίζοντας υπουργούς και συνεργάτες του κι αδιαφορούσε για ό,τι σχολιάζανε πίσω από τη πλάτη του, αντιμετώπιζε τον παλιό προστάτη του χωρίς πια κανένα κόμπλεξ... Μερικές φορές τον δεχότανε και στο γραφείο του και κάποτε τον είχε ρωτήσει αν έπρεπε να βοηθάει το συγγενολόι του οικονομικά, τώρα που βρισκότανε στο τιμόνι του τόπου... "Ιερή υποχρέωση έχεις να τους συνδράμεις", του απάντησε ο άλλος και του εξήγησε: Αυτό γινότανε ανέκαθεν. Ο Βασιλιάς μοίραζε δουκάτα, κομητείες, τσιφλίκια στους δικούς του...  

-Κι ο αυτοκράτορας ακόμη και βασίλεια, είχε χαμογελάσει ο Μαρακά ευχαριστημένος, γιατί δεν μπορούσε να φαντάζεται τους δικούς του φτωχαδάκια, ενώ ο ίδιος έτρωγε με χρυσά μαχαιροπή-ρουνα...  

Ναι, ο Μαρακά ένιωθε αυτοκράτορας, πάνω από βασιλιά, πάνω από τις αμύθητες περιουσίες των εφοπλιστών και των βιομηχάνων της Λιμπερτά, πάνω από τις οικογένειες που ηγεμόνευαν αιώνες τον τόπο... Και ενώ όλοι αυτοί έχαναν περιουσίες και αίγλη, αυτός λες και τον προστάτευε μια αόρατη μασωνική δύναμη, όλο κέρδιζε κύρος και αυτοπεποίθηση. Έγινε παντοδύναμος... Και στα θηλυκά, τι επιτυχίες! Πολλές τον θέλανε, μερικές για να κάνουνε ντόρο κοντά του, αλλά ο Μεγάλος ήξερε να φυλάξει το κύρος του.

 Ο Ίνκα  έφερνε πολλές φορές στη σκέψη του τον τότε Μαρακά, που δεχότανε φορτικές επιθέσεις διάσημων και όμορφων γυναικών, που τον πολιορκούσανε... Κι εκείνος έκανε επιλογή, αλλά πάντοτε βιαστικός στο κρεβάτι, με μοναδικό σκοπό την πράξη, χωρίς κανένα πρόλογο... Και μόλις τελείωνε, να το βάλει στα πόδια, να εξαφανιστεί... Πολλές φορές αναρωτιότανε γιατί τόση βιασύνη και πανικός... Ίσως γιατί παιδόπουλο στο χωριό, του άρεσε να βλέπει τους σκύλους με τη σκύλα και τον τυχερό-άτυχο, που στο τέλος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει και γινότανε μπαίγνιο των παιδιών. Σί-γουρα αυτό ήτανε, γιατί τίποτα άλλο δεν λυπότανε τότε, από το σκύλο που μετά τη γλύκα πόναγε, πασχίζοντας να ξεκολλήσει...

 Ο Οσλάο   θαύμαζε αλλά και ζήλευε το αφεντικό του, γιατί είχε ρουφήξει με την κουτάλα όλες τις χαρές και απολαύσεις. Αλλά όταν διάβαζε στα περιοδικά για τις ερωτικές περιπέτειες της Δόνα Κατερίνας Ολιβιέιρα ένιωθε πειραγμένος που αυτή η διεθνής κοσμική πόρνη είχε γλυτώσει του Μεγάλου. Ίσως να 'τανε η μόνη που είχε αποκρούσει τον Μαρακά, που του είχε καταρρακώσει την υπεροψία του... Ε, ρε Μεγάλε, πόσο σε μίκρηνε αυτή η γυναίκα, έλεγε με τη ματιά του ο μπάτλερ, κάθε φορά που μαζί με τον καφέ του 'φερνε και τη φυλλάδα που είχε φωτογραφία της λεγόμενης με κάποιο πλεϊμπόι... Κι ο Πρόεδρος όταν έβλεπε ξαφνικά τη φάτσα της, λες και τον διαπερνούσε ηλεκτρισμός και γύριζε τη σελίδα νευρικά, χωρίς να μπορεί να διαβάσει τίποτα άλλο...

Αλήθεια, πότε είχε κοιμηθεί, για τελευταία φορά, με γυναίκα; Μάλλον είτανε τότε, που εκείνη η πασίγνωστη ηθοποιός τον πλησίασε σε μια δεξίωση, κοιτάζοντας τον κατάματα με θαυμασμό και ολοφάνερη ερωτική διάθεση... Καθώς της άπλωσε τυπικά το χέρι, εκείνη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο, κοντά στα χείλη του:

-Κύριε Πρόεδρε, του ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, σας θαυμάζω και σας λατρεύω! Είμαι καταδικιά σας...

 Σε όλη τη δεξίωση, η ηθοποιός πετούσε γύρω του σαν πεταλούδα. Πριν φύγει, την ειδοποίησε ότι την προσκαλούσε να περάσει ένα γουήκ-εντ με τη θαλαμηγό του... Με μυστικότητα την έφερε στην καμπίνα του το βράδυ...  

Ο γιατρός τού είχε κάνει ένεση δυο μέρες πριν και ένιωθε την επίδραση της στον οργανισμό του... Πέρασε μια ερωτική νύχτα με κείνο το νεανικό κορμί, αλλά η κάτοχος του κυκλοφόρησε τις σχέσεις της με τον Μεγάλο, για διαφήμιση της... Εκείνη η νύχτα στάθηκε ο αποχαιρετισμός στα όπλα... Δεν ξανάκανε ένεση, δεν κάλεσε πια γυναίκα κοντά του... Το είχε πάρει απόφαση πως ξώφλησε στον τομέα, που είχε συντελέσει τόσο για να ανεβεί τις σκάλες της πολιτικής...  

Μόνο καμιά φορά ειδοποιούσε, με τον Οσλάο, τρεις-τέσσερις νεαρές πρωταγωνίστριες μαζί. Γευμάτιζε ανάμεσα τους στο προεδρικό μέγαρο κι αξιολογούσε πλατωνικά τα σεξουαλικά προσόντα τους, αλλά και την εξυπνάδα τους... Μα ούτε σκέψη για να πηδήσει κάποια που την ξεχώριζε πάνω στο συναγωνισμό τους να τον γητέψουν... Το πνεύμα πρόθυμον, αλλά η σάρκα αδύνατη, όπως χασκογελούσε ο μπάτλερ του που μπαινόβγαινε να τους σερβίρει... Κι εκείνες, τυλιγμένες από το θρύλο της βαρβατίλας του, φεύγανε όλες τους περίλυπες, γιατί πιστεύανε πως ο Μεγάλος είχε διαλέξει κάποια άλλη για ιδιαίτερη πρόσκληση στη θαλαμηγό του... Και κρυ-φοκοιτάζονταν με ζήλεια η μια για την άλλη... Αλλά εκείνη που ζηλεύανε περισσότερο οι υπόλοιπες, ήταν η κατά πολύ μεγαλύτερητους στην ηλικία εθνική σταρ της Λιμπερτά, που στα πενήντα της χρόνια διατηρούσε ανθηρότητα προσώπου και ευκινησία. Όλες αναρωτιόνταν ποιο ήταν το μυστικό της. Γιατί κι άλλες, μικρότερες της μάλιστα, κάνανε λίφτινγκ, αλλά το πρόσωπο τους φαινότανε τσιτωμένο... Κάποτε που την είχε ρωτήσει ο Μαρακά, εκείνη χαμογελώντας τού είπε πως έπινε κάτι βότανα, αλλά ο Πρόεδρος δεν είχε δώσει σημασία...

Ο Μαρακά, που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην επαρχία, άκουγε από μικρός για βότανα αλλά όσο ήτανε νέος δεν έδινε σημασία. Τώρα όμως στα γεράματα έφερνε στο νου του κάποιες μορφές αιωνόβιων χωρικών, που ζούσανε στα βουνά. Οι χωριάτισσες λέγανε πως πίνανε ματζούνια -αποστάγματα από τζοχούς, ρόκες και κείνο το αγκαθωτό που φύτρωνε στα κατσάβραχα, το αθάνατο... Λες οι δυο γιατροί να είχανε παρασκευάσει το φάρμακο τους από βότανα που πίνανε οι υπεραιωνόβιοι στα βουνά των Άνδεων; Η σκέψη του Μεγάλου όλο σ' αυτά στριφογύριζε...  

Το "χτένισμα" σε ολόκληρη τη χώρα, για να βρεθούν οι δυο επιστήμονες, συνεχιζότανε. Στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στα σύνορα, υπήρχαν οι φωτογραφίες του Ιζό και του Νταπά. Έτσι, το πήραν μυρουδιά και οι δημοσιογράφοι και το κάνανε θέμα στην πρώτη σελίδα. Κανένας ρεπόρτερ όμως δεν ήξερε για την περίπτωση του ακαδημαϊκού Λιμορά, που από φιλοξενούμενος είχε γίνει μάλλον φυλακισμένος του Προέδρου. Ο Νασκίμπα είχε φροντίσει να ειδοποιήσει την οικονόμο του καθηγητή, πως το αφεντικό της βρισκότανε σε κάποιο συνέδριο.

Ο Ολιβιά, διευθυντής του πολιτικού γραφείου της Προεδρίας, μπήκε αποφασιστικά στο ιδιαίτερο δωμάτιο του Μεγάλου, που κατσάδιαζε στο τηλέφωνο τον αρχηγό Ασφαλείας, γιατί δεν του είχε βρει ακόμη τους δύο γιατρούς. Μόλις τέλειωσε, του είπε:

-Κύριε Πρόεδρε, με όλο το σεβασμό που σας έχω, πρέπει να σας προειδοποιήσω. Το κράτος κινδυνεύει να αποδιοργανωθεί. Ματαιώσατε την κυβερνητική σύσκεψη, το συντονιστικό συμβούλιο, τη στρατιωτική επιθεώρηση, δεν αποφασίσατε για την τηλεόραση. Στους υπουργικούς διαδρόμους κυκλοφορούν ψίθυροι, ότι δε σας ενδιαφέρει άλλο τίποτα, εκτός από την ανακάλυψη των δύο γιατρών...

Η γροθιά του Μαρακά έσκασε στο γραφείο σαν μπόμπα:

-Στοπ! Αρκετά δουλεύω τόσα χρόνια! Ας δουλέψουνε και οι υπουργοί μου!

Ήθελε να πει "όταν παραιτηθώ ή πεθάνω, τι θα κάνουνε, ας αρχί-σουνε να αποφασίζουνε και χωρίς εμένα", αλλά αυτό θα το έλεγε πριν είκοσι μέρες. Όχι τώρα, που είχε ελπίδες στο φάρμακο των γιατρών...

Ο Ολιβιά επέμενε:

-Μα, κύριε Πρόεδρε, πώς να δουλέψουν, αφού χρόνια τώρα όλες οι κατευθύνσεις δίνονται από εσάς; Ποιος υπουργός τολμάει μια απόφαση χωρίς την έγκριση σας;

Ο πρόεδρος τον κεραυνοβόλησε:

-Περίμενε έξω. Θα σου πω σε λίγο.

Μπήκε ο Οσλάο με τον καφέ. Ο πρόεδρος θυμήθηκε πάλι τον ξανανιωμένο καθηγητή:

-Τι κάνει ο φαταούλας;

-Τρώει, πίνει, αλλά διαμαρτύρεται. Λέει πως δεν αντέχει άλλο την κλεισούρα, έστω και αν του φέρνουμε κάθε βράδυ γυναίκα... Για καλό και για κακό, του έκοψα το τηλέφωνο... Α, κύριε Πρόεδρε, σας ζήτησε η αδελφή σας. Μου είπε να σας πω ότι ανησυχεί που δεν της έχετε μιλήσει τόσες ημέρες.

-Καλά, φύγε.

-Είναι και κάτι άλλο,κύριε Πρόεδρε... Με πήρε προσωπικά τηλέφωνο ο υπουργός Συντονισμού και με ρωτούσε εμπιστευτικά για την υγεία σας. Ήθελε να μάθει αν βρισκόσαστε στο κρεβάτι ή αν σηκωνόσαστε κιόλας...

-Φώναξε μου τον Ολιβιά.

Εκείνος κρυφάκουγε στη μισάνοιχτη πόρτα και τρύπωσε μέσα:

-Ορίστε, κύριε Πρόεδρε.

-Πάρε μου τον υπουργό Συντονισμού.

Ο Μαρακά ήπιε δυο ρουφηξιές, άναψε τσιγάρο και πήρε το ακουστικό:

-Άκουσε, κύριε υπουργέ, δεν είμαι άρρωστος, αλλά μένω κλεισμένος γιατί επεξεργάζομαι ένα εθνοσωτήριο σχέδιο, μακροχρόνιας πνοής, που θα σας το αναγγείλω προσεχώς. Όσο για τα νέα οικονομικά μέτρα που βιάζεσαι να εξαγγείλεις, περίμενε λίγο. Και άκουσε, δε θα ματαιωθεί το αυριανό υπουργικό συμβούλιο. Θα έρθω για λίγο και μετά θα συνεχιστεί όσον αφορά τα οικονομικά, υπό την προεδρία σου. Κατάλαβες; Γεια σου.

 Καθώς έκλεισε το ακουστικό, ο υπουργός Συντονισμού πήδηξε από τη χαρά του, γιατί συμπέρανε ότι ο Μεγάλος τον έχριζε διάδοχο του. Έπρεπε να πάρει αμέσως τη γυναίκα του να της το αναγγείλει.

Ο Πρόεδρος Μαρακά πήρε τηλέφωνο όμως και τους υπουργούς Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης. Τους είπε τα ίδια και, όσον αφορά εξωτερικά θέματα και ζητήματα ενόπλων δυνάμεων, έχρισε κουμανταδόρους αντίστοιχα τον καθένα.

Χαράς ευαγγέλια και εκεί... Πάει, φεύγει ο κορακοζώιτος! Οι δελφίνοι ελπίζανε, ετοιμάζονταν για την αλληλοεξόντωση μέσα στο ίδιο τους το κόμμα...

Ο Τύπος βούιξε... "Ο Μαρακά αποσύρεται".

Όταν ο Οσλάο του 'φερε τις εφημερίδες, ο Πρόεδρος χασκογελούσε με τους τίτλους καθώς διαπίστωνε ότι η μεγάλη παρόλα του, "μετά από μένα το χάος", ήταν απόσταγμα σοφίας...

Ξαφνικά, όμως, ο πιστός του μπάτλερ, με όλο το θάρρος της απλοϊκότητας και της αφέλειας, ρώτησε:

-Ευσεβάστως σας ερωτώ, κύριε Πρόεδρε, γιατί δεν έχετε προετοιμάσει ένα διάδοχο σας στο κόμμα, για ώρα ανάγκης;

Ο Μαρακά, ο παντοδύναμος και αναντικατάσταστος χαμογέλασε:

-Δε μου λες, γέρο, είχες κοτέτσι στο χωριό σου;

-Είχα.

-Ε, τότε είδες ποτέ τον κόκορα ν' αφήνει τα ξεπεταρούδια να κοκορεύονται; 

 Ξαφνικά μπήκε σαν σίφουνας ο Νασκίμπα.

-Κύριε Πρόεδρε, τους βρήκανε και τους φέρνουν εδώ!

-Ξυπνήστε τον καθηγητή. Και κυρίως άκρα μυστικότητα. Ή μήπως πήραν είδηση οι εφημερίδες;

-Όχι, κύριε Πρόεδρε. Τους βρήκανε σε ένα αγρόκτημα όλως τυχαία. Κανένας δεν πήρε χαμπάρι.

-Μπράβο, παιδί μου. Και πού είσαι, μην ξεχάσεις να μου θυμίσεις για την προαγωγή σου, όταν ξεμπλέξουμε με αυτή την υπόθεση.

5. Η πιο μεγάλη απόφαση

oAthanat100Στη σύσκεψη που έγινε στο γραφείο του Προέδρου με άκρα μυστικότητα, θα έπρεπε να έχουνε στραμμένη την προσοχή τους τα ειδησεογραφικά πρακτορεία όλου του κόσμου. Και να παρευρίσκονται τα πιο σοφά κεφάλια της ιατρικής, οι αυθεντίες της επιστήμης. Και όμως, στα κρυφά, ο ηγέτης της μικρής νοτιοαμερι-κανικής δημοκρατίας, ένας ακαδημαϊκός και δύο επιστήμονες, συζητούσανε για τη συγκλονιστικότερη ανακάλυψη που έκανε ποτέ ο άνθρωπος, και αφορούσε τη μακροημέρευση του, σχεδόν την αθανασία του.

    Όταν ο Μαρακά πείστηκε, όχι τόσο από τις ιατρικές εκφράσεις, αλλά από το παρουσιαστικό των συνομιλητών του, για την τρομερή ανακάλυψη, ρώτησε με ύφος αρχιδικαστή, μια και δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει σε αυτή τη συζήτηση:

 -Και τώρα, κύριοι, αυτή την ιστορική στιγμή για την ανθρωπότητα, τι προτείνετε;

   Το λόγο πήρε ο βοτανολόγος Νταπά, που αν τον βλέπανε οι γνωστοί του θα πιστεύανε πως φοράει ποστίς, γιατί εκεί που άλλοτε δεν είχε τρίχα είχανε φυτρώσει μαλλιά.

  -Κύριε Πρόεδρε, μόλις βεβαιωθήκαμε για την ανακάλυψη μας, σκεφτήκαμε τη δημοσιότητα και την προβολή μας. Όταν όμως αναλογιστήκαμε τι αναταραχή θα έφερνε στον κόσμο η παράταση της ζωής των ανθρώπων και ίσως η αθανασία τους, τρομάξαμε για το επίτευγμα μας.

  Συνέχισε ο βιολόγος Ιζό:

   -Αν οι άνθρωποι γίνονταν αθάνατοι, θα προκαλούσαν στη γη συμφόρηση του αδιαχώρητου. Βέβαια θα πέθαιναν και μερικοί από δυστυχήματα, αλλά λιγοστοί μπροστά σε εκείνους που θα ζούσαν. Εξάλλου, όταν ένας άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι έχει μακροημέρευση φυλάγεται περισσότερο...

 Ο  Λιμορά χαμογέλασε: Παράδειγμα εγώ. Από τη στιγμή που καρδάμωσα και βρήκα χαμένες χαρές κι απολαύσεις, τρέμω το θάνατο. Πριν ένα μήνα είχα |αποκάνει. Ίσως και να τον επιζητούσα...

Ο Πρόεδρος ξερόβηξε:

 -Κύριοι, μήπως πρέπει να θέσουμε υπό έλεγχο την ανακάλυψη |σας και να παρέχουμε δι' επιλογής το ελιξίριο σας;

-Όταν πειστεί η ανθρωπότητα για τα αποτελέσματα της ανακά-Ιλυψής μας θα γίνει πανδαιμόνιο. Ποιος δε θα θέλει παράταση της |ζωής του;

 -Έχετε δίκιο, δόκτορ Νταπά, αλλά εδώ πρέπει να πάρουμε μιαν |απόφαση.

   Ο Ιζό σηκώθηκε και ακούμπησε τις παλάμες του στο τραπέζι:

  -Κύριε Πρόεδρε, προτείνω να κρυφτούμε με το συνάδελφο Ιζό Ι και τον καθηγητή Λιμορά, γιατί αργά ή γρήγορα θα κινδυνέψουμε Ι από τους ισχυρούς της Γης, που θα θέλουνε το φάρμακο μας πάση 1 θυσία. Μόνο εσείς θα γνωρίζετε πού βρισκόμαστε. Σε μερικά χρό-νυ θα διαπιστώσουμε στους εαυτούς μας, εάν οριστικά έχουμε ανακαλύψει το ελιξίριο της μακροζωίας και πολύ αργότερα της αθανα-|σίας...

   Πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Μαρακά γιατί σκέφτηκε ότι ως τότε | | θα ήταν αργά για τον ίδιο:

  -Μα τι λέτε, κύριοι! Εγώ σε λίγα χρόνια δε θα υπάρχω!

-Σωστά, αποφάνθηκε ο Λιμορά κρύβοντας το χαμόγελο του.  Πρέπει να συμπεριληφθείτε κι εσείς στην ομάδα μας... Αλλά με  πολύ μικρή δόση φαρμάκου, γιατί ως δημόσιο πρόσωπο δεν πρέπει  να προκαλέσετε την περιέργεια... Εκτός κι αν δεχόσαστε να παραιτηθείτε από Πρόεδρος...

  -Ποτέ!

-Θα σας αναλάβω εγώ προσωπικά, με ελάχιστες δόσεις, είπε ο  Ιζό και έπιασε τον Πρόεδρο με οικειότητα από το μπράτσο.

  Εκείνος αφέθηκε στο γιατρό, με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου  και ελπίδας, αλλά και ικανοποίησης, όπως τότε... Τότε, που αν και σχεδόν άγνωστος και χωρίς περγαμηνές, τον είχε διαλέξει το κατεστημένο για να διαδεχτεί τον πρωθυπουργό που είχε πεθάνει... Η μοίρα πάλι τον ευνοούσε. Τον οδηγούσε στην πηγή της νιότης που θα τον έκανε πάλι κοτσονάτο, με καινούργιες σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, ώστε ν' αντιμετωπίσει το μεγάλο αντίπαλο του,  τον Ασντρεάο...

   Πριν του δώσουνε το φάρμακο, που παρασκεύαζε ο γιατρός, οΜαρακά κοιτάχτηκε καλά στον καθρέφτη και είπε στον μπάτλερ του, που στεκότανε δίπλα του ανήσυχος:

  -Οσλάο, αυτή η γέρικη φάτσα στον καθρέφτη, μου φαίνεται πως είναι πολύ τυχερή...

  Αλλά η δικιά μου πολύ άτυχη, σκέφτηκε ο πιστός υπηρέτης, που αναλογιζότανε σε τι μπελάδες θα 'μπαινε αν το αφεντικό του ξαναγινότανε βαρβάτος... Φτου κι από την αρχή δηλαδή...

   Σε όλη τη Χώρα αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, το θέμα Μαρακά απασχολούσε Τηλεόραση και Τύπο. Ο αυτοπεριορισμός του Προέδρου της Λιμπερτά στο Προεδρικό μέγαρο είχε γίνει πρωτοσέλιδη είδηση... Οι στενότεροι συνεργάτες του είχανε να τον δούνε δυο βδομάδες και οι φήμες και οι ψίθυροι οργιάζανε... Η εξαφάνιση του Λιμορά και των άλλων δυο γιατρών συνδιαζότανε τώρα με την αποκάλυψη κάποιου ρεπόρτερ για τη νεανική συμπεριφορά του γηραλέου καθηγητή στη ντισκοτέκ... Παρουσιάστηκε και μια αρτί-στα που περιέγραψε παραστατικά το ξάπλωμά της με τον ξανανιωμένο καθηγητή στο προεδρικό μέγαρο και η υπόθεση Μαρακά-ελιξίριου φούντωσε τη φαντασία του κόσμου.

  Ο Πρόεδρος της Λιμπερτά, που είχε τολμήσει να πάρει το φάρμακο, κλεισμένος στα πάνω δώματα του μεγάρου, αργά κατάλαβε το σφάλμα του... Τώρα πια, όμως, δεν μπορούσε να κάνει πίσω, καθώς κοιταζότανε στους καθρέφτες... Θεέ μου, τι θαύμα ήταν αυτό!

  Ο Οσλάο, ο Ολιβιά, ο Νασκίμπα, ανεβοκατεβαίνανε και κάθε φορά του αναγγέλλανε πως κάποιος υπουργός είχε φτάσει ως την φρουρούμενη πύλη και ζητούσε να μπει μέσα... Φωτογράφοι, κινηματογραφιστές, ρεπόρτερς, περίεργοι, βρίσκονταν από τα χαράματα ως αργά το βράδυ έξω από την κατοικία του Προέδρου... Ένα πρωινό, έφτασε κι ο Πριμάτος, που τον αφήσανε να μπει στο σαλόνι, αλλά ο Πρόεδρος του παράγγειλε να μαζέψει τα ράσα του και να φύγει... Τότε ο Ιεράρχης, που δε χώνευε τον Μαρακά γιατί ασπαζότανε το Ευαγγέλιο αλλά ποτέ το χέρι του, μπήκε στη λιμουζίνα και διέταξε το σωφέρ να πάει κατευθείαν στο Πεντάγωνο... Εκεί ξεσήκωσε τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων πως μπορεί ο Μαρακά, κατεχόμενος από δαιμόνια, να γινόταν αίτιος καταστροφής της Χώρας... Ο στρατηγός Βοσντάο, που είχε δει πρόσφατα μιβιντεοκασέτα με παρόμοια υπόθεση, είπε στον Πριμάτο ότι μπορεί να συμβαίνουνε και χειρότερα... Γι' αυτό σήκωσε το ακουστικό και ζήτησε το προεδρικό μέγαρο, στον αριθμό που μόνο αυτός ήξερε. Πέτυχε τον ίδιο τον Μαρακά και του είπε αποφασιστικά: -

  Επειδή, κύριε Πρόεδρε, δεν μπορώ να πεισθώ από τις τηλεφωνικές διαβεβαιώσεις σας ότι δε σας συμβαίνει τίποτε το τρομερό, όπως αίφνης να είσαστε αιχμάλωτος εχθρών του έθνους ή αναρχικών, έδωσα διαταγή να περικυκλωθεί το Προεδρικό Μέγαρο από επίλεκτες δυνάμεις με πολιτικά. Σας στέλνω προπομπό τον υπασπιστή μου και μετά θα έλθω να σας υποβάλω τα σέβη μου κι εγώ.

   Ο Πρόεδρος έγινε έξω φρενών:

   -Αυτό αποκλείεται να γίνει, γιατί θα σας παύσω αμέσως.

  Ο στρατηγός πείστηκε ακόμη περισσότερο ότι αόριστες δυνάμεις καθοδηγούν τον Πρόεδρο και είπε:

  -Εξοχότατε, θα περικυκλώσω αμέσως με τακτικές δυνάμεις και τεθωρακισμένα την κατοικία σας. Εάν δεν συμβαίνει ό,τι υποπτεύομαι, θα δώσω αμέσως την παραίτηση μου, ή αν με διατάξετε, ακόμη και θα αυτοκτονήσω...

  Ο Πρόεδρος μπροστά στον κίνδυνο να γελοιοποιηθεί δημόσια, κάμφθηκε:

 -Ελάτε τότε μόνος σας. Θα σας περιμένω αμέσως. Ο υπασπιστής μου θα σας οδηγήσει στο γραφείο μου.   

Κατεβάζοντας τ' ακουστικό, ο Μαρακά άρχισε να σκέφτεται ότι τα τανκς αποτελούσανε φοβέρα ακόμη και για ένα λαοπρόβλητο ηγέτη. Ίσως όμως αυτή τη στιγμή, να τα χρειαζότανε... Ναι, οπωσδήποτε, πώς δεν το 'χε σκεφτεί; Χωρίς τις ένοπλες δυνάμεις δεν μπορούσε να κάνει βήμα στα νέα μεγαλεπήβολα σχέδια του... Όταν ο στρατηγός Βοσντάο οδηγήθηκε στο μισοσκότεινο γραφείο του Μεγάλου, ένιωσε ακόμη περισσότερη ανησυχία από όση τον κατείχε όταν ανέβαινε τις σκάλες. Κοντοστάθηκε, με χουφτια-σμένο στην τσέπη το περίστροφο του, αλλά πίσω από το βαρύτιμο τραπέζι ξεχώρισε τη σιλουέτα του Προέδρου, στην ψηλή καρέκλα του. Στάθηκε προσοχή:

-Τα σέβη μου, εξοχότατε.

  -Καθίστε. 

  Ο στρατηγός εξακολουθούσε να παίζει το βλέμμα του τριγύρω. Ίσως, πίσω από την κουρτίνα κάποιος να κρατούσε πιστόλι. Τον καθησύχασε ο Μαρακ

-Μη φοβάσαι, στρατηγέ, κανένας άλλος δεν υπάρχει στο δωμάτιο. Κάθισε, λοιπόν. Ο επισκέπτης ψευτοκάθισε, ακόμη ανήσυχος, στην πολυθρόνα. Μετά από μια σιωπή αμηχανίας, ρώτησε:

-Είσαστε καλά, κύριε Πρόεδρε;

-Καλύτερα από όσο ήμουνα πριν είκοσι χρόνια.

-Δε σας διακρίνω καλά...

Ξαφνικά, ο Μαρακά πάτησε το κουμπί και το δωμάτιο πλημμύρισε φως. Μόλις τα μάτια του Βοσντάο συνήλθανε, γουρλώσανε από κατάπληξη:

-Δεν είναι δυνατόν!

-Είναι δυνατόν, αλλά δεν έχω κάνει πλαστική εγχείρηση όπως θα νόμισες.

-Τότε πώς συμβαίνει αυτή η μεταμόρφωση, κύριε Πρόεδρε;

Ο Εθνάρχης σηκώθηκε, προχώρησε προς το στρατηγό. Ήρθε και στάθηκε πάνω του... Ο Βοσντάο πετάχτηκε όρθιος, σε στάση προσοχής, καθώς ο Μεγάλος του έλεγε:

-Να, κοίταξε με καλά. Έκανα μια θεραπεία και ξανάνιωσα. Πώς να εμφανιστώ λοιπόν με φυτρωμένα μαλλιά νεοσύλλεκτου και χωρίς γεροντικές ρυτίδες μπροστά στον κόσμο; Θα γελοιοποιηθώ. Γι' αυτό λοιπόν, μια που είχες τη δυναμική πρωτοβουλία να με επισκεφθείς και να διαπιστώσεις με τα μάτια σου το θαύμα, άκουσε τι θέλω από σένα...

-Να παραιτηθώ...

-Όχι. Θα φύγω για ταξίδι αναρρώσεως με την προεδρική θαλαμηγό. Εκεί θα σκεφτώ και θα αποφασίσω τι θα γίνει. Αν θα παραιτηθώ και θα εξαφανιστώ, αν θα μείνω και πώς θα δικαιολογήσω το ξανάνιωμα μου. Εσύ τι προτείνεις, στρατηγέ Βοσντάο;

-Ό,τι διατάξετε εσείς, εξοχότατε.

-Πες πως μένω. Να εξακολουθώ να σου έχω εμπιστοσύνη;

-Μάλιστα, εξοχότατε.

-Δε φιλοδοξείς προεδριλίκι, όπως κάποιοι άλλοι;

-Το μόνο που θέλω, είναι να διατηρώ το πόστο μου στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας υπό τη φωτισμένη ηγεσία σας, κύριε Πρόεδρε.

 Ο Μαρακά τού πρόσφερε τσιγάρο, πριν ανάψει ο ίδιος.

-Μα, καπνίζετε, κύριε Πρόεδρε;

-Και καπνίζω και πολλά άλλα νομίζω πως θα ξαναρχίσω. Απολαύσεις που τις είχα κόψει από χρόνια...

  —Μα πώς είναι δυνατόν;

 Είναι, στρατηγέ μου, είναι. Και ελπίζω σύντομα, γιατί σε θεω­ρώ έμπιστο, να σου πω και σένα το μυστικό... Και με αυτό θα μεί­νεις πολλά χρόνια στην κορυφή του στρατεύματος, ίσως για πάντα.

—Ώσπου να πεθάνω, εξοχότατε;

—Πού ξέρεις; Μπορεί να το αποφύγεις και το μοιραίο, αν δε σε δολοφονήσουνε σε κανένα πραξικόπημα...

—Με συγχωρείτε, αλλά δε σας αντιλαμβάνομαι πλήρως, εξοχότα­τε...

—Στρατηγέ, ο άνθρωπος πάτησε το φεγγάρι, πλησιάζει το Θεό. Στα νιάτα μας ο μέσος όρος ζωής ήτανε τα πενήντα, αύριο θα φτά­σει τον αιώνα, γιατί όχι στο μέλλον τα 200, 300 χρόνια και βάλε...

—Με φοβίζετε, εξοχότατε...

—Μη φοβάσαι, δεν είμαι τρελός για να λέω αρλούμπες... Ο άν­θρωπος ξεκίνησε με τα νύχια του, προχώρησε στο ρόπαλο, στον πέλεκυ, στο κοντάρι, στο σπαθί, στο τόξο, στο τουφέκι, στο πολυβό­λο, στον πύραυλο... Βελτίωσε ακόμη τις ανέσεις του, ασχολήθηκε με την υγεία του, γιατί να μη φροντίσει και για τη μακροημέρευση του πάνω στη Γη; Κοίταξε με καλά, στρατηγέ, κι άκουσε τι σου προτείνω... Σκέψου κι αποφάσισε... Έχεις τα στρατά, έχω το φάρ­μακο... Το θέλεις κι εσύ για να μην έχεις ρυτίδες, αρτηριοσκλήρω­ση, γεράματα και κυρίως αποστράτευση;

—Διατάξτε, εξοχότατε.

Κάθιδρος ο στρατηγός Βοσντάο, ήταν έτοιμος να πέσει στα γό­νατα και να φιλήσει τα χέρια του Μαρακά, έτσι όπως τον έβλεπε κορδωμένο και κοτσονάτο, για να του χαρίσει και κείνου λίγο ξανά­νιωμα. Ο Πρόεδρος τού άπλωσε το χέρι και του το 'σφιξε ώσπου να πονέσει και να δει μορφασμό στο πρόσωπο του:

—Μεταβολή λοιπόν, αρχιστράτηγε, και απόψε θα με συναντήσεις στη θαλαμηγό μου. Και σύντομα θα πάρεις και συ τη δόση σου και θα ικανοποιείς την καινούργια γραμματέα σου, που τόσο σου αρέ­σει...

Ο στρατηγός είχε μείνει κόκαλο...

Την πρώτη είδηση στους αιθέρες τη μετέδωσε το μεγάλο ειδησεο­γραφικό πρακτορείο «Παγκόσμια Νέα» από τον ανταποκριτή του στην Καπιτόλια:

«Ο Πρόεδρος Μαρακά σε κρουαζιέρα με την προεδρική θαλαμηγό "Αστραπή". Εμπιστοι του τον φυγάδευσαν τις πρωινές ώρες μαζί με τον καθηγητή Λιμορά και τους ερευνητές Ιζό και Νταπά, που είχανε ισχυριστεί προ καιρού δτι ανακαλύψανε παρα­σκεύασμα αναζωογόνησης των κυττάρων. Στρατιωτικές δυνά­μεις απομακρύνανε τους φωτογράφους και δημοσιογράφους από την πύλη του προεδρικού μεγάρου και διευκολύνανε την απρό­σκοπτη επιβίβαση του Μαρακά και της ακολουθίας του στη θαλαμηγό»

Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση της Λιμπερτά δεν ανακοίνωσαν τίποτα το ίδιο βράδυ, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο η είδηση αυτή είχε γίνει πρώτο θέμα. Την επόμενη όμως, ο υπουργός Τύπου, μετά από συνεχείς ραδιοτηλεφωνικές επαφές με τον Μαρακά, έδωσε μια ακακοίνωση στους δημοσιογράφους και ξένους ανταποκριτές που συνωθούνταν στην αίθουσα Τύπου:

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρίσκεται σε κρουαζιέρα ανάρ­ρωσης μαζί με κορυφαίους επιστήμονες της χώρας, αλλά όλα τα υπόλοιπα μεταδοθέντα από το πρακτορείο 'Παγκόσμια Νέα' εί­ναι μυθεύματα».

Ο Μαρακά πηγαινοερχόταν μέσα στην καμπίνα της θαλαμηγού «Αστραπή» σαν φυλακισμένο λιοντάρι. Δε μιλούσε, αλλά έβγαζε βρυχηθμούς. Ένιωθε πως βρισκότανε στο χείλος της αβύσσου, έτοιμος να πέσει μέσα. Τον περίμεναν σίγουρα η γελοιοποίηση και ο αφανισμός. Αν τον φωτογράφιζαν, έτσι όπως είχε ξανανιώσει, θα έχανε το κύρος του, ολόκληρη η Υφήλιος θα γελούσε μαζί του... Κάλεσε τους δύο επιστήμονες:

—Πρέπει να με ξανακάνετε όπως ήμουνα, έστω για λίγες ημέρες. Δώστε το αντίδοτο ώσπου να εμφανιστώ στους δημοσιογράφους και στα τηλεοπτικά μέσα.

 Ο Ιζό πρότεινε:

—Αντίδοτο δεν υπάρχει, αλλά μετά 70-80 ημέρες, αν δε συνεχί­σουμε τη θεραπεία, θα έχετε επανέλθει στον παλιό σας εαυτό.

—Αδύνατον να βαστάξουμε τόσες μέρες. Ως τότε θα με έχουν ρί­ξει και θα με έχουν στείλει σε κανένα τσίρκο...

 Ο Νταπά υπέδειξε μια λύση:

 —Κύριε Πρόεδρε, προς το παρόν δε χρειαζόσαστε εμάς, αλλάέναν καλό μακιγιέρ.

Ενθουσιάστηκε ο πρόεδρος:

—Έχετε δίκιο. Γρήγορα το στρατηγό Βοσντάο. Μια που μπήκα­με στο χορό, θα χορέψουμε.

Δεκάδες απεσταλμένοι του Τύπου και της Τηλεόρασης φτάσανε στην περιοχή, όπου είχε αγκυροβολήσει η "Αστραπή". Ελάχιστοι όμως πήρανε άδεια να ανεβούνε στην προεδρική θαλαμηγό και να φωτογραφίσουν, από κάποια απόσταση, τον Πρόεδρο... Αρκετές φορές ξερόβηχε και όπως δικαιολογήθηκε, φέρνοντας συχνά τη μισόκλειστη παλάμη του μπροστά στο στόμα και στο πρόσωπο του, είχε ελαφρά κρυολογήσει... Όταν ο Πρόεδρος τελείωσε την παράσταση του και φύγανε οι επιδρομείς, πάνω στη θαλαμηγό βρισκόταν ακόμη ένας φιλοξενούμενος-αιχμάλωτός του: Ο μακιγιέρ, που είχε αρχίσει να ξεβάφει τις ψεύτικες ρυτίδες του εξοχότατου...

Οι αξιωματικοί και το πλήρωμα της θαλαμηγού είχανε διαταγή, από τον καπετάνιο τους, να μην πλησιάζουνε στο μεγάλο σαλόνι, όπου ο Μαρακά, με τους γνώστες του μυστικού, τα λέγανε αρκετά ανήσυχοι. Από εκεί, ο Πρόεδρος μιλούσε στο ραδιοτηλέφωνο με τον στρατηγό Βοσντάο, που είχε μείνει στην ξηρά για να ελέγχει τους ανυπόμονους... Και τώρα τι κάνουμε; αναρωτιότανε ο στρατηγός, αλλά ο Μεγάλος τού έλεγε να περιμένει γιατί σε λίγες μέρες θα έβγαζε διάγγελμα στο λαό... Θα σας κατατοπίσω σχετικά, τόνιζε και στους κυριότερους συνεργάτες του, που τον ενοχλούσαν ακόμη στο ακουστικό... Ο Οσλάο παρακολουθούσε αμίλητος τον Πρόεδρο που είχε γίνει μυγιάγκιχτος. Βαθουλωμένος στην πολυθρόνα δε μιλούσε παρά μόνο με τους γιατρούς, που κι εκείνοι είχανε συνειδητοποιήσει πια τις συγκλονιστικές συνέπειες της ανακάλυψης τους. Ο Ίνκα καταλάβαινε τη φουρτούνα που έδερνε τις σκέψεις των τριών αυτών ανθρώπων, που είχαν γίνει πρωτοσέλιδο θέμα στις εφημερίδες όλου του κόσμου, αλλά και ελπίδα αναβολής θανάτου για τους υπέργηρους της Γης... Ο μπάτλερ του Προέδρου είχε σουφρώσει μερικά τηλεγραφήματα -που δε δεχότανε πια ούτε να τους ρίξει μια ματιά ο Μεγάλος- και έκανε χάζι με τις εκκλήσεις και τις επικλήσεις προσωπικοτήτων και διασημοτήτων που εκλιπαρούσαν έστω μια σταγόνα του ελιξιρίου. Τάζανε κι αστρονομικά ποσά κι ο Οσλάο άρχισε να σκέφτεται πως ετούτη η περιπέτεια μπορούσε να εξελιχθεί σε παγκόσμια υστερία... Η επέλαση των ντεσπεράντος στο Ελντοράντο και το κραχ της Γουόλ Στριτ, αλλά ακόμη η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν ήσαν παρά παρονυχίδες στην πληγή που άνοιγε στην ανθρωπότητα το φάρμακο.


Μεταφορά στη σελίδα
1 2 » επόμενη σελίδα

προστέθηκε στις: 06 Ιουν 2007

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster