.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΤΟ ΣΟΦΟ ΜΩΡΟ

dulexofilo "η ντουλάπα της γιαγιάς" διηγήματα και άλλα (Δημήτρης Λιμπερόπουλος- εκδόσεις Γιάννης Β. Βασδέκης-1996)

το σοφό μωρό

giannakis

Aπό την αρχή σας αποκαλύπτω περί τίνος πρόκειται και γίνομαι σαφής, για να μη σας μπερδέψω, ούτε να σας κουράσω. Υπήρξα ένα νήπιο, που η φύση το προίκισε με αναπτυγμένο εγκέφαλο, ίσως γιατί ήμουνα δεκαμηνίτικο! Έτσι, από τη στιγμή που ξεμύτισα από την κοιλιά της μάνας μου -μετά από τον τρόμο που ένιωσα όταν με γύρισαν ανάποδα κι άρχισαν να με μπατσίζουν στα πισινά- καταλάβαινα τα πάντα, εκτός από το τι ήμουνα, από πού ερχόμουνα και πού πήγαινα... Τώρα, έχει περάσει αρκετός καιρός, αλλά έστω κι αν είμαι ακόμη παιδί, μπορώ να σας διηγηθώ την παράξενη κι ανεπανάληπτη ιστορία μου... Και το κάνω, γιατί αν για οποιοδήποτε λόγο πάψω να υπάρχω, θέλω αυτή η εξομολόγηση μου να γνωστοποιηθεί σε επιστήμονες και πνευματικούς ανθρώπους υψηλού επιπέδου, ώστε να αποφανθούν αν υπήρξα μωρό-θαύμα ή τέρας της φύσης...

Ότι υπάρχω το αντιλήφθηκα όταν ήμουν κουλουριασμένο και εγκλωβισμένο σ΄ ένα γλοιώδη παλλόμενο σκοτεινό χώρο, όπου άκουγα αμυδρά κι έβλεπα θαμπά, ώσπου μια ακατανίκητη δύναμη με ώθησε  προς μια επίσης γλοιώδη στενωπό... Προηγείτο εκείνο το τμήμα του είναι μου, από το οποίο προερχόταν η ακοή, η όραση, η όσφρηση, η γεύση και κυρίως η σκέψη... Όταν με τράβηξαν από το σκοτάδι στο φως, μέσα σε κολλώδεις ουσίες, με κατείχε τρόμος και πανικός, γιατί δεν ήξερα τι είμαι, όχι μόνο εγώ, αλλά και ποιά είναι τα άλλα τεράστια όντα που με βασάνιζαν... Ένιωθα αδύναμος ν' αντισταθώ και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να στριγκλίζω με όλη μου τη δύναμη... Γρήγορα άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήμουν ένα πλασματάκι στο έλεος γιγάντων βασανιστών... Όταν όμως με ακουμπήσανε κάτω ανάσκελα και σκύψανε πάνω μου έκπληκτοι, γιατί τους παρατηρούσα κατάματα, άρχισα να μειώνω τη δύναμη της φωνή μου και σταμάτησα να κλαίω... Ο τρόμος κι ο πανικός είχαν περάσει, ηρέμησα και κοίταζα περίεργα αυτά τα πελώρια όντα και το γύρω χώρο, που δεν είχε καμιά σχέση με την ασφυκτικά σκοτεινή φυλακή μου, όπου βρισκόμουνα πριν λίγο...  Τα πάντα γύρω μου  λουσμένα στο φως! Με καθαρίσανε, με τυλίξανε σε ένα μαλακό πράμα, που μύριζε πάστρα, κι αποκοιμήθηκα... Μετά, με μεταφέρανε σ΄ένα μεγαλύτερο χώρο και με αποθέσανε δίπλα σε ένα ον, που με πήρε στην αγκαλιά του κι αμέσως αποζήτησα λαίμαργα το στήθος του... Βύζαινα, λοιπόν, κοιμόμουνα, έπαιρνα δυνάμεις κι άρχισα να νιώθω σιγουριά κι εμπιστοσύνη γι' αυτό το γλυκύτατο ον, που μου έδινε τροφή, στοργή κι αγάπη, λέξεις που δεν  είχα μάθει ακόμη τη σημασία τους εκείνη την εποχή που ήμουνα νεοφερμένος στον κόσμο... Το μυαλό μου δούλευε ακατάπαυστα, προσπαθώντας να εξηγήσει το μυστήριο της ύπαρξης μου... Από πού ερχόμουνα, πού πήγαινα, ποια ήσαν τα όντα που με τριγύριζαν... Ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό το γλυκύτατο ον να με φροντίζει, να με αγαπάει και σίγουρα να με προστατεύει από τα υπόλοιπα όντα, που έβγαζαν ακατάληπτους ήχους...

moro0Σύντομα έδωσα την εξήγηση των ήχων... Ήταν ένα μέσον επικοινωνίας, που εγώ δεν μπορούσα να καταφέρω με τις άναρθρες κραυγές μου, όσο και να προσπαθούσα... Μετά από καιρό μπόρεσα να καταλάβω ότι αυτοί οι ήχοι σχημάτιζαν λέξεις και φράσεις και τότε άρχισα ν' αποθηκεύω στο μυαλό μου ένα δικό μου λεξικό που πλούτιζε καθημερινά... Κάθε φορά που αποκρυπτογραφούσα μια λέξη και μια φράση, ταρακουνιόμουνα από χαρά, ώσπου μια μέρα κατενθουσιασμένος, έμπηξα την πρόωρη λέξη, που τα άλλα μωρά ξεστόμιζαν μετά πολλούς μήνες:

—Μαμαααά!!!

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται! Το μωρό της Ρόζας μίλησε σε δύο βδομάδες, βούιξε η πολυκατοικία κι η γειτονιά. ΄Αλλοι θαύμαζαν κι άλλοι έκαναν το σταυρό τους... Ο γιατρός μου αποφάνθηκε ότι είμαι το εξυπνότερο μωρό που είδε ποτέ, αφού όχι μόνο είπα «μαμά», αλλά και περιεργαζόμουνα τους πάντες και τα πάντα με μάτι γαρίδα! Και ω  του θαύματος, είπα και «μπαμπά» και «πεινάω» και «τσίσα» κι έγινε χαμός... Την Κυριακή ο γιατρός και ο παππάς της ενορίας ήρθανε στο σπίτι και οι γονείς μου τους  κάνανε το τραπέζι και πάνω στο φαγοπότι  άρχισαν να διαφωνούν αν ήμουν θαύμα της επιστημονικής παρακολούθησης  ή θεικής φώτισης... Ο παιδίατρος   κομπορρημονούσε  ότι χάρη στη δική του μέθοδο και το πρόγραμμα ιατροφαρμακευτικής αγωγής και διατροφής, με έκανε να ξεχωρίσω από τα υπόλοιπα μωρά. Δυστυχώς ως το βράδυ είπα τόσες λέξεις κι έδειξα με τη συμπεριφορά μου πόσο προικισμένο με εξυπνάδα μωρό ήμουνα, που κατάπια τη γλώσσα μου κι έπαψα να κοιτάζω το γιατρό κατάματα, όταν τον άκουσα να λέει ότι είμαι παιδί-θαύμα και πρέπει να μου ζυγίσουνε τον εγκέφαλο!

—Να του τον ζυγίσουμε, επικρότησε ο μπαμπάς, προσθέτοντας: Αν πρόκειται για παιδί-θαύμα, κάποιο ταλέντο θα κρύβει και τότε θα σωθούμε όλοι!

—Δηλαδή χρειάζεται χειρουργείο; ρώτησε τρομοκρατημένη η γιαγιά και η αδερφούλα μου άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενη που θα με πετσοκόβανε...

—Μην ανησυχείτε, είπε ο γιατρός. Εγώ θα φροντίσω όλες οι εξετάσεις να γίνουν ανώδυνα... Θα αναλάβω το παιδί υπό την προστασία μου.

Η μαμά όμως άρχισε να κλαίει, να με σφίγγει πάνω της και να τους λέει ότι δεν θα επέτρεπε σε κανένα να με βάλουνε  σε χειρουργεία και ζυγαριές. Έτσι, με τις φωνές και τις απειλές της, ανάγκασε όλους να βγουν από το δωμάτιο... Κούρνιασα στον κόρφο της. άρχισα να βυζαίνω κι εκείνη  φιλούσε τρυφερά στο κεφαλάκι μου, χωρίς να ξέρει ότι φώλιαζε μέσα του ένα μυαλό που σκεφτόταν περισσότερο από το δικό της... Παρασκεφτότανε μάλιστα, γιατί μετά την προτροπή του γιατρού να μου ζυγίσουνε το μυαλό, λούφαξα, δεν ξαναξεστόμισα ούτε «μαμά» κι έπαψα να τους κοιτάζω όλους κατάματα... Η θεία Λίτσα, όμως, αδελφή της μαμάς, κάθε φορά που έσκυβε πάνω μου, επέμενε: Ρόζα μου, έχω τρία παιδιά και η πείρα μου λέει ότι ο κανακάρης σου είναι σατανάς.

—Δηλαδή; αγρίεψε  η μανούλα μου.

—Αν έχεις δει την ταινία «Το μωρό της Ρόζμαρι», θα καταλάβεις.

Μια μέρα που λείπανε όλοι, η μαμά έβαλε στο βίντεο αυτή την ταινία κι επειδή έσκουζα στην κούνια, με πήρε στα γόνατα της και την είδαμε μαζί. Δεν ήξερα να διαβάζω τα γράμματα, αλλά κατάλαβα ότι το μωρό της κασέτας ήταν κακό παιδί, τόσο που η μανούλα μου με πήγε έντρομη μπροστά στην εικόνα, άναψε ένα κερί κι άρχισε να σταυροκοπιέται παρακαλώντας να μην του μοιάσω... Φαινότανε ταραγμένη κι όταν γύρισε ο πατέρας του είπε ότι έπρεπε να με βαφτίσουνε γρήγορα, για να γίνω καλός Χριστιανός! Αλλο πάλι τούτο, σκέφτηκα, προσπαθώντας να καταλάβω τι ήταν βάφτιση και τι με περίμενε... Το διαπίστωσα σ' εκείνο τον θεόρατο χώρο, που τον λέγανε εκκλησία, όταν κάποιοι μαλλιαροί άνθρωποι, με περίεργες φορεσιές, τραγουδούοανε -πέρασε καιρός για να καταλάβω ότι άλλο τραγούδι κι άλλο ψαλμωδία- και ξαφνικά, αφού με γόύσανε, με βουτήξανε σε ένα τεράστιο καζάνι με νερό... Τρομοκρατήθηκα κι όταν κατάλαβα ότι η μαμά μου είχε πάψει να με προστατεύει και με είχε παραδώσει στα βασανιστήρια, έμπηξα τις φωνές ουρλιάζοντας «μαμά, σώσε με...». Και τότε όλα αυτά τα γιγάντια όντα δημιούργησαν σούσουρο, κοίταζαν πότε εμένα και πότε το ένα το άλλο, κατάπληκτα, γιατί ένα μωρό λίγων εβδομάδων μιλούσε! Πολύ αργά κατάλαβα το σφάλμα μου, όταν με ντύσανε με καθαρά ρουχαλάκια και ηρέμησα στην αγκαλιά της μαμάς μου, που με φιλούσε, με χάιδευε και μου ξανάδινε τη χαμένη μου εμπιστοσύνη σ' αυτήν... Όλοι σχολίαζαν το συμβάν κι ο πατέρας μου με το γιατρό κρυφομιλούσαν πίσω από το εικονοστάσι με τα κεριά, αλλά δεν μπορούσα ν΄ ακούσω από την αγκαλιά της μαμάς μου, που με κρατούσε σφιχτά, λες κι ένιωθε ότι είχε ξαναρχίσει να τρέμει το φυλλοκάρόι μου... Τώρα ήτανε που φοβόμουνα περισσότερο, ότι δεν θα γλίτωνα το ζύγισμα του μυαλού μου...

Όταν με φέρανε στο σπίτι, η θεία Λίτσα στάθηκε πάνω από την κούνια μου και βλέποντας πόσο ταραγμένο ήμουνα ακόμη, είπε ότι έπρεπε να υπάρχει πολιτική βάφτιση, όπως πολιτικός γάμος! Αργότερα έμαθα ότι ανήκε σε κάποια αίρεση και μια μέρα πήρε το αυτί μου να της λέει ο άντρας της, «σκέψου, ένα μωρό που μιλάει, πόσους μπορεί να προσηλυτίσει!» Αλλά και η νουνά μου, που καταπιανότανε με την αστρολογία και το κουμκάν, έψαξε στη βιβλιοθήκη και ανακάλυψε ένα τόμο που είχε το κεφάλαιο «Παιδοψυχιατρική». Αρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τα ακατάληπτα για το φτωχό μου ακόμη λεξιλόγιο... Αργότερα, που άρχισα να μπουσουλάω και να στέκομαι στα ποδαράκια μου, κατέβασα με δυσκολία αυτό τον τόμο και παιδευόμουνα να καταλάβω τα περί «παιδιών με γενναιόδωρες γενετικές προικοδοτήσεις» όπως τα παιδιά αριθμομνήμονες, μουσικοί και λοιπά... Αλλά, εγώ, δεν ήμουνα παιδί-θαύμα, όπως ο Μότσαρτ ή η Σίρλεϊ Τεμπλ -τα έμαθα κι αυτά από την εγκυκλοπαίδεια- παρά μόνο ένα νήπιο με μυαλό μεγάλου... Από τους γύρω  μου, άρχισε να με παιδεύει η νουνά μου, που μου έδειχνε την τράπουλα και προσπαθούσε να με μάθει κουμκάν! Είχε το σκοπό της... Αν διαπίστωνε ότι ήμουνα τόσο έξυπνο και διαβόλου κάλτσα, όπως καμάρωνε -γιατί μου είχε ρίξει λάδι- θα με έβαζε με το καρεκλίνο μου πίσω από τη θεία, για να της γνέφω τι φύλλο είχε! Εγώ, όμως, δεν ήμουνα τόσο βλάκας για να την ξαναπάθω, όπως στην εκκλησία, και υποκρινόμουνα το φυσιολογικό μωρό, ακόμη κι όταν μου φέρνανε να παίξω με μια μπέμπα λίγο μεγαλύτερη μου... Μπουσουλάγαμε στη μοκέτα, μου 'βαζε ξαφνικά τα δαχτυλάκια της στο πρόσωπο, λες και προσπαθούσε να μου βγάλει τα μάτια, κι εγώ την απωθούσα με δυσκολία, γιατί ήταν χοντρομπαλού και πολύ βαρύτερη μου... Είχα και την αδερφούλα μου, άλλο φρικιό, που όταν γύριζε από το νηπιαγωγείο με ξεμονάχιαζε και με τσιμπούσε με μίσος και ζήλεια... Καμιά φορά με φοβέριζε κιόλας ότι θα με κλείσει στο κλουβί με τον παπαγάλο κι εγώ προσπαθούσα να τη δαγκώσω ή να την πασαλείψω με τσίρλες από το μπέιμπιλίνο μου... Όταν το πετύχαινα, στρίγκλιζε κι ο παπαγάλος -άλλος μπελάς και τούτος- που άκουγε τι λέγανε, το αποστήθιζε κι όποιος έμπαινε στο σπίτι, του φώναζε βραχνά «το μωρό μιλάει, το μωρό μιλάει.»

 Όμως, αυτό που φοβόμουνα δεν άργησε να γίνει. Ένα πρωινό, που έλειπε ο φύλακας-άγγελός μου, μ' άρπαξαν η θεία Λίτσα με τον μπαμπά και με πήγανε στην κλινική, όπου περίμενε ο γιατρός με άλλους συναδέλφους του και νοσοκόμες. Με γδύσανε και με ξαπλώνανε ανάσκελα και μπρούμυτα μπροστά σε κάτι μηχανήματα. Έκλαιγα γοερά, ώσπου άρχισα να σκέφτομαι ότι ούτε με βασάνιζαν, ούτε πονούσα και τελικά ηρέμησα και συγκεντρώθηκα για ν΄ ακούω τι λέγανε οι ειδικοί για την περίπτωση μου. Δεν καταλάβαινα όμως τίποτα και δεν μπορούσα να συνταιριάξω και να δώσω ένα νόημα στις σκόρπιες λέξεις τους, όπως «εγκεφαλονωτιαίο υγρό», «πλάσμα αίματος», ώσπου με αρπάξανε πάλι για να μου κάνουνε -όπως έλεγαν- εγκεφαλογράφημα. Το είχα πάρει απόφαση να υποστώ τα πάντα, εξάλλου όσο και να έκλαιγα δεν θα μπορούσα να το αποφύγω, αλλά αναζητούσα τρομοκρατημένος  τη μανούλα μου, που δεν ήταν ανάμεσα στους βασανιστές μου, για να τους ορμήσει, να τους ξεσκίσει με τα νύχια της και να με προστατέψει... Ήθελα να φωνάξω «μαμά, μανούλα», αλλά πανικοβλημένο, είχα χάσει τη φωνούλα μου κι είχα παραδοθεί άνευ όρων στους γίγαντες με τις άσπρες μπλούζες... Όταν τέλειωσαν τα βασανιστήρια μου -μού πήρανε ακόμη και αίμα κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, με κάτι τεράστιες σύριγγες- με φέρανε σ' ένα δωμάτιο κάτασπρο και με εναποθέσανε σ' ένα κρεβατάκι με προστατευτικό περίγυρο... Κάτι μου 'λεγε μέσα μου ότι αυτή θα ήταν η φυλακή μου, όπως το κλουβί για τον παπαγάλο, που ο απόηχος της βραχνής φωνής του «το μωρό μιλάει - το μωρό μιλάει» έφτανε στ΄ αυτάκια μου σαν χαμένος παράδεισος μπροστά σ' αυτή την κόλαση που με βάλανε... Ακόμη και τις τσιμπιές της αδερφής μου νοσταλγούσα, κάνοντας σύγκριση με τις σύριγγες...

 Όλοι φύγανε, μόνο μια νοσοκόμα καθότανε δίπλα μου κι εγώ αρνιόμουνα να δεχτώ το γάλα και το λαπά που μου πρότεινε χαμογελαστά, ώσπου μπήκε στο κελί μου σαν σίφουνας η μανούλα μου κι έσκυψε πάνω μου και σήκωσα τα χεράκια μου, μ' άρπαξε και με γέμισε φιλιά που τα  ανταπέδωσα, καθώς η νοσοκόμα προσπαθούσε να με πάρει από την αγκαλιά της. Α, δεν σας είπα, ότι όσο είμαστε μόνοι, αυτή η ασπροντυμένη γυναίκα, όλο ανασήκωνε το σεντονάκι μου, ψάχνοντας να δει αν εκτός από το μυαλό είχε και το τσουτσουνάκι μου πρόωρη ανάπτυξη... Γι' αυτό, καθώς ένιωσα πάλι ασφαλής στην αγκαλιά της μανούλας μου, αγριοκοίταξα τη νοσοκόμα και της είπα: Ου να χαθείς μπανιστιρτζού! Εκείνη γούρλωσε τα μάτια, εγκατέλειψε την προσπάθεια να με πάρει από τη μάνα μου και πετάχτηκε στο διάδρομο. Ένιωσα ακόμη πιο ασφαλής με το μοναδικό πλάσμα που με προστάτευε και είπα: Μανούλα μου, μη μ' αφήνεις σ' αυτούς. Σώσε με, γιατί μπορεί να είμαι ακόμη αδύναμος, αλλά το μυαλό μου είναι δυνατό και τα καταλαβαίνω όλα!

moro2Με έσφιξε ακόμη πιο δυνατά πάνω της και μου είπε: Το έχω καταλάβει αγόρι μου πως έχεις αυτό το χάρισμα, γιατί χάρισμα Θεού είναι να καταλαβαίνεις και να εκφράζεσαι σαν μεγάλος. Και μη φοβάσαι πια, εγώ θα είμαι συνεχώς κοντά σου, για να σε προστατέψω από τον αχαΐρευτο τον πατέρα σου.

 Επέστρεψε η νοσοκόμα μ' ένα γιατρό που τη σταμάτησε, καθώς τσίριζε υστερικά «αυτό το τέρας λέει αισχρόλογα», και μετά ρώτησε τη μάνα μου: Ποιά είσαστε κυρία μου;

 —Η μητέρα αυτού του δυστυχισμένου πειραματόζωου, που το βασανίζετε κι αν δεν μ΄ αφήσετε να το πάρω αυτή τη στιγμή, θα σας καταγγείλω όλους.

Είχε υψώσει τη φωνή της κι ο γιατρός διέταξε τη νοσοκόμα να καλέσει το διευθυντή, που όταν ήρθε, έβγαλε έξω τους άλλους δυο, έκλεισε την πόρτα κι είπε στη μητέρα μου: Κυρία μου, μπορεί να είσαστε μητέρα αυτού του παιδιού, που δεν ανήκει όμως σ' εσάς αλλά στην επιστήμη, γιατί ο εγκέφαλος του ζυγίζει πάνω από χίλια γραμμάρια!

—Δηλαδή, θ' αντιμετωπίσετε το παιδί μου ως τέρας της φύσης; Έχετε κανένα χαρτί από μένα που να σας επιτρέπει την κακομεταχείριση του;

—Σε λίγο θα έχω έγγραφο του υπουργείου Υγείας, για να εξεταστεί το παιδί σας από το ανώτατο υγειονομικό συμβούλιο του Κράτους. Γι΄ αυτό σας συμβουλεύω να δείξετε κατανόηση, όπως ο σύζυγος σας, για να μπορείτε να το βλέπετε, αλλιώς δεν θα επιτραπεί η παρουσία σας κοντά του. Έγινα αντιληπτός κυρία μου;

—Όχι, ούρλιαξα εγώ κι ο διευθυντής έμεινε στήλη άλατος.

Η μητέρα μου έσκυψε πάνω μου, άρχισε να κλαίει και ενώ ο διευθυντής παρακολουθούσε άφωνος, με παρηγορούσε: Μη φοβάσαι αγόρι μου, δεν θ' αφήσω κανένα να σε πλησιάσει και να σου κάνει κακό.

Ο γιατρός προσπάθησε να μου χαμογελάσει παγωμένα, αλλά εγώ είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση να προστατέψω ο ίδιος τον εαυτό μου και του είπα: Γιατρέ, μη με αντιμετωπίζεις σαν νήπιο, αλλά σαν  ανθρώπινο ον με εγκέφαλο ενήλικα. Σε παρακαλώ, εξήγησε μου τι ακριβώς συμβαίνει και ποιό θα είναι το μέλλον μου.

Τράβηξε μια καρέκλα, κάθησε δίπλα στη μητέρα μου και προσπάθησε να την  ηρεμήσει; Μην κλαίτε κυρία μου κι ακούστε με καλά κι οι δυο σας, είπε φοβισμένα, μη πιστεύοντας πως ένα νήπιο θα τον καταλάβαινε.

Με κοίταξε κατάματα και με ρώτησε: Καταλαβαίνεις τι σου λέω;

—Και βέβαια καταλαβαίνω. Σκεφτείτε ένα διευθυντή νοσοκομείου, να προσπαθεί να εξηγήσει σ' ένα νήπιο ότι ο εγκέφαλος του ζυγίζει όσο κι ενός μεγάλου ανθρώπου κι ότι αυτό το μυστήριο θα προσπαθούσανε να λύσουν οι επιστημονικές και ιατρικές κορυφές!

 —Γι' αυτό σε φέραμε εδώ, κατέληξε ο γιατρός. Ηρέμησε κι εσύ και εσείς κυρία μου. Ελπίζω όλα να πάνε καλά. Και τώρα, τι κατάλαβες από ό,τι σου είπα, αγόρι μου; με ρώτησε γλυκαίνοντας τη φωνή του.

—Ότι είμαι ένα ανίσχυρο κι απροστάτευτο πλασματάκι στα χέρια της επιστήμης, που θ΄αρχίσει να με ταλαιπωρεί χωρίς τη συγκατάθεση μου.

Ο γιατρός εξακολουθούσε να με παρακολουθεί, λέξη με λέξη και φράση με φράση, με κατάπληξη, μη έχοντας συνειδητοποιήσει ακόμη ότι εγώ, ένα νήπιο, όχι μόνο μιλούσα, αλλά και εκφραζόμουνα με γνώσεις και λογική ενός μεγάλου. Με ρώτησε: Από πότε κατάλαβες την περίπτωση σου, ότι δηλαδή δεν είσαι ένα φυσιολογικό νεογέννητο;  

—Από τις πρώτες ημέρες ζούσα τον εφιάλτη ενός άλαλου νάνου, ανάμεσα σε λαλίστατους γίγαντες, αλλά σε λίγο καιρό άρχισα να σχηματίζω το μαγικό λεξικό μου, που μετέφραζε ότι λέγανε.

—Περπατάς;

—Εδώ κι αρκετούς μήνες, αλλά μόνον όταν είμαι μόνος μου. Φοβόμουνα να με δούνε, γιατί μέσα στον τρόμο και στη σύγχυση μου, πίστευα ότι δεν έπρεπε να μιλάω, να δείχνω ότι καταλαβαίνω τι λένε και να περπατάω...

Ο γιατρός είχε αρχίσει να αποχτά την επαφή, που δεν είχε πριν λίγο μαζί μου και μου άπλωσε το χέρι του με εγκαρδιότητα, αλλά εγώ δίσταζα να το αγγίξω με τα δαχτυλάκια μου... Η ελάχιστη πείρα μου με συμβούλευε να μην έχω εμπιστοσύνη στους μεγάλους και σε όλους έπαιζα θέατρο. Ένιωθα παγιδευμένος, αλλά ήξερα ότι είχε φτάσει η αποφασιστική στιγμή, που έπρεπε να εκφραστώ στους εκπροσώπους της επιστήμης όπως ακριβώς λειτουργούσα, με βάση τον τεράστιο εγκέφαλο στο μικροσκοπικό και τρυφερό σώμα μου...

—Γιατρέ, δεν θα το βασανίσετε το παιδί μου, είπε η μητέρα μου, έτοιμη να με υπερασπιστεί.

—Ασφαλώς όχι, χαμογέλασε εκείνος κοιτάζοντας την όμως σαν περίεργο ον που είχε γεννήσει ένα τέρας της φύσης.

moro1Να μη σας τα πολυλογώ, αυτός ο θάλαμος της κλινικής έγινε για ημέρες το κελί μου, στο οποίο μπαινόβγαιναν στην αρχή γιατροί και επιστήμονες και μετά δημοσιογράφοι, τηλεοπτικά συνεργεία, όλοι περίεργοι κι αδηφάγοι να κατασπαράξουν την ησυχία μου και να χορτάσουν το αναγνωστικό και τηλεοπτικό κοινό. Εγώ δεν απαντούσα παρά μόνο στους γιατρούς που με εξέταζαν και ώρες ατέλειωτες έκαναν και ξαναέκαναν συμβούλια και έβγαζαν ταχτικά ανακοινωθέντα για την περίπτωση μου, που τελικά διαμόρφωσαν στο κοινό τη γνώμη ότι ήμουνα ένα νήπιο-θαύμα με αβέβαιο μέλλον. Όσο αντιστεκόμουνα όμως και δεν μιλούσα σε δημοσιογράφο ή στην τηλεόραση, ο θρύλος γύρω από μένα τυλιγότανε στην αχλύ του μύθου και ήρθανε στο φως της δημοσιότητας πολλά λεγόμενα μου, που τα διοχέτευαν για να διαφημιστεί το όνομα τους ή για να χρηματιστούν, γιατροί και νοσοκόμες. Τα περισσότερα διογκωμένα και παραμορφωμένα προερχόντουσαν από τους δημοσιογράφους και γι΄ αυτό δεν τους είχα σε καμιά υπόληψη... Δεν εμπιστευόμουνα κανένα, ούτε τους γιατρούς, ούτε τους δικούς μου και κυρίως τον πατέρα μου, που προσπάθησε να μου αποσπάσει μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, κι αυτός ήταν που διοχέτευε τις πιο απίθανες ειδήσεις στις εφημερίδες. Όλο πόζαρε στους φωτογράφους και στις κάμερες και δήλωσε κι αυτό το κατάπτυστο: - Το παιδί-θαύμα είναι δικό μου κι εγώ είμαι ο μάνατζερ του!

Αυτό έγινε όταν τέλειωσαν οι εξετάσεις και τα συμβούλια των γιατρών και δημοσιοποιήθηκε το τελικό ανακοινωθέν τους. Ήμουνα, όπως το ήξερα και μόνος μου, ένα δίχρονο αγόρι, με αναπτυγμένο εγκέφαλο ενήλικου, που έπρεπε, σύμφωνα με τους γιατρούς, «να παρακολουθείται συνεχώς από την επιστήμη, για να καταγραφούν οι λειτουργίες και οι αντιδράσεις του φαινομένου αυτού της φύσης»...

Τότε ήταν που εμφανίστηκαν οι μεγαλοσπόνσορες και πρότειναν στον πατέρα μου ν' αναλάβουν όλα τα έξοδα, εμένα και της οικογένειας μου, ως την ενηλικίωση μου. Η μητέρα μου κάμφθηκε όταν ανάμεσα στις προσφορές ατζέντηδων και ιμπρεσάριων ή πολυεθνικών εταιριών γαλακτοκομικών προϊόντων και τροφίμων, είδε και μια ενός μεγάλου ξένου επιστημονικού ιδρύματος ερευνών. Αναλάμβανε, από τώρα, μια και ο εγκέφαλος μου ήταν σε πλήρη ανάπτυξη, τη μόρφωση μου με άριστους δασκάλους και καθηγητές και την εγκατάσταση μας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν δεχόμαστε θα ταξιδεύαμε πέρα από τον Ατλαντικό, όπου μας περίμενε μια βίλα και ένα ετήσιο ποσό που ο πατέρας μου ποτέ δεν είχε ονειρευτεί...

Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι με συνοδεία περιπολικών και αστυνομικών οργάνων που διευκόλυναν το πέρασμα μας ανάμεσα στους περίεργους,η μητέρα  μου είπε:  Η ζωή σου έγινε αφόρητη στην πολυκατοικία. Σκέψου μια βίλα μέσα στο πράσινο, με καθηγητές, βιβλία κι εμάς τους δικούς σου, χωρίς τους περίεργους γείτονες και συγγενείς... Τι λες;

—Φύγαμε!

Η μανούλα μου έσκυψε και με φίλησε και αμέσως ένιωσα αυτή τη σιγουριά που ήξερα ότι θα με συνόδευε και στο μακρινό μας ταξίδι, στην Αμερική. Την ίδια στιγμή ο παπαγάλος άρχισε να ξεφωνίζει βραχνά: Το μωρό το ζητάνε στο τσίρκο!

Πάγωσα: Μανούλα, τι ακούω;

Με αγκάλιασε, σφιχτά: Είχαμε προτάσεις από αμερικάνικη τηλεόραση κι από ένα μεγάλο τσίρκο... Μη φοβάσαι, όμως, μωρό μου, γιατί επιλέξαμε την πρόταση τον Ιδρύματος της Μασαχουσέτης, που είναι πιο ωφέλιμη για σένα και πιο προσοδοφόρα...

—Μανούλα νύσταξα, μουρμούρισα...

Με έφερε στο κρεβατάκι μου και με απόθεσε προσεκτικά. Με σκέπασε και με φίλησε. Είχα κλειστά τα μάτια, υποκρινόμουνα πως κοιμόμουνα, βγήκε από το δωμάτιο κι έμεινα με τις σκέψεις μου... «Η πρόταση ήταν πιο προσοδοφόρα...» Πώς και της είχε ξεφύγει αυτή η φράση της μανούλας μου; Δεν ήτανε μορφωμένη, μόνο με το νοικοκυριό της καταπιανότανε, πού να καταλάβει τα οικονομικά συμπεράσματα του πατέρα... Κι όμως έπρεπε να το είχε αντιληφθεί ότι ήμουνα προϊόν για ξεπούλημα... Πάει, είχε χαλάσει κι αυτή, στροβιλισμένη ξαφνικά μέσα σε γιατρούς, νοσοκόμες, περίεργους, δημοσιογράφους, φωτογράφους, κάμερες της τηλεόρασης και κυρίως «προσοδοφόρες» προτάσεις... Έτσι λοιπόν... Ο χαρακτήρας του μόνου προσώπου που είχα εμπιστοσύνη, είχε αλλοιωθεί από τις δελεαστικές  προσφορές; Μπορεί, όμως, η κατάσταση μου να με είχε κάνει υπερβολικά καχύποπτο κι η μανούλα μου να είχε επιλέξει την καλύτερη προσφορά... Βαραίνανε τα βλέφαρα μου, νύσταζα, όπως εκείνα τα μωρά που βυζαίνουνε το δάχτυλο τους, αλλά καθώς μ' έπαιρνε ο ύπνος σκεφτόμουνα το σπίτι που θα με πήγαιναν, μακριά από τους περίεργους και τους ατζέντηδες... Θα ήθελα να 'χε μια τεράστια βιβλιοθήκη, για να μάθω επιτέλους τι είναι ο άνθρωπος, αυτό το ον που μ' έταξε η φύση ν' ανήκω στη συνομοταξία του κι εγώ... Όλα ήσαν συγκεχυμένα στο μυαλό μου, συναισθήματα αλληλοσυγκρουόμενα: Η στοργή της μάνας μου, η απληστία του πατέρα μου, η ζήλεια της αδερφούλας μου, ο φόβος κι η ανασφάλεια μου...

—Το μωρό το ζητάνε στο τσίρκο!

Από τη βεράντα ακουγόταν η βραχνή φωνή του φυλακισμένου πουλιού, που παπαγάλιζε αλήθειες, χωρίς να τις καταλαβαίνει... Εγώ, όμως, με το μεγαλίστικο μυαλό, τις καταλάβαινα και κατουριόμουνα από φόβο, για το αβέβαιο μέλλον μου... Κάθε φορά που 'ρχότανε ξένος στο σπίτι, έτρεμε το φυλλοκάρδι μου, μήπως με πάρει. Όσο και να με χαϊδολογούσε ο πατέρας μου, ήξερα ότι αυτός ο ίδιος έκανε τις διαπραγματεύσεις για να με εμπορευτεί... Από αυτό που φοβόμουνα δεν γλίτωσα, αλλά, τουλάχιστον, δεν με δώσανε σε τσίρκο...

moro7 Όταν φτάσαμε στην Αμερική, στο αεροδρόμιο, με περίμεναν συνεργεία τηλεόρασης, φωτορεπόρτερς και δημοσιογράφοι, αλλά και πολλοί περίεργοι... Εκπρόσωποι και ...σωματοφύλακες του Επιστημονικού Ιδρύματος της Μασαχουσέτης, μας φυγαδεύσανε με λιμουζίνα και, μετά πολύωρο ταξίδι, φτάσαμε σε μια βίλα, ανάμεσα σε δέντρα και γκαζόν. Η μανούλα μου με έβαλε στο κρεβάτι, με σκέπασε, με φίλησε, και μου είπε: Κοιμήσου αγόρι μου και μη φοβάσαι, η μοίρα σου δουλεύει... Όταν ξύπνησα, με τάισε, με έπλυνε και με έντυσε με κάτι καινούργια  ρουχαλάκια μιάς μεγάλης φίρμας και με έφερε στο καθιστικό, όπου περίμεναν κάποιοι κύριοι και μια κυρία, που με περιεργάζονταν και κρέμονταν από τα χείλη μου.

—Γκουντ μόρνινγκ, είπα, για να σπάσει ο πάγος.

—Είμαι η διερμηνέας σας, είπε ελληνικά η κυρία.

—Καταλαβαίνω αγγλικά και κυρίως τους ιατρικούς και επιστημονικούς όρους, που όλοι έχουν ελληνικές ρίζες, απάντησα.

—Δόκτορ Έμερσον, μου συστήθηκε ο γυαλάκιας της παρέας και πλησίασε στην ψηλή καρέκλα, που με είχε καθίσει η μητέρα μου, ανάμεσα σ΄ αυτήν και στον πατέρα.

 Τα χοντροδάχτυλά του άρχισαν να μου μαλάξουν τα μπρατσάκια, το λαιμό και τα μάγουλα, είδε που αντέδρασα, «εξκιούζ μι», είπε και πρόσθεσε ευγενικά: «Μπορείς ν' ανοίξεις το στόμα σου;»..

Το άνοιξα και φωτίζοντας μέσα του μ' ένα φακό, αποφάνθηκε με ικανοποίηση: Οπωσδήποτε δεν πρόκειται για νάνο...

Ο χοντρός της παρέας, με το σβηστό πούρο στο στόμα, μου είπε: Τζίμη, αγόρι μου, έχουμε επενδύσει πολλά δολάρια σε σένα. Γι' αυτό, μίλησε μας για τον εαυτό σου, να καταλάβουμε ποιός είσαι και τι μπορούμε να κερδίσουμε, τόσο εμείς, όσο και οι γονείς σου, από σένα...

Αρχίζουνε τα δύσκολα, σκέφτηκα, αλλά οι δικοί μου με είχανε σπρώξει στη θάλασσα, έπρεπε να κολυμπήσω... Πήρα βαθιά αναπνοή: Κυρία μου, κύριοι, πρέπει να σας πω ότι είμαι εδώ χωρίς τη θέληση μου, αλλά όσο μυαλό κι αν έχω, πώς ν' αντιδράσω στους γονείς μου, που βλέπουν ότι ένα δίχρονο μωρό θα τους φέρει χρήματα... Πιστεύω ότι έχετε τα ιατρικά συμπεράσματα των επιστημόνων που με εξέτασαν και αποφάνθηκαν τι ακριβώς είμαι. Παιδί-θαύμα ή τέρας της φύσης;

 —Και τα δυο, μας εξυπηρετούν, είπε ο τρίτος της παρέας, ένας φακιδιάρης, που πρόσθεσε: Είμαι ο μάνατζερ σου.

Συστήθηκε, αργοπορημένα, και ο χοντρός. Ήταν ο πρόεδρος της εταιρίας. Μια που ήσαν όλοι εκεί, έπρεπε να λύσω εδώ και τώρα, τις απορίες κι ανησυχίες που με βασάνιζαν για το μέλλον μου: θέλω να μου πείτε, εκτός από τα χρήματα που θα πάρουν οι γονείς μου, εγώ, τι μορφωτικά οφέλη θα έχω από τη συνεργασία μας; Απαιτώ πλήρη εκπαίδευση και μόρφωση επί ανωτέρου και στη συνέχεια ανωτάτου επιπέδου, αλλά και συνεργασία με κορυφαίους επιστήμονες, για να διαλευκανθεί και εξηγηθεί, πλήρως, η σπάνια περίπτωση μου.

 —Ασφαλώς και γι' αυτό το λόγο είμαι εδώ, είπε ο δόκτωρ Έμερσον. Είμαι καθηγητής πανεπιστημίου, της γενετικής, θα συνεργαστούμε, θα σε παρακολουθώ και θα γράψω βιβλίο για την περίπτωση σου.

 —Πώς έμαθες τόσο σύντομα  αγγλικά; ρώτησε ο μάνατζερ.

—Από βιβλία και την τηλεόραση. Κοίταξε ικανοποιημένος τον πρόεδρο και μετά μου είπε: Αυτό είναι σπουδαίο, γιατί δεν θα χρειαστείς διερμηνέα στη συνέντευξη που θα δώσεις, στον Λάρι Κίνγκ. Και τι συνέντευξη -έτριψε τις παλάμες του- αφού θα τη χρηματοδοτήσει η μεγαλύτερη φίρμα παιδικών τροφών!

—Και μετά, τελειώνουν τα βάσανα μου; ρώτησα.

—Γιατί βάσανα; πετάχτηκε ο μάνατζερ. Σόου, τηλεπαιγνίδια, κι αν σε θέλει ο φακός, γιατί όχι και ταινία στο Χόλιγουντ! Ως και ο Σπίλμπεργκ ενδιαφέρθηκε να σε γνωρίσει!

—Εγώ νόμιζα, κύριε καθηγητά -απευθύνθηκα στον Έμερσον-ότι αλλιώς θα με παρουσιάζατε στην τηλεόραση...

—Δηλαδή;

—Να ρωτάω, π.χ., εγώ το νοήμον αλλά με πολλές απορίες νιόφερτο ον, εσάς τους σοφούς και επιστήμονες, από πού έρχεται ο άνθρωπος, ποιός είναι ο προορισμός του και πού πάει; Ή, εάν γεννιότανε ο άνθρωπος με ολοκληρωμένη νόηση -όπως η δική μου- αυτό θα ήταν υπέρ ή κατά της ανθρωπότητας;

—Οπωσδήποτε κατά, γιατί δεν θα υπήρχε στον πλανήτη μας η περίοδος της αθωότητας...

—Όχι τέτοιες σαχλαμάρες, πετάχτηκε ο μάνατζερ, έτοιμος να εξηγήσει τι ακριβώς ζητούσαν από μένα, αλλά του έγνεψε ο καθηγητής: θα του εξηγήσω εγώ... ΄Ακουσε Τζίμη αγόρι μου... Τέτοιες συζητήσεις θα τις κάνουμε όταν είμαστε μόνοι μας κι όχι μπροστά σε κοινό... Οι τηλεθεατές και οι αναγνώστες των περιοδικών, δεν θέλουν να μορφωθούν και να προβληματιστούν, αλλά να γελάσουν, να κλάψουν, να λυπηθούν για την κατάντια των συνανθρώπων τους, να νιώσουν ευτυχισμένοι μπροστά στη δυστυχία των άλλων...

Τόλμησα να τον διακόψω:  Να με εντάξετε σε προγράμματα μορφωτικού επιπέδου και υψηλού προβληματισμού.

—Αστειεύεσαι, μωρό μου; Εκπομπές που αφορούν τον Πλάτωνα, τον Αϊνστάιν και τον Μπρεχτ, δεν έχουν ακροαματικότητα... Ούτε οι σταρ της τηλεόρασης έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, πνευματικότητα και χιούμορ.. Στις εκπομπές μεγάλης ακροαματικότητας, επικρατούν οι ημιμαθείς, οι αναιδείς, οι τσαρλατάνοι και στο ραδιόφωνο δεν βάζουν Μπετόβεν και Μότσαρτ... 

—Να προσθέσω κι εγώ κάτι, είπε ο μάνατζερ: Τα τηλεπαιχνίδια απευθύνονται σε μη σκεπτόμενους και καλλιεργημένους πνευματικά ανθρώπους και γι' αυτό το λόγο οι ερωτήσεις δεν είναι δύσκολες, ώστε να μην κομπλάρουν οι αμαθείς. Πρώτη κι απαραβίαστη συμβουλή, λοιπόν, αγόρι μου: Μην κάνεις τον πολύ έξυπνο και σε μισήσει ο τηλεθεατής... Κατάλαβες;

—Κατάλαβα...

Πήρε το λόγο ο πρόεδρος: Θα προηγηθεί σφυγμομέτρηση, ώστε μην κινδυνέψουμε να γίνεις αντιπαθές μωρό. Ό,τι θέλει ο κοσμάκης, αυτό θα του σερβίρουμε...

—Θα παριστάνω, δηλαδή, και τον ηλίθιο, νευρίασα, αλλά ο πατέρας μου έσφιξε το μπρατσάκι και αναγκαστικά ηρέμησα.

Μου χάιδεψε τα μαλλάκια κι επειδή δεν καταλάβαινε τίποτε από ό,τι λέγαμε, αλλά έβλεπε ηλεκτρισμένη την ατμόσφαιρα, είπε στη διερμηνέα: Ο Τζίμης μου λέει και ωραία ανέκδοτα... Ρωτήστε τον, κύριε πρόεδρε, αν θέλει να πει μερικά... Η διερμηνέας μετέφρασε χαμογελώντας κι εκείνος συγκατένευσε να πω ένα ανέκδοτο... Βρισκόμουνα σε δύσκολη θέση, ένιωθα εγκλωβισμένος, όπως τη στιγμή που γεννιόμουνα κι αντιμετώπιζα όντα πελώρια, που δεν ήμουνα σε θέση να καταλάβω αν θέλανε το κακό μου ή το καλό μου... Ήθελα να φωνάξω «μανούλα, βοήθεια, σώσε με», την κοίταζα παρακλητικά, αλλά εκείνη η καημενούλα, πού να καταλάβει, φαινόταν υπερήφανη που τόσο σπουδαίοι Αμερικάνοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του κανακάρη της...

—Τζίμη, ν' ακούσουμε το ανέκδοτο, είπε ο πρόεδρος.

moro3Οι ματιές τους ήσαν καρφωμένες  πάνω μου, ήμουνα μετανιωμένος που τους είχα δείξει το μεγαλίστικο μυαλό μου, αλλά τι μπορούσα να κάνω πιά, με είχανε βάλει στους όρους του δικού τους παιχνιδιού. Πήρα δυο βαθιές ανάσες και το ξεφούρνισα: Ήταν ένα ξιπόλητο γυφτάκι, που ποτέ δεν είχε φορέσει παπούτσια, αλλά του χαρίσανε ένα ζευγάρι πανέμορφες κάλτσες!

—Συνέχισε, είπε ο μάνατζερ, που νόμισε ότι υπήρχε συνέχεια...

—Αυτό είναι όλο, τον αγριοκοίταξα, μετανιωμένος που είχα υποπέσει στο λάθος να κουβεντιάζω με όντα χαμηλής πνευματικότητας, χωρίς χιούμορ.

Ο καθηγητής με κατάλαβε και κοιτάζοντας με κατάματα, μου είπε «Χόμο Ερέκτους», χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα ήξερα τον επιστημονικό-ανθρωπολογικό όρο. Η ατάκα μου έπεσε σαν κεραυνός στην ακοή του. Τον κούφανα!

—Μάλλον Χόμο Χάμπιλις, είπα.

Ο καθηγητής Έμερσον ξέσπασε σε γέλια κι εγώ τον μιμήθηκα. Σηκώθηκε, ήρθε από πάνω μου κι άρχισε να μου χαϊδεύει το κεφαλάκι, έκπληκτος που χωρούσε τόσες γνώσεις...

—Πότε πρόλαβες και τα 'μαθες όλα αυτά; με ρώτησε, καθώς το πρόσωπο του αντανακλούσε το θαυμασμό.

—Διαβάζοντας μέρα και νύχτα. Οι άλλοι δεν καταλάβαιναν τι λέγαμε και με το δίκιο τους, αφού οι γνώσεις τους δεν έφταναν ώς τον πρωτόγονο άνθρωπο, που το μυαλό του εξελίχθηκε από τον Χάμπιλις στον Ερέκτους, ώσπου να φτάσει στο σημερινό.

Ο καθηγητής ξαναγύρισε στην πολυθρόνα του, τρίβοντας τις παλάμες: Τζίμη, αγόρι μου, σίγουρα θα φέρεις σε δύσκολη θέση όλους αυτούς τους ημιμαθείς τσαρλατάνους της τηλεόρασης.

Ο πρόεδρος κοίταζε μια τον καθηγητή και μια εμένα,χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι λέγαμε. Το ίδιο κι ο μάνατζερ, που κάτι άρχισε να ψυλλιάζεται και πετάχτηκε οργισμένος: Αν κατάλαβα, κύριε καθηγητά, εννοείτε να βάλουμε τον Τζίμη να κάνει τον εξυπνάκια στην τηλεόραση και να γελοιοποιήσει τους ανθρώπους του καναπέ... Δεν το εγκρίνω, για ευνόητους λόγους...

 —Συμφωνώ, είπε ο πρόεδρος και συνέχισε: Ο Τζίμης, το δίχρονο μωρό-θαύμα, θα ξεκινήσει με μυαλό και γνώσεις ενός παιδιού οχτώ-δέκα το πολύ χρονών και απο εκπομπή σε εκπομπή  θα εξελίσσεται σε γνώσεις και νοημοσύνη, ώστε να διαφημίζεται και το επιστημονικό ίδρυμα μας... Γι' αυτό οι πρώτοι μας σπόνσορες είναι μεγάλες εταιρίες παιδικών τροφών, βιταμινών, παιχνιδιών, ακόμη και σκυλοτροφών, γιατί όλοι ξέρουμε πόσο τα παιδιά αγαπούν τα σκυλιά... Μετά, συν τω χρόνω, ο Τζίμης μας θα διαφημίζει σιντι, μοτοσικλέτες, είδη σπορ και, γιατί όχι, προφυλακτικά κατά του έητζ!

—Θα προτιμούσα -είπε ο καθηγητής- να διαφημίζει εγκυκλοπαίδειες και κομπιούτερς, λόγω της αυξημένης νοημοσύνης και πνευματικότητας του.

—Γιατί όχι, επιδοκίμασε ο πρόεδρος, που με είδε εξαγριωμένο και ήρθε κοντά μου για να μου προσφέρει τσίχλες.

 Αρνήθηκα να τις πάρω και το χέρι του έμεινε μετέωρο, ανάμεσα σε μένα και τον πατέρα μου, που παρατηρούσε ανήσυχος, γιατί δεν καταλάβαινε τι λέγαμε και σε τι διαφωνούσαμε... Το βλέμμα του ήταν φοβισμένο, ανήσυχο, μήπως και του χαλάσω τη συμφωνία... Τον αγριοκοίταξα: Πατέρα, τον ρώτησα, έχεις υπογράψει τελικά συμβόλαια για όλες αυτές τις βλακείες; Και βέβαια, μου απάντησε κι αυτός ελληνικά: Θα γίνουμε πλούσιοι, να χαρεί και η μητέρα σου. Γύρισα κατά την άλλη μεριά... Η μανούλα μου είχε απλώσει το χέρι της να με χαϊδέψει, αλλά δίσταζε, καθώς είχε συνειδητοποιήσει ότι ο κανακάρης της ίσως να μην ανήκε πια σ' αυτήν, αλλά στους φωτογράφους, στους δημοσιογράφους, στους διαφημιστές, στους επιστήμονες, στην τηλεόραση! Της χαμογέλασα μ΄ ένα χαμόγελο, που μόνο μια μάνα μπορεί να καταλάβει πόση πίκρα έκρυβε μέσα του...

—Μανούλα, της είπα, όλα θα πάνε καλά.

 —Τζίμη, αγόρι μου, νομίζω ότι τελειώσαμε για σήμερα, είπε ο πρόεδρος.

—Αφησε τα όλα πάνω μας, πετάχτηκε κι ο μάνατζερ ο φακιδιασμένος, που μου έκανε μια φιλική γκριμάτσα και μετά γύρισε στον πρόεδρο, ενώνοντας και παίζοντας τον αντίχειρα με το δείκτη του, λέγοντας: Ανακαλύψαμε τον μικρό Μίδα, που ό,τι έπιανε γινότανε χρυσάφι!

Ένας-ένας οι επιστήμονες περάσανε από μπροστά μου, μου απλώνανε τις χερούκλες τους, τις άγγιζα κι ευχόμουνα να γίνουνε χρυσάφι, να πετρώσουνε κι αυτές κι οι ίδιοι, να γλιτώσω... Καθώς φεύγανε, σκεφτόμουνα το ξυπόλητο γυφτάκι που καθάριζε τα παρμπρίζ και του είχανε χαρίσει τις πανέμορφες κάλτσες... Tις είχε περιεργαστεί, μετά κοιτάζοντας  τη ξυπολησιά του είχε πει αγανακτισμένα: "Ανάθεμα τη γκίνια μου".

moro4τί είμαι; παιδί θαύμα ή παιδί τεράτων;

και να που ο μπαμπάς άρχισε να με γυμνάζει για το τσίρκο και τη τηλεόραση...

κι΄εγώ, σαν μαιμουδάκι, υπακούω στα προστάγματά του,  ώσπου να μεγαλώσω, να δυναμώσω ... αλλά ως τότε, λες να΄ χω συνηθίσει στο τσίρκο...    

moro0moro2

moro1

ήμουν ένα πλασματάκι στο έλεος γιγάντων...

άρχισα να νιώθω προστασία στην αγκαλιά της...

ο παπαγάλος όμως στριγγλίζει "το μωρό πρέπει να βγει στο τσίρκο..."

moro7

moro3

moro4

είσαι παιδί-θαύμα! θα μας κάνεις πλούσιους! 

άραγε τί είμαι, παιδί - θαύμα ή τέρας της φύσης;

θα το βρω μόνος μου...

προστέθηκε στις: 25 Οκτ 2007

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster