.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ 30-31

30. πουλιά κι αγρίμια ζητούν βοήθεια από τον άνθρωπο

poulia352tarandoi352

 Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΟΝ ΣΒΕΝΤΜΠΕΡΓΚ, τυλιγμένος σε μια κουβέρτα κοντά στο τζάκι, περίμενε τη συντέλεια. O νους του ξεμάκραινε από τα χιλιάδες πουλιά που πετούσαν κατά το νότο και  ταξίδευε στις φώκιες, στους τάρανδους και στις αρκούδες, αλλά και στους ανήλιαγους βυθούς του πολικού κύκλου, με τις φάλαινες, τα καρχαριοειδή... Πλαγκτόν και φύκια και θρυμματισμένοι πάγοι, ταρακουνημένα όλα σ' ένα κοκτέιλ που δεν είχε ξαναδεί ο πλανήτης Γη από το 2700 προ Χριστού, τότε που το ξέσπασμα των νερών είχε διαμορφώσει τη γεωγραφία ως τα σήμερα. Αν μου έκλεβαν τη σκέψη, θα με χαρακτήριζαν απάνθρωπο, σκέφτηκε. 

 Ο πατέρας Λάνσεν μόλις είχε γυρίσει από το υπόγειο, όπου είχε επιθεωρήσει και δοκιμάσει τη βοηθητική μηχανή ηλεκτρικού ρεύματος. Κάθε λίγο είχαν διακοπές και, αν κοβόταν οριστικά το ρεύμα, θα 'βαζε τη βοηθητική γεννήτρια. Έτριβε τις παλάμες του, όχι μόνο γιατί είχε ξεπαγιάσει στο υπόγειο, αλλά και γιατί είχε δει στην απέραντη αποθήκη δεκάδες βαρέλια με πετρέλαιο, που κατά τους υπολογισμούς του αρκούσαν για μήνες. Ο καθηγητής μάντευε τη σκέψη του Λάνσεν, που νόμιζε ότι ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα πάγωνε, αυτός και οι άλλοι στο αστεροσκοπείο, θα χουζούρευαν στη ζεστασιά και θα  τύλωναν τη μπάκα τους... Πού νά΄ξερε, ότι θα ήταν ένας απο τους τελευταίους ανθρώπους πάνω στη Γη, που από καταβολής της  θα περνούσε τη φριχτή περίοδο της συντέλειάς της... ΄Ολες οι γενιές είχαν καλές και άσχημες περιόδους, αλλά αυτή εδώ θα ήταν η πιό τραγική, γιατί συνέπιπτε με το τέλος του ανθρώπου...   

Ο Λιφ με τον Κνουτ είχαν χάσει πια το ενδιαφέρον τους για τους σεισμογράφους και το μόνο που έψαχναν ήταν κάποιο τέλεξ με μήνυμα αισιοδοξίας. Είχαν ανοιχτό το ραδιόφωνο. ¶κουγαν έναν ηρωικό νέο που διάβαζε δελτία καιρού και μηνύματα για χαμένους συγγενείς. Έβαζε μουσική με αφιερώσεις, αλλά όχι τραγούδια. Ο κόσμος είχε πάψει να τραγουδάει, μόνο τουρτούριζε, βογκούσε, κλαψούριζε και μοιρολογούσε. 0 Κνοοτ έριξε αχνιστό τσάι στο φλιτζάνι του και, καθώς μασουλούσε ένα παξιμάδι, παρατηρούσε τον πατέρα του, που προσπαθούσε να εντοπίσει το δορυφορικό σταθμό που τροφοδοτούσε ακόμη τις τηλεοράσεις με προγράμματα. Τον ρώτησε τι ψάχνει να βρει.

 —Τι άλλο από Αμερική...  O Λιφ είχε στραμμένη την προσοχή του στο γέρο, που. κρατώντας σταυρωτά την κουβέρτα στους ώμους του, είχε σηκωθεί και προσπαθούσε να δει έξω από τα θαμπωμένα διπλά τζάμια.

—Βλέπετε τίποτα που δεν μπορώ να δω εγώ, κύριε καθηγητά; ρώτησε.

 —Τι είπες; γρύλισε ο βαρήκοος.

 Ο Λιφ επανέλαβε δυνατά την ερώτηση του, με αποτέλεσμα να στρέψουν την προσοχή τους κι οι Λάνσεν.Ο φον Σβέντμπεργκ έσφιξε την κουβέρτα στους ώμους του, λες κι αγκάλιαζε τον εαυτό του, σήκωσε τη ματιά του ψηλά κι άρχισε ν' απαγγέλλει σε μια γλώσσα ακατάληπτη για τους Λάνσεν.

 —Αρχαία ελληνικά, τους ψιθύρισε ο Λιφ.

Ο καθηγητής, με έξαψη και πάθος, έκανε την απαγγελία του. Καθώς η κουβέρτα κρεμόταν από τη μια μεριά ως το πάτωμα, έμοιαζε με κορυφαίο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, αλλά ένας που δεν τον ήξερε μπορούσε να τον πάρει και για τρελό. Μόλις τελείωσε, άφησε την κουβέρτα να κυλήσει στο πάτωμα, έβγαλε χαρτομάντιλα, σκούπισε το σαλιασμένο στόμα του και μετά είπε: Σοφοκλής!

Πήγε στην πολυθρόνα του κι ο Λιφ τού βόλεψε στην πλάτη την κουβέρτα, ενώ ο Κνουτ τού έβαζε ρόφημα. 0 πατέρας Λάνσεν καταλάβαινε ότι το ποίημα -έτσι το νόμισε- έκρυβε σπουδαία λόγια, αλλά θα τον παρακαλούσε να του το εξηγήσει αργότερα. Τώρα ξανάχε σκύψει στο τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Ο γέρος ρούφηξε μερικές γουλιές και είπε: Είσαστε οι αγαπημένοι μου μαθητές. Αμφιβάλλω αν θα επιζήσετε από αυτό τον κατακλυσμό. Αλλά, αν σωθείτε, πρέπει να διαβάσετε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους. Έχουν πει τα πάντα. Κι όλοι οι μεταγενέστεροι, ακόμη και οι δημιουργοί θρησκειών, ιδεολογιών, κοσμοθεωριών, δεν πρόσθεσαν απολύτως τίποτα. Η αρχαία ελληνική διανόηση υπήρξε ο απέραντος εύφορος αγρός, με τα σπαρτά και τα δέντρα, όπου οι μετέπειτα σκύβουν για να κορφολογήσουν και να τρυγήσουν. Αν στους ανθρώπους της Σελήνης στείλουν την αρχαία ελληνική γραμματεία, τότε ό,τι αξίζει να επιζήσει από τον πλανήτη μας θα έχει διασωθεί .

 —Το άκουσα στις ειδήσεις, είπε ο Κνουτ. Με το «Ελπίδα» οι Αμερικανοί θα σώσουν τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Θα περιέχει και τους αρχαίους συγγραφείς.

—Αυτό ψάχνω να βρω, πετάχτηκε ο πατέρας Λάνσεν. Έχει αναγγελθεί ζωντανή δορυφορική μετάδοση από τη βάση Δώδεκα, απ' όπου θα εκτοξευτεί το διαστημόπλοιο με τη βιβλιοθήκη,

—Αν στείλουν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, καλά θα κάνουν, μουρμούρισε ο γέρος. Μη στείλουν όμως τίποτα κοπρίτες, συμπλήρωσε και άρχισε να γέρνει το κεφάλι για τον ολιγόλεπτο ύπνο του.

 Κάθε φορά που λαγοκοιμόταν. με γερμένο το κεφάλι, οι μαθητές του χασκογελούσαν. Όχι ότι δεν είχαν τον απαιτούμενο σεβασμό, αλλά περίμεναν να δουν τι θα σοφιζότανε πάλι για να τους κάνει να πιστέψουν ότι δεν είχε αποκοιμηθεί. Όταν ξυπνούσε, είχε τέτοια αυτοσυγκέντρωση, που ποτέ δεν άνοιγε τα μάτια ξαφνικά. Έκανε πως ξυνότανε με το σαγόνι στον ώμο ή στο λαιμό. Μετά, σήκωνε απότομα το κεφάλι και τους έλεγε: «Εέρετε τι σκεφτόμουνα τόση ώρα;». Αυτή τη φορά οι νεαροί δεν είχαν όρεξη κι ούτε πήραν είδηση ότι ο δάσκαλος είχε γείρει το κεφάλι, γιατί στα δικά τους στριφογύριζαν σκοτούρες. Ο Νορβηγός προσπαθούσε να μαντέψει πού είχε μεταφέρει το τζετ τον Όλαφ με τη λεχώνα και το μωράκι του. 0 Σουηδός συνάδελφος του σκεφτόταν τι να είχαν απογίνει οι δικοί του στη Στοκχόλμη. Δεν είχε κατορθώσει να έχει τηλεφωνική επικοινωνία, ίσως γιατί έτρεχαν πανικόβλητοι προς τα νότια. Και οι δυο βοηθοί, αν και είχαν εξασφαλισμένη ζεστασιά και τροφή για πολλούς μήνες, καταλάβαιναν πόσο δύσκολη, ίσως απελπιστική, θα γινόταν η κατάσταση, ίσως και πολύ σύντομα. Μετατόπιση του άξονα της Γης σήμαινε θάνατος...

Η φωνή του πατέρα Λάνσεν διέκοψε τους συλλογισμούς τους: Το 'πιασα! Κύριε καθηγητά, παιδιά, ελάτε να δείτε την εκτόξευση του διαστημοπλοίου. 

Ο φον Σβέντμπεργκ, που λαγοκοιμόταν. πετάχτηκε κι΄είπε: Σκατά. Προσωπικότητες και επιστήμονες, χεσμένοι από το φόβο τους, την κοπανάνε για τη Σελήνη.

—Η περίφημη βάση Δώδεκα, είπε ο Λιφ.

—Βρέχει κι εκεί, αλλά όχι τόσο όσο εδώ, γιατί βλέπω και μπάντα μουσικής, πρόσεξε ο Κνουτ.

—Και εξέδρα με κόσμο, απόρησε ο Λάνσεν.

—Πάρτε μολύβι και χαρτί και σημειώστε ποιοί φοβητσιάρηδες την κοπανάνε, φώναξε ο καθηγητής και πλησίασε.

 Έσκυψε μήπως δει καμιά γνωστή φάτσα, όπως του Μίλκαμ. Οι κάμερες σκόπευαν τώρα τους αστροναύτες και τους επιβάτες -όλοι με φόρμες-, καθώς τους έφερνε ο κυλιόμενος διάδρομος μπροστά στο εξωτερικό ασανσέρ, που θα τους ανέβαζε πάνω από τους πυραύλους εκτόξευσης, στο κυρίως σκάφος. Η φωνή του σπίκερ ακούστηκε καθαρά: «0 διοικητής πτέραρχος Σουλτς θα διαβάσει την ημερησία διαταγή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Τζέιμς Τζάκσον». Μια φωνή συγκινημένη, που προσπαθούσε να γίνει στεντόρεια, άρχισε να διαβάζει: «Αντρες, γυναίκες, παιδιά αυτής της χώρας! Ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σας καλώ να ξεχάσουμε για λίγο την τραγική κατάσταση της ανθρωπότητας και του έθνους μας. Αυτή τη στιγμή επιβιβάζονται στο διαστημόπλοιο οι επιστήμονες και ηλεκτρονικοί, οι σκυταλοδρόμοι από τη Γη στη Σελήνη. Ανάμεσα τους και νεαρά ζευγάρια, απαραίτητα για τη διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους, χωρίς να σημαίνει ότι εμείς εδώ δε θα εξακολουθήσουμε να δίνουμε τον αγώνα μας. Στο διαστημόπλοιο υπάρχει ήδη η ψηφιακή βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, με αρχειοθετημένη την ιστορία της ανθρωπότητας. Πολίτες των ΗΠΑ, είχα θέση μέσα στο διαστημόπλοιο αλλά προτίμησα να μείνω με την οικογένεια μου, τους συνεργάτες μου και εσάς όλους. Μαζί θα αντιμετωπίσουμε τη φοβερή καταστροφή που πλήττει όχι μόνο τη χώρα μας αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σας εύχομαι κουράγιο και αντοχή, όπως ευχόμαστε όλοι μαζί καλό ταξίδι στους αστροναύτες και επιβάτες του διαστημοπλοίου της Ελπίδας!».

Η φρουρά παρουσίαζε όπλα, η μπάντα παιάνιζε τον εθνικό ύμνο και το ασανσέρ ανέβαζε τους ταξιδιώτες με τις λευκές φόρμες. Ο σπίκερ ανέφερε το όνομα του αρχηγού της αποστολής, του δόκτορα Λούθηρου Τζόρνταν, κι ο Σβέντμπεργκ,, αναφώνησε: «Αξιος! ¶ξιος!». Αρχισε μάλιστα να χοροπηδάει από χαρά όταν κουσε και το όνομα  του Ιάπωνα βοηθού του, που τον συνόδευε. 

Το εξωτερικό ασανσέρ υψωνόταν στα πλευρά των εκτοξευτήρων και των πυραύλων, για να σταματήσει σ' ένα άνοιγμα του κυρίως σκάφους, απ' όπου οι επιβάτες θα έμπαιναν στα σπλάχνα του. Μερικοί δισταχτικά, άλλοι αποφασιστικά, όλοι όμως με κάποιο φόβο, μουδιασμένοι και τρομοκρατημένοι. Έμοιαζαν με εντελώς άπειρους αλεξιπτωτιστές που ετοιμάζονταν για το πρώτο τους άλμα. Ο σπίκερ αράδιαζε ονόματα και ειδικότητες κι ο καθηγητής, με την παλάμη στο αυτί, προσπαθούσε ν΄ ακούσει γνωστούς επιστήμονες και τεχνικούς, αλλά μάταια. Ονόματα αντρικά και γυναικεία εντελώς άγνωστα σ' αυτόν. Ξαφνικά, ούτε κεραυνός να είχε πέσει στο κεφάλι του γέρου δε θα τον ταρακουνούσε τόσο. Αλλά και οι άλλοι είχαν μείνει κεραυνοβολημένοι, δεν πίστευαν στ' αυτιά τους: «Όλαφ Λάνσεν με τη γυναίκα του και το νεογέννητο κοριτσάκι τους, το πρώτο παιδί που θα πάει στη Σελήνη. Ο Νορβηγός Όλαφ Λάνσεν είναι συνεργάτης του διάσημου καθηγητή φον Σβέντμπεργκ...».

Η οικογένεια Λάνσεν αποτελούσε τους τελευταίους επιβάτες του ασανσέρ και η κάμερα έκανε ζουμ πάνω στον Όλαφ και στη γυναίκα του, που στο στήθος της, στερεωμένο με ιμάντες, μάντευες ότι κούρνιαζε το μωράκι. Η λεχώνα χώθηκε στο άνοιγμα, αλλά ο Όλαφ γύρισε κατά την κάμερα κι έστειλε ένα φιλί χαιρετισμό.

—Μαντεύει ότι τον βλέπουμε, έκανε σαν τρελός από τη χαρά του ο Κνουτ κι έσκυψε και φίλησε το γυαλί.

—Ο Θεός είναι μεγάλος, πολύ μεγάλος! φώναζε ο πατέρας Λάνσεν, κι όταν ο Όλαφ χάθηκε μέσα στο σκάφος, έσκυψε κι άρχισε να φιλάει τα χέρια του καθηγητή.

Εκείνος, ακίνητος, σαν κεραυνοβολημένος, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει στ' αυτιά του και στα μάτια του. Θεωρούσε απίθανο έναν τέτοιο συνδυασμό σύμπτωσης και τύχης. Σίγουρα επρόκειτο για όνειρο κι ο καθηγητής τράβηξε τα χέρια του, απαλλάχτηκε από τα φιλιά και τα αγκαλιάσματα των Λάνσεν κι είπε συγκινημένος: Παιδιά μου, αν δεν είναι όνειρο, είναι θαύμα.

—Θαύμα απίστευτο, είπε ο Λιφ βλέποντας τον καθηγητή να προσπαθεί να κρύψει τα δάκρυα του.

—Πιστεύω να δείξει και την εκτόξευση, έκανε ο Κνουτ και πλησίασε στην τηλεόραση. 

Ο καθηγητής είχε συνέλθει. Έλαμπε το πρόσωπο του κι είπε στον Λάνσεν να φέρει κρασί. Αυτός έφυγε βιαστικά, για να προλάβει την εκτόξευση, αλλά ο σπίκερ είπε ότι η δορυφορική σύνδεση είχε τελειώσει. Απογοητεύτηκαν, αλλά ο καθηγητής είπε: Εδώ και δεκαετίες δεν έχει συμβεί κανένα ατύχημα στο διάστημα και καμιά εκτόξευση δεν έχει αποτύχει. Μόνο μια φορά έτυχε το ιστορικό εκείνο απρόοπτο, που ο αστροναύτης Γκόρντον, αυτός που έσωσε τον Όλαφ και τον πήρε μαζί του στο διαστημόπλοιο, το διόρθωσε. Να είσαστε σίγουροι ότι όλα θα πάνε καλά. Ρίχτε τώρα κρασί.

Γέμισαν τα ποτήρια, τα σήκωσαν κι ο Σβέντμπεργκ, συγκινημένος ακόμη, ευχήθηκε: «Καλό ταξίδι». Μετά, αφού ήπιε το κρασί του ως τον πάτο, πρόσθεσε: Ο Όλαφ Λάνσεν άξιζε να σωθεί με τη γυναίκα του και το παιδί του. Χωρίς να έχω τη χαρά να τον γνωρίζω από κοντά, από τη φωνή του μόνο κατάλαβα πόσο άκακος, ταπεινός και γενναίος είναι. Όπως γενναίος, αλλά και σοφός, αφού τον πήρε στο ιστορικό αυτό ταξίδι, είναι και ο αστροναύτης Γκόρντον. 

Ο θαυμασμός των Λάνσεν και του Λιφ Έρικσον είχε μεγαλώσει για τον άνθρωπο Σβέντμπεργκ, τον αφοσιωμένο δεκαετίες στη μελέτη και στην επιστήμη του. Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να ζούνε χίλια χρόνια, σκεφτόταν ο πατέρας Λάνσεν κι ο καθηγητής, βλέποντας την απλανή ματιά του, τον ρώτησε τι στοχαζότανε.

—Τι στοχάζομαι, κύριε καθηγητά; Ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έζησε τριάντα τρία χρόνια, αλλά εγώ αμάρτησα πριν λίγο, γιατί σκέφτηκα ότι εσείς αξίζετε να ζήσετε χίλια χρόνια...

—Αν και είμαι άθεος, πραγματικά αμάρτησες. Γιατί η ταπεινότητα μου δεν υπήρξε παρά μέλος μιας επιστημονικής κοινότητας που μόνο αυτή με ήξερε. Αλλά βέβαια για το γιο σου, καλή του η ώρα στο διαστημόπλοιο, υπήρξα ένας μικρός θεός, όπως κι ο Γκόρντον. Κι οι δυο μας συντελέσαμε να παραταθεί η ζωή του, όπως και της συντρόφου του και του μωρού τους. Μπορεί όμως και κάποια άλλη υπερφυσική δύναμη, που δε θα μάθουμε ποτέ, να έσπρωξε εμένα και τον Γκόρντον στη σωτηρία του. Ας πούμε, για να καταξιωθεί η θρησκευτική σου ευλάβεια, ο Χριστός σου... Πάντως, φίλε μου, εσύ ο ταπεινός θα φύγεις από αυτό τον κόσμο με ήσυχη συνείδηση, ότι πίστευες στο Δημιουργό-Θεό σου κι ότι η ψυχή σου θ' αναμένει μια ανάσταση νεκρών. Ενώ εγώ, ο παντογνώστης, που έχω διαβάσει όλες τις διάνοιες και τους σοφούς κι όσα είπανε ο Χριστός και ο Δαρβίνος, θα εγκαταλείψω τη ματαιότητα χωρίς να μάθω ποτέ τι είναι ο θάνατος. Αλλά και ούτε τι ακριβώς είναι αυτή η θαυμαστή δημιουργία των εκατοντάδων χιλιάδων ειδών της βιολογικής πανσπερμιας της θάλασσας και της ξηράς.

Οι Λάνσεν και ο Έρικσον άκουγαν πάλι τον καθηγητή, όπως κάποτε οι μαθητές του στην Ουψάλα. Τότε που οι συγκλητικοί του πανεπιστημίου τον κατηγορούσαν για λαϊκισμό, γιατί δίδασκε έτσι απλά, όπως μιλούσε τώρα, χωρίς δυσνόητες επιστημονικές περικοκλάδες. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής του είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι ο Σβέντμπεργκ είχε μελετήσει τα Ευαγγέλια, γιατί μιλούσε απλά σαν το Χριστό. Αλλά κανένας δεν είχε προσέξει ότι ο Σουηδός καθηγητής δεν είχε καμιά απολύτως εκτίμηση στον άνθρωπο, που χάρη στο υπερανεπτυγμένο μυαλό του είχε υποτάξει και δυναστέψει όλα τα είδη ζωής. Να όμως που η δημιουργός δύναμη του σύμπαντος, που είχε χαρίσει στο γαλαζοπράσινο πλανήτη και στο κάτοικό του όλα τα δώρα ευτυχίας και μακροημέρευσης, απέσυρε τώρα την ευλογία της...  

erth351erth349

 

Οι νεαροί στρώσανε το τραπέζι και φέρανε τα φαγητά. Ο Λάνσεν είχε βάλει τη γεννήτρια, γιατί το ρεύμα είχε κοπεί οριστικά. 0 ξυλουργός δεν το είχε πάρει απόφαση ότι είχε φτάσει το τέλος του κόσμου, τώρα μάλιστα με το απόθεμα χαράς από τη σωτηρία του Όλαφ. Είχε τεντωμένα τα αυτιά του στην τηλεόραση, αλλά τα μάτια του στον καθηγητή, το σωτήρα του Όλαφ. Έξω λυσσομανούσε η φύση κι ο Σουηδός σκεφτόταν ότι το άγριο τσουνάμι θα είχε κάνει σμπαράλια και θρύψαλα τις ακτές και τα φιόρδ. Το αστεροσκοπείο ήταν μακριά και ψηλά από τη θάλασσα. Υπολόγιζε ότι θ' άντεχε βδομάδες, ίσως και μήνες... Αλλά δεν ήθελε να τους το πει, γιατί έπρεπε να συνηθίσουν στην αναμονή του θανάτου κι όχι της σωτηρίας. Όπως ο θανατοποινίτης που ξέρει ότι έχει απορριφθεί και η ύστατη αίτηση του για χάρη και αργά ή γρήγορα θα τον ξυπνήσουν μια αυγή. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Ο Λάνσεν κοίταζε με αγάπη και θαυμασμό τον καθηγητή και καταλάβαινε ότι συλλογιζόταν. Ήθελε να τον παρακινήσει σε κουβέντα, να μάθει που έτρεχε ο νους του, ν' ακούσει τις σοφές σκέψεις, τις γλαφυρές περιγραφές του. Μα δεν τολμούσε. Πριν καθίσουν στο τραπέζι, ο ξυλουργός έκανε το σταυρό του λέγοντας να είναι καλό το ταξίδι στο διάστημα. Και να δίνει κουράγιο ο Θεός σε όσους αγωνίζονται να επιζήσουν... Και ν' αναπαυτούν οι ψυχές αυτών που χάθηκαν... Η τηλεόραση εξ,αχολοοϋούσε να μεταδίδει κλασική μουσική, γεγονός που σήμαινε ότι τα δεινά ήταν τόσο συσσωρευμένα, που ποιό να πρωτόλεγε;

Φάγανε αμίλητοι, κι όταν ο Λιφ με τον Κνουτ μάζεψαν τα σερβίτσια, κάθισαν κοντά στο τζάκι με τους άλλους δύο. Από την τηλεόραση, που δεν είχε εικόνα αλλά μόνο ήχο, άκουσαν ότι στο διαστημόπλοιο «Ελπίδα» είχε αρχίσει η τελειωτική αντίστροφη μέτρηση. Ο πατέρας Λάνσεν άρχισε να ασχολείται με το ραδιόφωνο, το οποίο είχε πολλά παράσιτα. Σε μια στιγμή εντοπίστηκε κάποιος γερμανικός σταθμός, αλλά ο Λιφ στάθηκε αδύνατον να ξεχωρίσει κάποια φράση. Ο γέρος έγνεψε να το κλείσουν, έφτιαξε την κουβέρτα του και βολεύτηκε όσο μπορούσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του. Έκλεισε τα μάτια και τον πήρε τον υπνάκο του αμέσως. Κοιμόταν σαν λαγός, με τα αυτιά τεντωμένα, να τινάζονται ανεπαίσθητα στον παραμικρό θόρυβο, λες κι αυτός ο βαρήκοος άκουγε στον ύπνο του ό,τι δεν μπορούσε ν' ακούσει ξύπνιος. Καθώς ο Λάνσεν τον παρατηρούσε επισημαίνοντας αυτή την ιδιότητα του, ο Κνουτ τού χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι- πραγματικά, ο καθηγητής άκουγε καλύτερα στον ύπνο του. Έτσι, σε μια προσπάθεια του να πάρει το ραδιόφωνο και να πάει στην κουζίνα, τ' ακουστικά όργανα του γέρου τινάχτηκαν τόσο έντονα και τα ρουθούνια του έκαναν τέτοιες συσπάσεις, που δείλιασε να την ολοκληρώσει. Σε λίγο όλοι τους είχαν αποκοιμηθεί στις πολυθρόνες, ώσπου τους ξύπνησε ο καθηγητής: ¶κουσα παράξενα γρατσουνίσματα στην πόρτα, τους είπε. Πήγαινε, Λιφ, να δεις τι συμβαίνει.

—Πάμε μαζί, έκανε ο Λάνσεν.

Γύρισαν μ' ένα ταλαιπωρημένο λυκόπουλο, σχεδόν ξεψυχισμένο. στην αγκαλιά του Λάνσεν. 0 γέρος τους συμβούλεψε να μην το βάλουν αμέσως κοντά στη φωτιά και να του κάνουν μασάζ σ' όλο το σώμα. Το τρίχωμα του ήταν μούσκεμα και οι νεαροί το σκούπιζαν, ενώ ο Λάνσεν πήγε να φέρει κάποιο μπουκάλι με θερμαντικό. 0 καθηγητής τού χάιδευε το κεφάλι πάνω από τα μάτια, που τον κοίταζαν μ' ευγνωμοσύνη. Σίγουρα το ζωάκι θα 'χε εισχωρήσει στον περίβολο του κτιρίου πριν κλείσουν την αυλόπορτα, έξω από την οποία πολλά αγρίμια θα ζητούσαν βοήθεια. 

Ο γέρος βγήκε στο διάδρομο, προχώρησε κι άρχισε ν' ανεβαίνει στην κυκλική σκάλα που οδηγούσε στην αίθουσα του μεγάλου τηλεσκόπιου. Αφού ξαπόστασε μια δυο φορές, κατευθύνθηκε στο μικρό κινητό τηλεφακό και τον έστρεψε κατά την τζαμαρία. Μπροστά του απλωνόταν ο απέραντος αυλόγυρος, ως την εξώπορτα. Νέταρε τους φακούς και ξαφνικά αντίκρισε αγέλες ταράνδων κι άλλων ζώων, που είχαν φτάσει έξω από το κτίριο ζητώντας άσυλο. Αρκούδες και λύκοι, τάρανδοι και μικρότερα ζώα, άλλα πεσμένα κι άλλα στα πόδια τους ακόμη, είχαν συγκεντρωθεί πανικόβλητα. Ζητούσαν βοήθεια από τον άνθρωπο... Κανένα δεν έκανε επίθεση στο άλλο, θύτες και θύματα πριν λίγες ημέρες, τώρα είχαν στραμμένη τη ματιά τους στο φωτισμένο κτίριο, που απόπνεε ζεστασιά και θαλπωρή, σωτηρία. 0 καθηγητής ανέβασε λίγο ψηλότερα το τηλεσκόπιο κι είδε χιλιάδες γλάρους κι άλλα θαλασσοπούλια να γυροφέρνουν, και πάρα πολλά να πέφτουν σαν καμικάζι και να τσακίζονται στο έδαφος. Πετούσαν μερόνυχτα από τον πολικό κύκλο και μόνο ως εδώ είχαν καταφέρει να αντέξουν. ΄Αλλα, δυνατότερα, συνέχιζαν κατά το νότο.

Ο Λάνσεν βρήκε το γέρο με την κουβέρτα πεσμένη στο πάτωμα, καθισμένο στη βιδωτή καρέκλα του τηλεσκόπιου, να έχει πιάσει με τις παλάμες το πρόσωπο του και να δείχνει εξουθενωμένος, ανήμπορος.

—Ο λύκος ζωντάνεψε, του είπε.

Ο γέρος κούνησε θλιβερά το κεφάλι και άπλωσε το χέρι του να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Μετά του έδειξε την καρέκλα να καθίσει και του έγνεψε να δει. 0 Λάνσεν χούφτιασε τις λαβές, έσκυψε με ανησυχία στον τηλεφακό. Όταν σήκωσε τα μάτια του κατά τον καθηγητή, το πρόσωπο του είχε πανιάσει.

 —Φοβερό... Τώρα πιστεύω ότι πρόκειται για τη συντέλεια του κόσμου τούτου, ψέλλισε.

—Τα είδες; Όλα έχουν στραμμένη τη ματιά τους στις φωτισμένες τζαμαρίες μας. Τα χωριά, κι οι πόλεις ακόμα, θα έχουν πλημμυρίσει από βουνίσια ζώα κι αγρίμια, που, όπως οι άνθρωποι, θα αναζητούν σωτηρία. Θύτες και θύματα συναδελφώθηκαν μπροστά στον πανικό του θανάτου.

—Συνήθως τα αγρίμια λουφάζουν, φεύγουν ή επιτίθενται στον κίνδυνο. Τώρα το αλάθητο ένστικτο τους τα οδηγεί να ζητήσουν προστασία από τον άνθρωπο. Ακόμα κι ο λύκος...

—Ακριβώς, γιατί πλησιάζει το τέλος. Γι' αυτό, τώρα που θα πάμε στο γραφείο μου, θέλω να μιλήσουμε σοβαρά. Έχω υπνωτικά χάπια που μπορούν να κοιμίσουν κι ελέφαντα. Την ύστατη στιγμή θα τα χρειαστούμε σε μεγάλη δόση εμείς και τα παιδιά. Δεν είναι ανάγκη να τους το πούμε. Θα τα ρίξουμε στο ρόφημα και θα κοι¬μηθούμε όλοι για πάντα.

—Ως χριστιανός δεν το εγκρίνω, κύριε καθηγητά.

 —Βοήθησε με να κατέβω, έκανε ο γέρος. 

Ο Λάνσεν τον κατέβασε στις σκάλες με δυσκολία. 0 καθηγητής με τα διπλώματα και τις απέραντες γνώσεις, ο Έρικ φον Σβέντμπεργκ, δεν ήταν ο ίδιος σκληροτράχηλος και χιουμορίστας που ανέβαινε πριν λίγο τα σκαλοπάτια. Είχε κυριολεκτικά καταρρεύσει, σερνόταν στα πόδια του. 0 φον Σβέντμπεργκ κάθισε στο γραφείο του με τη βοήθεια του Λάνσεν, που του 'δωσε να πιει ένα τονωτικό με βότκα.

—Συνήλθα κάπως, είπε ο γέρος και ξεκλειδώνοντας ένα συρτάρι, άρχισε να ψαχουλεύει. Έβγαλε ένα μπουκαλάκι και το 'δειξε στο Νορβηγό. Μακάρι να 'χαμε χιλιάδες, για ν' αναπαύαμε και τα δυστυχισμένα ζώα, μουρμούρισε.

—Περισσότερο σκεφτόσαστε τα ζώα από τους ανθρώπους, τόλμησε να πει ο Λάνσεν.

—Ναι, γιατί το μυαλουδάκι τους δεν έχει την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου, αυτού του σατανικού κομπιούτερ της απληστίας, της έπαρσης, με λίγα λόγια της ιδιοκτησίας και της κατάκτησης, που συχνά γίνεται μπούμεραγκ αυτοκαταστροφής. Ακόμη και στο σεξουαλικό τομέα, τα ζώα κάνουν έρωτα μόνο την περίοδο της αναπαραγωγής. Ο άνθρωπος, κι εκεί, είναι άπληστος, ακόρεστος, όπως είναι αχαλίνωτος σε κάθε του πράξη. Κανένα αγρίμι και θηρίο δεν έχει τα κακούργα ένστικτα του ανθρώπου, κι επειδή, όπως μου είπε ο Κνουτ, σ' αρέσει το διάβασμα, βρες στη βιβλιοθήκη οποιοδήποτε βιβλίο ιστορίας. Πάρε κόκκινο μολύβι και υπογράμμιζε τις συρράξεις και τους πολέμους, τις διώξεις, τα βασανιστήρια, τις γενοκτονίες, τα ολοκαυτώματα, τις αντεκδικήσεις, τις εξορίες, τις σφαγές των απολίτιστων, τους βομβαρδισμούς των πολιτισμένων. Φρικαλεοτητες για τις οποίες απονέμονται παράσημα. στήνονται ανδριάντες, εκφωνούνται πανηγυρικοί και γίνονται παρελάσεις. Θύτες και θύματα, στη μακραίωνη ιστορία του ανθρώπου, εναλλάσσονται, ξεδιπλώνονται, μπερδεύονται, γίνονται σερπαντίνες ενός καρναβαλιού, που όλες θα καταλύουν στο σκουπιδοτενεκέ... Αυτός είναι ο άνθρωπος.

 —Με όλο το σεβασμό που σας έχω, θα μου επιτρέψετε να πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι το τέλειο δημιούργημα του Θεού.

—Καλέ μου Λάνσεν, έχω συζητήσει με φιλοσόφους και θεολόγους, έχω διαβάσει απόψεις κορυφαίων διανοητών, αλλά, πίστεψε με, βε βρήκα άκρη. Και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι κανένας δεν είναι αιώνιος, ούτε οι δημιουργοί θρησκειών, αυτοκρατοριών, ιδεών, πλούτου, αλλά ούτε κι η Γη, κι ίσως ούτε το σύμπαν. Τι λες λοιπόν, θα χρησιμοποιήσουμε τα χάπια σε ώρα απόγνωσης και τρόμου;

—Εγώ, ποτέ, κύριε καθηγητά.

Ο γέρος, που είχε βρει πάλι το κουράγιο του, τον αγκάλιασε με τη ματιά του.

 —Λάνσεν, και συ και τα παιδιά σου είσαστε δράκου γέννα. Ο Όλαφ, μάλιστα, λόγω συνθηκών, το απόδειξε περισσότερο από όλους σας. Τον σκεφτόμουν στο καμπαναριό με τη λεχώνα και το μωράκι τους κι ήμοονα σίγουρος ότι θα πάλευε με νύχια και με δόντια ως την ύστατη στιγμή. Και ξέρεις γιατί; Γιατί ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, σε όλα του τα κύτταρα, φώλιαζε η ελπίδα. Και τι ελπίδα; Απρόσμενη. Ας πιούμε λοιπόν ακόμη ένα τονωτικό, πατέρα του Βίκιγκ, κι ας ελπίζουμε κι εμείς.

 —Πατέρα! Κύριε καθηγητά! Ο Όλαφ πετάει στο διάστημα!

Ο Κνουτ μπήκε σαν σίφουνας χοροπηδώντας και πίσω του ο Λιφ, κι αυτός χαρούμενος.

—Έγινε η εκτόξευση; ρώτησε ο Λάνσεν λάμποντας από χαρά.

—Έγινε, πατέρα, με επιτυχία, το ακούσαμε στο ραδιόφωνο.

 —Δόξα ο Θεός! 0 Λάνσεν έκανε το σταυρό του κι ο γερος ζωντάνεψε, ανανέωσε το κουράγιο και το χιούμορ του.

—Να δείτε που θα μας πάρει και τηλέφωνο, είπε και πετάχτηκε ανεμίζοντας την κουβέρτα του.

—Υπάρχει Θεός, κύριε καθηγητά, έκανε ο ξυλουργός, κι ας μην πιστεύετε.

—Υπάρχει ο καθηγητής φον Σβέντμπεργκ και υπάρχει κι ο αστροναύτης Γκόρντον, αλλιώς ο γιος σας, κύριε Λάνσεν, δε θα ζούσε τώρα, ούτε η νύφη σας ούτε η εγγονούλα σας, πετάχτηκε ο συνήθως σιωπηλός Λιφ.

Ο Σβέντμπεργκ σήκωσε την παλάμη του και, κάνοντας μια χειρονομία προς τον Λιφ, σαν να 'λεγε «βλακείες...», είπε στον Λάνσεν: Ξυλουργέ, αν υπάρχει Θεός, ούτε εμείς θα τον δούμε ποτέ, αλλά ούτε ο Όλαφ εκεί ψηλά που πάει.

΄Αρχισε να βηματίζει, μετά σταμάτησε στη μέση του γραφείου, άπλωσε τα χέρια κι έπιασε από τους ώμους τον Λιφ και τον Κνουτ και τους είπε: Πάντως υπάρχει κάποιος πλάστης που δημιούργησε το σύμπαν κι εμάς, τα ασήμαντα σκουλήκια, τα εργατικά και πανέξυπνα, αλλά και τα μοχθηρά και άπληστα. Γι* αυτό δεν μπορούν τα σκουλήκια να δουν το δημιουργό τους... Κρύβεται από τύψεις γιατί τα δημιούργησε.

Όχι, δεν είναι οι άνθρωποι σκουλήκια, σκεφτόταν ο πατέρας Λάνσεν. Η συχωρεμένη γυναίκα του ήταν σπουδαία μάνα και τα παιδιά τους, όπως χι ο ίδιος, έντιμα μέλη της κοινωνίας. Έβγαζαν το ψωμί τους εργαζόμενοι, εκκλησιαζόντουσαν, έριχναν τον οβολό τους στο κουτί των γερόντων και των απόρων, δεν είχαν πειράξει ούτε μερμήγκι... Ξαφνικά ένιωσε πάνω του καυτή τη ματιά του καθηγητή, λες και ξεγύμνωνε τη σκέψη του... «Ήμαρτον, Θεέ μου» μουρμούρισε κι άρχισε να σταυροκοπιέται. Θυμήθηκε ότι κατσάδιαζε τον Όλαφ, όταν του έλεγε ότι δεν ήθελε να γίνει παίκτης του χόκεϊ και να κερδίζει περισσότερα χρήματα από όσα του αρκούσαν για να ζει ήρεμος στη σιωπή των πάγων...

31. Αμερικανοί και Ρώσοι καταργούν τις σημαίες

proselini

Το ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟίΟ είχε περάσει τη χρονική περίοδο εκτόξευσης, είχε αποβάλει τους αρχικούς πυραύλους και τώρα πετούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πέρα από την ατμόσφαιρα της Γης, στον αστρικό χώρο. Από το θάλαμο των αστροναυτών δόθηκε το σήμα «όλα καλώς» στο φωτεινό πίνακα και η φωνή του φροντιστή καθοδήγησε τους επιβάτες πώς να ξεσφίξουν τις ζώνες ασφαλείας και, με το γαλάζιο μοχλό, να επαναφέρουν τις πολυθρόνες τους από την επικλινή θέση στην κανονική. Τώρα που οι επιβάτες είχαν περάσει την ένταση και την αγωνία της εκτόξευσης, ο ένας κοίταζε τον άλλο αμήχανα, μερικοί ήταν ακόμη φοβισμένοι.

— Όλα βαίνουν αισίως, ακούστηκε η φωνή του κυβερνήτη, που επέβλεπε τα πάντα από κάμερες. Οι βάσεις μας στη Γη και στη Σελήνη ελέγχουν όλα τα όργανα μας, που λειτουργούν τέλεια, χωρίς κανένα πρόσκομμα. Διαβάστε τις οδηγίες προς ταξιδευτές του διαστήματος.

Ο Ισαάκ διάβασε: Ο άνθρωπος στη Σελήνη νιώθει πιο δυνατός λόγο έλλειψης βαρύτητας. Ο έποικος διαφοροποιείται οργανικά από το γήινο εαυτό του και τα παιδιά που θα γεννηθούν στο διάστημα θα βρίσκουν δυσκολίες να ζήσουν στη Γη, όπως εμείς στη Σελήνη. Για όλα όμως έχουν προβλέψει και φροντίζουν οι ειδικοί επιστήμονες, κάποιοι από τους οποίους βρίσκονται στο διαστημόπλοιο. Μην εκπλήσσεστε όσοι δεν το γνωρίζετε, αλλά εκεί που πάμε υπάρχει διαφορετική μορφή φυλετικού διαχωρισμού, ανάλογα με τη βαρύτητα στην οποία προσαρμόζεται ο κάθε έποικος. Είναι η μηδενική, η ενδιάμεση και η μοναδιαία.

Ακούστηκε η φωνή του κυβερνήτη: Για απορίες και πληροφορίες, συμβουλευθείτε τον ατομικό σας υπολογιστή. Και τώρα θα σας πει δυο λόγια ο συγκυβερνήτης Τζέιμς Γκόρντον.

 —Συνταξιδιώτες και συνταξιδιώτισσες, το θετό μου όνομα Τζέιμς Γκόρντον έμεινε στην πλημμυρισμένη Γη. Ξαναπαίρνω το πραγματικό μου όνομα, Δημήτριος Γόρδιος... Ξέρω πώς νιώθετε, γιατί όλοι αφήσατε προσφιλή πρόσωπα και αναμνήσεις. Μια νέα ζωή μας περιμένει εκεί ψηλά - κακή η διατύπωση μου, γιατί στο διάστημα δεν υπάρχει πάνω και κάτω. Η Σελήνη έχει εποικιστεί, επανδρωμένοι σταθμοί υπάρχουν στο γαλαξία μας κι εμείς, οι σατανάδες της Γης, προσπαθούμε να κρυώσουμε τη θερμή Αφροδίτη και να ζεστάνουμε τον παγωμένο Αρη. Δεν τους αφήνουμε στη γαλήνη τους, προσπαθούμε να τους βάλουμε σε φασαρίες... Το ίδιο μπορεί να επιχειρήσουμε, αργότερα, και στο χειμαζόμενο τώρα λίκνο μας. Έχω την αίσθηση, ή ψευδαίσθηση, ότι κάποια μακρινά Ηomo Sapiens, προικισμένα περισσότερο από εμάς, είχαν επισκεφθεί τον πλανήτη μας πριν χιλιάδες χρόνια στα κοσμοδρόμια των Ανδεων. Αν δεν έχει προηγηθεί στον πλανήτη τους η δική μας συντέλεια, ελπίζω να μας συνδράμουν. Καλό ταξίδι και παρηγοριά σε όλους μας...

Οι δυο φροντιστές με τις κάσκες των ακουστικών και των λαρυγγοφώνων έκαναν τον έλεγχο σε όλους τους επιβάτες, ως το τέλος του διαδρόμου, που βρίσκονταν ο Ισαάκ με τη Λίζα, η Έλπι, οι Λάνσεν. Και πίσω τους. ο Γιαπωνέζος με το ανέκφραστο πρόσωπο, που δε μιλούσε, δεν έτρωγε, αλλά παρακολουθούσε ακίνητος τα πάντα. Οι επιβάτες ήταν ακόμη φοβισμένοι και ζαλισμένοι από το ταρακούνημα της εκτόξευσης. Η μετακίνηση των φροντιστών στο διάδρομο γινόταν πάνω σε μεταλλική τσουλήθρα γαντζωμένη σε ράγες. Τα καθίσματα των ταξιδευτών, πάνω στα οποία ήταν στε¬ρεωμένοι με ιμάντες, έπαιρναν την κανονική τους θέση. Ο Ισαάκ έτριβε τα χέρια του χαμογελώντας στους φροντιστές. Ένας από αυτούς βοήθησε τη Λαπωνέζα με το μωρό της ν' ανασηκωθεί στο κάθισμα, ενώ ο Όλαφ νόμιζε ακόμη ότι ονειρευόταν και ότι σε λίγο θα ξυπνούσε.

Ο Ισαάκ έπιασε το χέρι της Λίζας, που σκεφτόταν ότι όσο είχε δίπλα της αυτό τον απίθανο Νεοϋορκέζο δεν είχε να φοβάται τίποτα. Τώρα καταλάβαινε ότι ποτέ δεν ήταν παράφορα ερωτευμένη μαζί του, αλλά τον θαύμαζε για την εξυπνάδα και την ευστροφία του μυαλού του. Της το είχε πει και ο πατέρας της, αυτός ο νεαρός θα πήγαινε πολύ μπροστά. Πολύ ψηλά, θα εννοούσε...

Οι επιβάτες είχαν συνέλθει, οι σφυγμοί τους στο ατομικό καντράν χτυπούσαν κανονικά, ο ηλεκτρονικός γιατρός τους επόπτευε για κάθε ενδεχόμενο. Οι φροντιστές σταματούσαν σε κάθε σειρά για τον έλεγχο, χαμογελούσαν μέσα από τις κάσκες τους σ' όσους ήταν ακόμη φοβισμένοι και τελικά γύρισαν στις θέσεις τους. Ο Ισαάκ είχε στρέψει τη ματιά του στο πιλοτήριο, εκεί που βρισκόταν ο εγκέφαλος του διαστημικού λεωφορείου, με τον Κράμερ και τον Γκόρντον. Η κοιλιά του σκάφους δεν του έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί έμοιαζε με αεροπλάνο. Είχε ακόμη και φωτεινό πίνακα, μόνο που αυ¬τός έγραφε «παρακαλώ, μη μιλάτε». Σίγουρα για να μην καταναλώνεται οξυγόνο. Έτσι, όλοι οι επιβάτες, με ένα. βούισμα στ' αυτιά, δεν έβγαζαν κιχ. Χωρίς αμφιβολία ο καθένας είχε τις δικές του σκέψεις. Ποιους έχασε στη Γη, τι θα 'βρισκε στη Σελήνη...

Οι φροντιστές μιλούσαν με τους αστροναύτες μέσα από λαρυγγόφωνα, το 'βλεπε ο Ισαάκ και ήθελε κι αυτός να μιλήσει με τους φίλους του, να μάθει αν είχαν αφανιστεί και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Η μουγκαμάρα τον νευρίαζε τον Νεοϋορκέζο, που είχε φάει με την κουτάλα το μπλαμπλά της τηλεόρασης και τη βαβούρα της πολύβουης Βαβέλ. Έφευγε από μια πόλη με είκοσι εκατομμύρια κατοίκους και πήγαινε σ' ένα χωριό. Κόντευε να σκάσει όσο σκεφτόταν τους αστροναύτες να έχουν συνεχή επικοινωνία με τη Γη. Έπρεπε να έλεγαν και σ' αυτούς, έστω τα κακά μαντάτα. Κανένας δε μιλούσε, πολλοί έμοιαζαν μαρμαρωμένοι. Λες και κρατούσαν την ανάσα τους, μέσα σ' αυτή την ηλεκτρονική κιβωτό του Νώε με τους τριάντα δύο ανθρώπους, τους τραγικά τυχερούς... Η Λίζα, δίπλα του, κοιμόταν του καλού καιρού, όπως κι ο Λάνσεν. Η Έλπι Πάπας είχε κι αυτή ακουμπήσει το κεφάλι στο κάθισμα, μα πίσω από τα κλειστά βλέφαρα της σκεφτόταν το δεσμό της με τον αστροναύτη, το ταξίδι προς τη Σελήνη, όλα ξαφνικά κι αναπάντεχα. Οι δικοί της στην Ελλάδα, αν ζούσαν, θα τη νόμιζαν χαμένη για πάντα. Όμως κανένας δε θα γλίτωνε από τη συμφορά στη Γη - της το 'χε πει ο Τζίμι, που ήθελε να τον λέει Δημήτρη. Την πήρε ο ύπνος, με ένα χαμόγελο γυναικείας αυταρέσκειας... Από τόσες γυναίκες που θα είχε συναντήσει στη ζωή του ο θρύλος του διαστήματος, είχε διαλέξει αυτή για σύντροφο...

Μόνο ο Ισαάκ δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν και κουρασμένος, γιατί τα συνταρακτικά γεγονότα του τελευταίου εικοσιτετράωρου τον είχαν φορτίσει με νευρικότητα. Έπρεπε όμως να κοιμηθεί, το καταλάβαινε ότι είχε ανάγκη από ύπνο. ¶ρχισε να μετράει προβατάκια... Ένα, δύο, τρία, τέσσερα... Ξαφνικά, εκεί που το αεικίνητο μυαλό του σκεφτόταν ότι εδώ ψηλά έπρεπε μάλλον να μετράει αγγελάκια, ένιωσε μια καυτή ματιά πάνω του. Ήταν του Γιαπωνέζου, που καθόταν σταυροπόδι και κάπως στριμωγμένος στη θέση του. Όπως τον κρυφοκοίταξε ο Ισαάκ, σκέφτηκε πως πρέπει να ήταν ο ψυχραιμότερος επιβάτης. Και πώς να μην ήταν... 0 νεαρός μετεωρολόγος περισσότερο μάντευε παρά γνώριζε την ιστορία του, που του την είχε αποκαλύψει μέσες άκρες ο Δημήτρης. Κλωνοποίηση σαμουράι, με καθαρό μυαλό, αγνή ψυχή και ατσάλινη καρδιά, έτοιμος να υπερασπιστεί την τιμή, την ηθική, το δίκαιο... Σίγουρα ο αρχιδικαστής Τζόρνταν είχε τον πιο κατάλληλο υπερασπιστή, αν ήθελε πραγματικά να ξαναφτιάξει τον κόσμο.

Όταν ξύπνησε ο Ισαάκ, η Λίζα τού σκούπισε το πρόσωπο με ένα αρωματισμένο χαρτομάντιλο. Αν θέλεις να πας στην τουαλέτα, του ψιθύρισε, πάτησε αυτό το κουμπί. Το πάτησε και η τσουλήθρα φρέναρε δίπλα του. Μετατέθηκε πάνω της και, με την όπισθεν, βρέθηκε στην τουαλέτα, που η πόρτα της ανοιγόκλεισε αυτόματα. Σηκώθηκε με δυσκολία, μουδιασμένος. Στον καθρέφτη είδε τη φάτσα του. Ήθελε ξύρισμα, αλλά σκέφτηκε ότι, αν άφηνε λίγα γένια και μουστάκι, θα 'δειχνε μεγαλύτερος και σοβαρότερος. Ίσως στο φεγγάρι να 'βαζαν τους νεότερους στις αγγαρείες...

Όταν γύρισε στη θέση του, άκουσε στα ακουστικά τη φωνή του Τζίμι: Ισαάκ, σε καλωσορίζουμε στο διάστημα.

 —Με βλέπετε κιόλας; απόρησε.

—Τα πάντα βλέπουμε και ακούμε. Μετά το φαγητό θα σου στείλουμε την τσουλήθρα να μας επισκεφθείς. Η «τσουλήθρα» μοίρασε τα πακέτα στους επιβάτες.

Ήταν το πρώτο γεύμα τους στο διαστημικό λεωφορείο, απ' όπου δεν είχαν θέα στον αστρικό χώρο. Θα ήθελε να 'χει, για να δει τη μάνα τους τη Γη από ψηλά... Θα 'μοιαζε σαν μουσκεμένος μπαμπακόσπορος... Περιεργαζόταν το εσωτερικό του σκάφους, το θαυμαστό τεχνολογικό δημιούργημα που κρατούσε τη ζωή και το μέλλον τους. Όλοι, βρεγμένα, κατατρομαγμένα μερμήγκια, που η φωλιά τους είχε πλημμυρίσει και είχαν σκαρφαλώσει σε στεγνό φυλλαράκι. Μπροστά του έβλεπε μόνο κεφάλια. Κάποια ήταν αυθεντίες στο είδος τους. Ένιωθε περήφανος που είχε κατορθώσει να βρίσκεται ανάμεσα τους. Ποιός; ο άσημος γιος της Σάρας και του Τζέρεμι από το Μπρονξ. Κι όμως κάτι άξιζε και η αφεντομουτσουνάρα του...

Θυμόταν την εποχή που είχε γράψει στη σχολική του έκθεση ότι μισούσε τα κομπιούτερ και το Διαδίκτυο, τον εκσυγχρονισμό, τον καταναλωτισμό, τα συνθετικά τρό¬φιμα και αρώματα. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμμαθητών του δεν είχε παίξει σε χώμα, δεν είχε γευτεί αυθεντικό γάλα, φρούτα, χορταρικά, δεν είχε νιώσει την ευωδιά των αγριολούλουδων. Τα τριαντάφυλλα στο βάζο ήταν χημειοσυνθετικά, με ραντισμένη μυρωδιά... Είχε στείλει την έκθεση στην «τάξη» μέσω Διαδικτύου. Καθηγητές και συμμαθητές τους έβλεπε μόνο στην οθόνη. Πολλά παιδιά δεν είχαν αντικρίσει ποτέ θάλασσα, ποτάμι, βουνό, δάσος. Στο πανεπιστήμιο -μέσω Διαδικτύου πάντα- ήταν αριστούχος και ρωτήθηκε αν ήθελε να γίνει ερευνητής μεγάλης εταιρείας. Θα εξασφάλιζε το μέλλον του, αλλά αρνήθηκε να ενταχθεί σε απρόσωπη πολυεθνική, που θα του έδινε πριμ και δώδεκα ήμερες ετήσιες διακοπές στα πέρατα του κόσμου. Μισού¬σε αυτές τις απρόσωπες γιγάντιες εταιρείες, που φρόντιζαν το «καλό» της ανθρωπότητας. Πρωτοστατούσαν στην οικολογική καταστροφή, για να εξασφαλίζουν καταναλωτικό κοινό. Σκέπαζαν τη γη με άσφαλτο, τσιμέντο και γυαλί μέχρι ασφυξίας, προκαλούσαν λειψυδρία και ξηρασία, ρύπαιναν τις λίμνες, ακόμη και τη θάλασ¬σα, εξέπεμπαν καυσαέρια που ενέτειναν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ο Ισαάκ Γκουλντ είχε αντισταθεί με το δικό του τρόπο. Έγινε φυσικός-μετεωρολόγος και είχε να κάνει μόνο με τις καιρικές συνθήκες, που κι αυτές όμως είχαν παραφρονήσει με την αλόγιστη παρέμβαση του ανθρώπου.

Η σκέψη του γύρισε στο σκάφος. Ο φροντιστής τον καλούσε να μετακινηθεί. Το κάθισμα τσούλησε στις μαγνητικές ράγες, εισχώρησε στο πιλοτήριο κι ο επισκέ¬πτης βρέθηκε μπροστά στους φίλους του. Οι αστροναύτες περίμεναν αυτή τη στιγμή, ανυπομονούσαν να μάθουν πώς αισθανόταν.

—Να λοιπόν που το όνειρο σου πραγματοποιήθηκε, του είπε ο Γκόρντον, αλλά δεν πήρε απάντηση.

Ο νεαρός είχε χαζέψει μπροστά στα τόσα φωτεινά ταμπλό, στα καντράν με τηλεοπτική εικόνα, στα πλήκτρα, στους μοχλούς, στους διακόπτες, σε όλα αυτά τα κομπιούτερ που κατεύθυναν το διαστημόπλοιο.

—Πώς καταφέρνετε και τα κουμαντάρετε όλ' αυτά; απόρησε.

—Τα πάντα είναι προγραμματισμένα, αυτοματοποιημένα, και παρακολουθούνται τόσο από τη βάση εκτόξευσης όσο κι από τη Σελήνη. Πιο δύσκολο κι επικίνδυνο είναι να οδηγείς σούπερ φόρμουλα στην πίστα.

Ο Γκόρντον χαμογελούσε. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που έβλεπε στο συνήθως ανέκφραστο πρόσωπο του α¬στροναύτη. Ισως, εδώ ψηλά, να είναι ευτυχισμένος, σκέφτηκε. Συναντήθηκαν οι ματιές τους. Ο Ισαάκ νόμιζε τους αστροναύτες, μέσα στις κάσκες και στις στολές, απόκοσμα όντα, απρόσιτα, μυθικά... Διαπίστωνε ότι δεν ήταν σε σκάφανδρα. Έμοιαζαν πιλότοι αεροπλάνου, αφημένοι μ' εμπιστοσύνη στα όργανα αυτόματης πλοήγησης. Ο φίλος του τον ρώτησε με το πιο απλό υφός: Πώς πάνε τα κουταβάκια;

—Μια χαρά, όπως και το μωράκι.

—Και η γιατρίνα μας; πέταξε τη σπόντα ο Κράμερ.

—Ακόμη δεν το 'χει χωνέψει. Στην αρχή έδειχνε τρομοκρατημένη, αλλά τώρα κοιμάται. Αλλά κι εγώ τα είχα κάνει πάνω μου στην εκτόξευση...

Ο κυβερνήτης γούσταρε τον νεαρό, που είχε εξουδετερώσει με πανουργία τον Γουντ. Χαμογέλασε στους φίλους του.

—Καλά που δεν εμφανίστηκε νωρίτερα ο σαμουράι... Θα τα είχε κάνει λίμπα.

 —0 Γιαπωνέζος, είπε ο Ισαάκ, κάθεται ακίνητος σταυροπόδι και δε βγάζει άχνα. Λέτε να γεμίζει τις μπαταρίες του; Αλλά για ποιον; Αφού ο Γουντ έμεινε στη Γη...

—Πού τον θυμήθηκες τον καραβανά; έκανε ο συγκυβερνήτης. Τώρα θ' αναρωτιέται ποιός δαίμονας εξουδετέρωσε το σχέδιο του. Θα σκέφτεται ότι άλλοι πετούν στην περιοχή των αγγέλων, με προορισμό τον παράδεισο, ενώ αυτός έμεινε στη κόλαση, όχι να ψηθεί στα καζάνια, αλλά να παγώσει... Ήμαρτον, Θεέ μου, τι είναι αυτά που λέω...

—Θα ήθελα να ήξερα αν αξίζουμε να γλιτώσουμε εμείς, αναρωτήθηκε ο κυβερνήτης. Μέσα στα δισεκατομμύρια αυτών που θα αφανιστούν, χιλιάδες είναι καλύτεροι και αγνότεροι, τουλάχιστον από μένα.

Ο Γκόρντον άρχισε πάλι να φιλοσοφεί: Μεταφέρουμε την ψηφιακή βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, Μπομπ. Όταν φτάσουμε, στις ώρες πλήξης διάβασε πολύ και. σωστά. Όχι, βέβαια, μυθιστορήματα, αλλά την ιστορία του ανθρώπου, των εθνών, των πολέμων. Κι αν μπορέσεις, διαβάζοντας, να ξεπλύνεις το μυαλό σου από την επίδραση των κομπιούτερ, τότε θα έχεις ανακαλύψει την αλήθεια. Όπως είπε κι ο μέγας Σβέντμπεργκ, ο άνθρωπος καταδικάστηκε δίκαια από την επαναστατημένη, εναντίον του, φύση.

 —Με τα ξερά όμως κάηκαν και τα χλωρά, σχολίασε ο Κράμερ.

—Έχεις δίκιο, αφανίστηκαν νεαρές αθώες υπάρξεις, είπε ο αντισμήναρχος και συμπλήρωσε: Ξέρεις όμως πόσοι από εμάς, που καμωνόμαστε τους δίκαιους, γινόμαστε άδικοι όταν μας θίξουν τον υπερφίαλο εγωισμό μας και, κυρίως, το συμφέρον μας;

Ο Κράμερ ήθελε να εκραγεί, γιατί στα θύματα του κατακλυσμού ήταν και τα παιδιά του, αλλά συγκρατήθηκε. Για μια ακόμη φορά παρακολουθούσε το συνειρμό της σκέψης του συναδέλφου του, του «λάίκιστή», όπως τον αποκαλούσε ένας καθηγητής τους στη σχολή. Κι ο Ισαάκ είχε αρχίσει να τον έχει περί πολλού, αλλά τόλμησε να ρωτήσει: Κύριε αντισμήναρχε, με όλο το θαυμασμό που τρέφω στο άτομο σας, μήπως μισείτε τους ανθρώπους;

—Ισαάκ, εξήγησε ο Κράμερ, ο Δημήτρης έχει γνωρίσει περισσότερο από όλους μας την απανθρωπιά. Γι' αυτό δείχνει μισάνθρωπος, χωρίς όμως να είναι.

 —Κάνεις λάθος, Μπομπ, αν εννοείς ότι μίσησα τους ανθρώπους επειδή δεν είχα οικογένεια. Ξέρω πολλούς που μίσησαν αδερφός τον αδερφό μέχρι θανάτου.

—Μήνυμα από τη βάση, είπε ο κυβερνήτης, καθώς το σήμα επικοινωνίας αναβόσβηνε. Ναι, σμήναρχε Γου-έλς... Ακούστηκε μια ένρινη φωνή:

—Ο στρατηγός Γουντ κι ο διοικητής Σουλτς σάς στέλνουν τους χαιρετισμούς τους. Ο πρώτος από το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε με κρίση σκωληκοειδίτιδας. Τώρα του κάνουν εγχείριση.

—Περαστικά, είπε ο κυβερνήτης. Τι άλλα νέα;

—Πέστε μου πρώτα πώς είναι ο γιος μου.

—Μια χαρά. Κοιμάται.

 —0 μισός πληθυσμός της χώρας θεωρείται αγνοούμενος. Ο κατακλυσμός φτάνει και εδώ... Βρέχει ακατάπαυστα και θα εγκαταλείψουμε την υπαίθρια βάση. Θα συγκεντρωθούμε στην εσωτερική του βουνού.

—Σαν τους ανθρώπους των σπηλαίων, ψιθύρισε αυθόρμητα ο Γκόρντον.

—Και ένα μήνυμα για το μετεωρολόγο Ισαάκ Γκουλντ: Η Μάμα με το προσωπικό της βρίσκονται κοντά μας. Απόψε μας οργανώνει πάρτι με τα κορίτσια της.

 —Μπορώ να πω κάτι; πετάχτηκε ο Ισαάκ, κι όταν του έγνεψε καταφατικά ο κυβερνήτης, έσκυψε στο μικρόφωνο: Σμήναρχε Γουέλς, κουράγιο, αλλά μην ξεχνάς τα χάπια... Αν δεις πως δεν υπάρχει ελπίδα, σε παρακαλώ, ρίξε στο τσάι της Μάμα τέσσερα, για να κοιμηθεί βαθιά, πολύ βαθιά. Κατάλαβες;

—Κατάλαβα, ακούστηκε η ένρινη φωνή και το φωτάκι έσβησε.

Παγωμάρα είχε απλωθεί στο πιλοτήριο, ο ένας κοίταζε μελαγχολικά τον άλλο.

—Λες να μην ανιέ^οον ούτε στην ορεινή βάση ούτε στο καταφύγιο του Κολοράντο; ρώτησε ο Κράμερ.

—Πώς ν' αντέξουν με δεκάδες βαθμούς κάτω από το μηδέν, με τις κάνουλες του ουρανού ανοιχτές για βδομάδες, μήνες, ίσως και χρόνια, μουρμούρισε ο μετεωρολόγος. Θα σαπίσει η γη κι ό,τι βρίσκεται πάνω της.

—Ο κατακλυσμός μάς βρήκε απροετοίμαστους, παρατήρησε ο κυβερνήτης.

—Μας καλούν από τη Σελήνη, είπε ο Γκόρντον. Εδώ διαστημόπλοιο «Ελπίδα», σας ακούμε καθαρά. Του απάντησε μια απόκοσμη φωνή:

—Εδώ Σελήνη... Εδώ Σελήνη... Διαστημόπλοιο «Ελπίδα», σε ακούμε ευκρινώς... Σε λίγο διακόπτεται η επι¬κοινωνία σας με τη Γη και αναλαμβάνουμε εμείς τον έλεγχο των οργάνων πτήσης σας... Εδώ Σελήνη... Επαναλάβατε μήνυμα μας. Όβερ.

 —Εδώ διαστημόπλοιο «Ελπίδα». Σε λίγο διακόπτεται η επικοινωνία μας με τη Γη. Σε λίγο αναλαμβάνει τον έλεγχο των οργάνων πτήσης μας η Σελήνη. Όβερ.

 —Μήνυμα διαστημοπλοίου «Ελπίδα» ελήφθη από Σελήνη. Όβερ.

—Εδώ διαστημόπλοιο «Ελπίδα». Πτήση απόλυτα κανονική. Εδώ διαστημόπλοιο «Ελπίδα». Ουδέν πρόβλημα. Όβερ...

Ο Γκόρντον κοίταξε τον αυτόματο πιλότο και χαμογέλασε, σαν να 'λεγε «όλα βαίνουν καλώς». 

Ο Ισαάκ έδειχνε μαγεμένος, αλλά ο Κράμερ τού έγνεψε ότι έπρεπε να επιστρέψει στη θέση του. Ο Γκόρντον του 'κλεισε το μάτι φιλικά. Καθώς η τσουλήθρα τον έφερνε πίσω, ο Νεοϋορκέζος έβλεπε τα πρόσωπα των συνεπιβατών του. Πολλοί είχαν κλειστά τα μάτια, άλλοι διάβαζαν και κάποιοι τον κοιτούσαν περίεργα που είχε κληθεί στο πιλοτήριο.

Η Λίζα με τους φίλους του τον περίμεναν με ανυπομονησία. Τους χαμογέλασε από θέση παντογνώστη, σαν να τους διαβεβαίωνε ότι όλα πάνε καλά.

Στο φωτεινό πίνακα γράφτηκε η φράση «επάρκεια οξυγόνου» κι ακούστηκε η φωνή του κυβερνήτη: Φίλες και φίλοι, το ταξίδι μας συνεχίζεται απρόσκοπτα. Δυστυχώς το σκάφος μας δε διαθέτει παράθυρα για να δείτε το αστρικό χάος που μας περιβάλλει. Να όμως μια εικόνα της Γης μας όπως φαίνεται από εδώ μακριά. Και δε λέω ψηλά, γιατί στο χάος δεν υπάρχει πάνω και κάτω.

Στο καντράν, ένα σβολαράκι... Η μάνα τους Γη, ένα τίποτα δηλαδή, κι όμως με δισεκατομμύρια ψυχές, που την ίδια στιγμή ξεψυχούσαν.

Ακούστηκε η φωνή του συγκυβερνήτη: Αδέρφια άνθρωποι, σε οποιοδήποτε άλλο ταξίδι το πρόγραμμα θα περιλάμβανε βίντεο, αλλά στην περίπτωση μας ταιριάζει μόνο κλασική μουσική. Αν κάποιος έχει να προτείνει κάτι, μπορεί να πατήσει το κουμπί του μικροφώνου και να το πει. Συνδέουμε τα εσωτερικά μεγάφωνα. Καθηγητή Λούθερ Τζόρνταν, είσαστε ο αρχηγός της αποστολής και. υπεύθυνος της ζωής μας στη βάση της Σελήνης. Έχετε το λόγο.

 —Συνταξιδιώτες, πριν ακουστεί το πένθιμο εμβατήριο, θα ήθελα να γνωριστούμε μεταξύ μας και ν' ανταλλάξουμε δυο λόγια. Όλοι έχουμε τον κατάλογο των επιβατών και μπορούμε να διαβάσουμε το περιληπτικό «χου ιζ χου» του καθένα μας, αλλά κανένας δεν ξέρει τις σκέψεις του άλλου, τις εικασίες του για τον κατακλυσμό και τις προσδοκίες του για την καινούρια ζωή που μας περιμένει. Προτείνω ν' ανοίξει καθένας την καρδιά του, αυτές τις στιγμές της συμφοράς.

—Αρχίζουμε από σας, κύριε καθηγητά, ακούστηκε η φωνή του Γκόρντον.

 Ο καθηγητής ξερόβηξε και είπε; Συνάνθρωποι, νομίζω ότι ο Δημιουργός καταράστηκε το τελειότερο δημιούργημα του κι ανέθεσε στη φύση την εξόντωση του. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Πλάστης, στη μεγαλοσύνη και ευσπλαχνία του, έδωσεπολλές αναστολές στον άνθρωπο, που υπολείμματα του ταξιδεύουν σε έναν άλλο πλανήτη, φέρνοντας όμως μέσα τους το σπέρμα του Κάιν. Υπήρξα σύντομος και δίνω το λόγο στον καθηγητή Πολέτι.

 —Είμαι, ο αεροναυπηγός πυραύλων Πάολο Πολέτι. Βλέπω ότι κάποιος φρόντισε να υπάρχει από μία Αγία Γραφή για κάθε επιβάτη, αλλά, περνώντας τις πύλες του διαστήματος, εγκαταλείπουμε στη Γη όχι μόνο πτώματα αλλά και αναχρονιστικές δοξασίες και ταμπού περί θρησκειών, ιδεολογιών και εθνισμών. Δε χρειαζόμαστε λοιπόν τις θρησκείες, τις ιδεολογίες και τους εθνισμούς, που πρωτοστάτησαν στα μίση και στους πολέμους.

Μια φωνή:

—Κι όμως, ο πόλεμος υπήρξε πατήρ των πάντων, κα¬τά τον Ηράκλειτο.

—Έτρωγε τα παιδιά του, είπε κάποιος.

—Η ειρήνη υπήρξε μητέρα των πάντων, αλλά θήλαζε και μεγάλωνε τα παιδιά της για να τα κατασπαράξει ο πόλεμος...

—Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει ανταγωνιστικότητα μέχρι θανάτου, είπε μια γυναικεία φωνή.

Ακόμη μια γυναικεία φωνή:

—Είμαστε θηρία στο κλουβί, και μόλις μας αμολήσουν θα συνεχίσουμε να γρυλίζουμε, να δαγκωνόμαστε, να ματώνουμε...

—Εύγε, τέκνα μου, είπε κάποιος θρήσκος. Μετανοείτε και προσεύχεσθε.

Ένας οργισμένος:

—Η αχαλίνωτη ανεξαρτησία του ατόμου, η κερδοσκοπία και η απληστία της καταναλωτικής κοινωνίας οδήγησαν τον άνθρωπο στην εγκληματικότητα και στο αδιέξοδο. Εκεί που πάμε πρέπει ν' αναθεωρήσουμε τα πάντα.

Ακούστηκε η φωνή του Κράμερ:

—Ο κυβερνήτης παρατηρεί ότι η συζήτηση θυμίζει Γη. Ξεχάσατε, κύριοι, ότι ταξιδεύουμε στο διάστημα, αναβαπτισμένοι στον αστρικό γενεσιουργικό χώρο, απαλλαγμένοι από κάθε γήινο μίασμα;

—Καθηγητής Τζόρνταν. Έχετε απόλυτο δίκιο, κύριε κυβερνήτα. Αυτές τις στιγμές εμείς οι ελάχιστοι τυχεροί-άτυχοι, γιατί το μέλλον θα το δείξει, εγκαταλείπουμε τις πύλες της κόλασης και, για να δημιουργήσουμε τον παράδεισο μας, πρέπει να αποβάλουμε ό,τι περιττό κατείχε τις ψυχές και τις καρδιές μας.

Μια γυναικεία φωνή:

 —Οι τελευταίες μου αναμνήσεις από τη Γη είναι ένα βίντεο με τίτλο οι Πύλες της Κόλασης, με υπόθεση την κατάκτηση της Δύσης από τους πρωτοπόρους. Θα μου επιτρέψετε να παρομοιάσω το διαστημόπλοιο μας με σκεπαστή άμαξα της μακρινής Δύσης.

—Δηλαδή, σε λίγο θα συναντήσουμε Ινδιάνους; ρώτησε μια νεανική φωνή χωρίς δόση ειρωνείας.

Ήταν ο γιος του Γουέλς. Ακούστηκε επίσης νεανικό γέλιο ανάμεσα στους επιβάτες κι ο Τζόρνταν γύρισε δίπλα του στον Πολέτι και σχολίασε; «Φίλε μου, τα παιδιά, μετά το κλάμα, γελούν ευκολότερα από τους μεγάλους... Σε αυτά θα εμπιστευθούμε το μέλλον...».

 —-Όποιος θέλει, μπορεί ν' ακούσει άριες με τη Μαρία Κάλλας, είπε ο συγκυβερνήτης στο μικρόφωνο.

Αρκετοί έβαλαν τα ακουστικά, όπως ο δόκτωρ Τζόρνταν, που θα προτιμούσε κάποιο ορατόριο ή σπιρίτσουαλ. Αμέσως όμως μαγεύτηκε από τη φωνή και σκούντησε τη γυναίκα του ν' ακούσει κι εκείνη. Ήταν μια μυσταγωγία. Όταν έσβησε ο απόηχος από την κάστα ντίβα, ο δόκτωρ Τζόρνταν στοχαζόταν και φιλοσοφούσε ακόμη. Καθώς το διαστημόπλοιο διέσχιζε τον αστρικό χώρο, ο νους του γυρνούσε πίσω στη Γη, στα παιδικά του χρόνια, τότε που δούλευε στο εκτροφείο φασιανών εκείνου του βαθύπλουτου. Τα πουλάκια έπαιρναν τροφή, όχι μόνο από τα δικά του χέρια, αλλά και από των αφεντικών του.

 —Τι σκέφτεσαι, Λούθηρε; ρώτησε ο Πολέτι, που κατάλαβε ότι η σκέψη του ταξίδευε μακριά.

—Θυμάμαι τότε που, παιδί, τάιζα τους φασιανούς του εκτροφείου, μαζί με τους μελλοντικούς κυνηγούς τους. Ήταν ήρεμοι όταν τους βάζαμε στα κλουβιά για να τους πάμε στον κάμπο του κυνηγιού, κι όταν τους ελευθερώναμε, τα άκακα πουλιά βρισκόντουσαν μπροστά στις καραμπίνες των κακών ανθρώπων. Οι απονήρευτοι φασιανοί κυριολεκτικά έπεφταν πάνω στα σκάγια των ανθρώπων που τους είχαν αναθρέψει.

—Τώρα άνθρωποι και φασιανοί θα έχουν παγώσει. 

Ο δόκτωρ Τζόρνταν έγειρε πίσω το κεφάλι. Ήθελε να μείνει κατάμονος με τη σκέψη του. Σκεφτόταν ότι, αν οι άποικοι της Σελήνης είχαν τα ίδια ένστικτα με εκείνους της Γης, καλύτερα να μη διαιώνιζαν το ανθρώπινο γένος. Πόσα εκατομμύρια άνθρωποι πέθαιναν κάθε χρόνο από δίψα, ασιτία, από άσχημες συνθήκες ζωής, ενώ άλλοι συνάνθρωποι τους ζούσαν στη σπατάλη, στη χλιδή, στην απληστία... 

Ο Πολέτι προσπάθησε να δει αν ο Τζόρνταν κοιμόταν. Αυτός τον κατάλαβε και του είπε: Φιλοσοφώ, φίλε μου. Σκέφτομαι ότι η σωκρατική σκέψη, η χριστιανική διδασκαλία, η Γαλλική Επανάσταση, το αμερικανικό σύνταγμα, ο μαρξισμός, όλες οι φιλοσοφίες, ιδεολογίες και θρησκείες, που θάβονται αυτή τη στιγμή κάτω από τους πάγους, δε στάθηκαν ικανές να συμμορφώσουν τον άνθρωπο.

—Αυτό το κακούργο δημιούργημα της φύσης, έκανε ειρωνικά ο αεροναυπηγός.

—Ναι, αυτό το σατανικό ον που κατευθύνεται από το βρόμικο μηχανισμό που κρύβει βαθιά μέσα στον εγκέφαλο του.

—Δηλαδή, παρηγοριέσαι για τον αφανισμό των ανθρώπων, όπως ίσως ο Σβέντμπεργκ;

—Ανησυχώ για το μίασμα του αστρικού χώρου από τον άνθρωπο.

Ξαφνικά η φωνή του κυβερνήτη αντήχησε συγκινημένη:

—Συνταξιδιώτες, μόλις λάβαμε κοινό μήνυμα από τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας. Διαβάζω: Γυναίκες και άνδρες του διαστημοπλοίου «Ελπίδα», πολίτες του πλανήτη Γη, η σκέψη μας πετάει κοντά σας. Στον κοινό σπαραγμό μας, μην ξεχνάτε ότι σε συνεργασία με τους συνανθρώπους σας στον αστρικό χώρο έχετε ένα υπέρτατο καθήκον. Να ανακτήσετε το χαμένο ηθικό σας, να χαλυβδωθείτε με θάρρος και καρτερία και ν' αποκτήσετε πρόσθετη ενεργητικότητα. Εμείς, οι υπεύθυνοι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ρωσίας, αποφασίζουμε την κατάργηση του διαχωρισμού των πολιτών μας σε εθνικότητες. Από σήμερα δεν υπάρχουν Ρώσοι και Αμερικανοί πολίτες αλλά μόνον άνθρωποι. Ταξιδιώτες του διαστήματος, η τελευταία μας ευχή είναι: Μην χάσετε την ανθρωπιά σας, όπως είχατε κάνει στη Γη. Υπογραφές: Τζέιμς Τζάκσον - Βλαντιμίρ Ρακόνιεφ.

ape

Ο κυβερνήτης ήθελε να πει κάτι ακόμη, αλλά δεν μπορούσε ν' αρθρώσει λέξη. Το κατάλαβε ο Γκόρντον και έδωσε τη χαριστική βολή: Αυτό ήταν το τελευταίο μήνυμα από τη Γη μας. η τελευταία επαφή με τη μήτρα μας. Οι επιβάτες κοίταζαν ο ένας τον άλλο με δάκρυα στα μάτια, συνειδητοποιώντας οριστικά κι αμετάκλητα το τέλος της Γης. Ο Ισαάκ, που είχε δυσαρεστηθεί γιατί δεν είχε προλάβει να πει κι αυτός δυο λόγια, έκλεισε τα μάτια... Φιλοσοφούσε... Ο άνθρωπος δεν θα ξανάρχιζε από την αρχή το έπος του, αλλά θα συνέχιζε με το βλαβερό dna που είχε μέσα του...   Έφερνε στο νου του εικόνες από το Μπρονξ, όπου μεγάλωσε, αλλά και το εξοχικό όπου θα βρίσκονταν και θα πάλευαν με την παγωνιά και το θάνατο οι δικοί του. Η Λίζα συγκρατούσε τους λυγμούς της, το ίδιο και η Έλπι, που της έσφιγγε τις παλάμες νευρικά. Μόνο οι Λάνσεν με το μωρό τους και τα κουταβάκια, στα τελευταία καθίσματα, δεν έδιναν σημασία στην αναταραχή που τους κατείχε όλους. Ο Όλαφ το είχε πάρει απόφαση ότι τον προστάτευε η ψυχή της μάνας του. Είχε εμπιστοσύνη στο πεπρωμένο του. Όπως είχε παλέψει με τις φάλαινες στον ωκεανό και με το τσουνάμι στο ψαροχώρι, ήταν αποφασισμένος ν' αντιμετωπίσει οτιδήποτε στη Σελήνη, ακόμη και τα υπερφυσικά όντα των κόμικς που διάβαζε. Ο σαμουράι εξακολουθούσε να μένει σταυροπόδι, σιωπηλός κι ασάλευτος, με στυλωμένη ματιά κατά το Λούθηρο Τζόρνταν, τον άνθρωπο που είχε εντολή να προστατεύει.

Η φωνή του Γκορντον ακούστηκε και πάλι συγκλονισμένη:

—Συνταξιδιώτες, δε θα έχουμε άλλα νέα από τη χειμαζόμενη Γη μας ώσπου να φτάσουμε στον προορισμό μας. Οι τελευταίες πληροφορίες είναι αποθαρρυντικές, οι συνάνθρωποι μας βρίσκονται σε απελπιστική κατάσταση. Με τον κυβερνήτη Ρόμπερτ Κράμερ αφιερώνουμε, όλοι εμείς οι επιβάτες του διαστημοπλοίου, αυτό το χορωδιακό απόσπασμα από την όπερα Ναμπούκο του Βέρντι στους συνανθρώπους μας που υποφέρουν και πάσχουν. Και γιατί όχι, και στους εαυτούς μας. Η μετάδοση γίνεται από τη στερεοφωνική εγκατάσταση του σκάφους, αλλά και από τα εξωτερικά ηχεία του διαστημοπλοίου. Ύστατο χαίρε στη μάνα μας Γη από τον αστρικό χώρο του σύμπαντος. Μετά θα ακούσουμε Μαρία Κάλλας και Λούις Αρμστρογκ.

Η θεία μυσταγωγία πλημμύρισε τα αυτιά όλων και ο Πολέτι έκλεισε τα μάτια, έγειρε πίσω το κεφάλι κι άρχισε να μουρμουρίζει με φωνή που παλλόταν από συγκίνηση: Α νέβα, σκέψη μου, με χρυσά φτερά - ανέβα στις πλαγιές και στους λόφους, όπου οι αύρες της πατρίδας πνέουν... Πατρίδα μας τόσο όμορφη και χαμένη,  ανάμνηση τόσο άτυχη κι αγαπημένη... Μοιρολόγι πικρό βγάλε, για να μας δώσεις δύναμη να υποφέρουμε το χαμό σου...

—Ποιός μπορούσε να μαντέψει ότι μια μέρα ο άνθρωπος θα γινόταν πρόσφυγας, όχι από χώρα σε χώρα. αλλά από τη Γη στη Σελήνη, ψιθύρισε ο Τζόρνταν στην αστροφυσικό γυναίκα του.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι και ψιθύρισε; Να δούμε τι θα βρούμε στο διάστημα. Τους προφήτες και τους θεούς που είχαμε στη Γη ή άλλους κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση όσων κατοικούν σε άλλους πλανήτες;

—Ώστε επιμένεις ότι υπάρχουν κι άλλοι πλανήτες με ζώντα όντα...

Το διαστημόπλοιο συνέχιζε το ταξίδι του στον αστρικό χώρο. Οι αστροναύτες δεν είχαν όρεξη για κουβέντα, όπως σε προηγούμενα ταξίδια.

 —Αποκοπήκαμε οριστικά από τις ρίζες μας. είπε ο Κράμερ.

—Χρειάζεσαι φροντιστήριο, έκανε ο Γκόρντον. Η ψυχή ποτέ δεν πεθαίνει...

—Εξακολουθείς να πιστεύεις στη μετενσάρκωση, αλλά μπορείς να μου πεις τόσα δισεκατομμύρια ψυχές της Γης πού θα βρουν σώματα να εισχωρήσουν;

—Δεν είμαστε μόνο εμείς οι εκλεκτοί του σύμπαντος... Σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι νοήμονες, δισεκατομμύρια, ίσως τρισεκατομμύρια, που δεν μπορούμε να δούμε και δεν μπορούν να μας δουν. Σκέψου μόνο ότι εξακολουθούμε και βλέπουμε αστέρια που έχουν σβήσει πριν δισεκατομμύρια χρόνια. Και ίσως δε βλέπουμε ακόμη άλλα που έχουν δημιουργηθεί...

—Σου έχω μια έκπληξη, χαμογέλασε ο κυβερνήτης.

Η ανθυπίατρος Πάπας έμπαινε στο πιλοτήριο. Έδειχνε ακόμη μουδιασμένη από το αναπάντεχο ταξίδι της στο διάστημα.

—Πρέπει να σας ευχαριστήσω, είπε.

Κοιτάζοντας τους, η ματιά της έμεινε στο πρόσωπο του Γκόρντον, που ένιωσε ξαφνικά ρίγος στη ραχοκοκαλιά του. Το μέτωπο του ίδρωσε.

 —Τι έπαθες; ανησύχησε ο Κράμερ.

—Λεν ξέρω...

Ο Δημήτρης Γόρδιος δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από την Ελπίδα Πάπας. Ένιωθε μαγνητισμένος από τη ματιά της -σαγηνευτική κι απόκοσμη- και ξαφνικά ανακάλυπτε ότι δεν την είχε δει για πρώτη φορά στη βάση Δώδεκα... Η έκφραση της του θύμιζε ότι την ήξερε χρόνια. Ίσως αιώνες...

WOMAN

 Τ Ε Λ Ο Σ ;

παρά λίγο  "Ο κατακλυσμός" ταινία στο Χόλιγουντ

Τέλη 1993 διάβασε τον <<Κατακλυσμό>> η δημοσιογράφος Κική Καχριμάνη ( παλιά εργαζόταν στο Αμβούργο και τώρα στο Λος ¶ντζελες) ενθουσιάστηκε και με μιά πρόχειρη και βιαστική μετάφραση, τον έδωσε στην εταιρία του Σπίλμπεργκ AMBLIN , η οποία μου έστειλε και ένα προσυμβόλαιο που το υπόγραψα. Πιό κάτω έχω κάποιες λεπτομέρειες, της παρά λίγο κινηματογραφικής παραγωγής του βιβλίου μου. 

AMBLIN

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ  δεν έγινε τελικά  ταινία από  την AMΒLIN, γιατί  ξεκίνησαν τα γυρίσματα του φιλμ  ΥΔΑΤΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ του Κόστνερ που άρχιζε με την πλημμύρα του πλανήτη μας,  όπως και στο βιβλίο μου. Όποιος διαβάσει τη δική μου ιστορία και δει και την  χολιγουντιανή ταινία, θα διαπιστώσει ότι ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους.

μήπως είμαι και παραμυθάς;

egotote

ο δημοσιογράφος, ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης ( γιατί όχι και ο αμπελοφιλόσοφος) δεν μπορεί να φτιάξει ένα καλύτερο κόσμο, αλλά μόνο να τον φανταστεί... ναι φίλε επισκέπτη... στη φωτογραφία που με βλέπεις νόμιζα,τότε, ότι θ΄αλλάξω τον κόσμο διαβάζοντας και γράφοντας... προσπάθησα, αλλά δεν μπόρεσα ν΄αλλάξω ούτε τον εαυτό μου...προσπάθησε, περισσότερο, εσύ...

Στο μυθιστόρημα <<Πεθαίνουν και οι αθάνατοι>> ( 2001-εκδόσεις Πατάκη ) υπάρχει και αυτό το...επίκαιρο: ο  κ. Χριστόδουλος εγκαταλείπει  τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, αποσύρεται   στο ¶γιον Όρος, και μέσω του ίντερνετ πολεμάει την παγκοσμιοποίηση, την διαφθορά και την ακολασία...Και επικροτεί την πράξη κλωνοποιημένων ιαπώνων σαμουράι, που τιμωρούν φαύλους πολιτικούς.( Ο κ. Χριστόδουλος είχε αποστείλει στις εκδόσεις Πατάκη  επιστολή που εκθείαζε το βιβλίο ) Ποτέ όμως ο αρχιεπίσκοπος δεν μπόρεσε να εξαλείψει την διαφθορά και την ακολασία στον οίκο του...

kataklismosATHVIVLMimis

Ο κατακλυσμός( εκδόσεις Βασδέκη 1988) που περιγράφει  την προσεχή συντέλεια  της Γης, από τσουνάμι στο Βόρειο Πόλο,  ενσωματώθηκε στο μυθιστόρημα Πεθαίνουν και οι αθάνατοι ( εκδόσεις Πατάκη 2001) στο οποίο ένα μοναχικό παιδί άρχίζει να ονειρεύεται τις προηγούμενες ζωές του, αλλά και την επόμενη που είναι η τρομοκρατία και η τελική καταστροφή του πλανήτη μας, αλλά  και ο εποικισμός της Σελήνης.

  Όταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος παρουσίαζε το  << Πεθαίνουν και οι αθάνατοι >> ( που είχε κυκλοφόρησε πριν τη κατάρρευση των πύργων της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη ) και έλεγε ότι είναι προφητικό για την παγκοσμιοποίηση και την διεθνή τρομοκρατία, δεν φανταζόταν ότι το μυθιστόρημα προφήτευε και απειλή της Γης από σεισμό! Να λοιπόν, που η θεομηνία   στην  Ασία, προσεγγίζει τους σεισμούς 10 ρίχτερ του μυθιστορήματος, αλλά στον Βόρειο Πόλο, όπου κονιορτοποιούνται τα αιώνια παγόβουνα και αρχίζει το τσουνάμι – καταποντισμός... Τρομοκρατία, Κατακλυσμός , αλλά και Μετενσάρκωση είναι το οδοιπορικό του ήρωα, που ονειρεύεται τις ζωές του από την εποχή των μαμούθ ως τον επερχόμενο κατακλυσμό.. Να δούμε, μήπως επαληθευτεί και η καταφυγή    διαιώνιση    της ψυχής από σώμα σε σώμα...

 ...ο ήρωάς μας που μετενσαρκώνεται ζει την τελευταία ζώή του τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα... Όταν τρομαχτικοί σεισμοί στον Βόρειο Πόλο θρυμματίζουν τους παγετώνες και τα παγόβουνα και  δημιουργούν παλιρροικά τσουνάμια που προκαλούν τον κατακλυσμό του πλανήτη μας από τον Βόρειο ως το νότιο Πόλο... Ο πανικός,  ο τρόμος, η απελπισία, ο θάνατος αλλά και η ελπίδα, καταγράφουν τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα των ηρώων της ιστορίας   από τη Νορβηγία και την Ρωσία ως την Ελλάδα και την Αμερική.  Και κάτω από  τον τρόμο και  πανικό, κάποιοι εξανθρωπίζονται ή αποκτηνόνονται...  

vivliodl

προστέθηκε στις: 12 Μάι 2008

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster