.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ κεφάλαια 1 - 5




ο Νιάρχος  αντίζηλος και μιμητής του Ωνάση  ως τον θάνατο 

-------------

μήλο της έριδας η Τίνα Λιβανού που παντρεύτηκε τον ένα στα 16 και τον άλλο στα 42 της...

SNτο βιβλίο κυκλοφόρησε το 1997, αλλά εδώ θα βρείτε  και  άλλα  ντοκουμέντα  με  αποκαλυπτικά στοιχεία  με περισσότερες  φωτογραφίες

πρόλογος

  Αυτό το οδοιπορικό  δεν αναφέρεται  μόνο στη ζωή των δυο αυτοδημιούργητων Ελλήνων στόλαρχων   που ανταγωνίστηκαν σε καράβια,  πλούτο,  επίδειξη χλιδής -αλλά  και ερωτικού  πάθους - εν μέσω  παπαράτσι και παγκόσμιας  δημοσιότητας... Αφορά και τη πανέμορφη κόρη του μέγιστου καραβοκύρη, που την ερωτεύτηκαν κι΄οι δυό και την έκαναν γυναίκα τους,  ο ένας στα 16 της κι΄ο άλλος στα 42 της... Τα ονόματα των σταρ  Αριστοτέλης Ωνάσης και Σταύρος Νιάρχος, της ενζενύ Αθηνάς-Τίνας Λιβανού, της αθόρυβα τραγικής  Ευγενίας Λιβανού, της  ντίβας της όπερας Μαρία Κάλλας, της "ιερής χήρας" των ΗΠΑ Τζάκυ Κένεντ, χωρίς να λείπουν και οι  σούπερ κομπάρσες Μέλπω Κάππαρη και Σαρλοτ Φορντ... Αλλά και οι τραγικές φιγούρες του Αλέξανδρου και της Χριστίνας Ωνάση... Διαβάζοντας μετά δεκαετίες -ένας ανήξερος- αυτό το βιβλίο, θα προβληματιζόταν αν θα΄ πρεπε να το κατατάξει ως χολιγουντιανό σενάριο υπερβολικής φαντασίας ενός Χίτσκοκ ή λιμπρέτο χλιδής και θανάτου  για τη Σκάλα του Μιλάνου ενός Βισκόντι... Γιατί πως θα μπορεί να πιστέψει ότι δυο αυτοδημιούργητοι Έλληνες απασχολούσαν συνεχώς τα παγκόσμια μίντια, μπλέκοντας μάλιστα στα μπούτια τους  όχι μόνο θρυλικές και πανέμορφες γυναίκες, αλλά και την αμερικανική κυβέρνηση, τις εφτά μεγάλες πετρελαικές εταιρίες, το FBI... Ακόμη τον  Ουίνστον Τσόρτσιλ,  τον πατριάρχη Αθηναγόρα, βασιλιάδες και πριγκίπισσες, ιερά τέρατα  και σταρ της τέχνης... Κι΄απο κοντά, ρεπόρτερ και φωτογράφοι με ταχύπλοα και ελικόπτερα των μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορείων και παπαράτσι με τηλεφακούς... Κι΄ανάμεσά τους ένας Έλληνας ρεπόρτερ, που είχε να πληρωθεί κάποια δεκαήμερα, αλλά αναμείφτηκε τελικά με την υπομονή κι΄επιμονή του... 

  Τον  Σταύρο Νίαρχο τον είχα συναντήσει τέσσερις μήνες πριν γνωριστώ  με τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον άνθρωπο που έγινα σκιά του και σημάδεψε τη δημοσιογραφική καριέρα μου. Ήταν στα μέσα Μαΐου 1959, όταν η κομψότερη και ακριβότερη θαλαμηγός του κόσμου, η τρικάταρτη εβένινη «Κρεολή», ήταν αγκυροβολημένη στον όρμο της Βουλιαγμένης. Κυνηγός πρωτοσέλιδων ρεπορτάζ, με φωτογράφο πάντα δίπλα μου, παραμόνευα στην ακτή, για δυο λόγια και μια φωτογραφία από το διάσημο μεγαλοεφοπλιστή. Ίσως ευχόμουνα να φιλοξενούσε στο πλεούμενο του κάποια καλλονή, οπότε το πρωτοσέλιδο θα ήταν εξασφαλισμένο...

  Τι ήταν ο Νιάρχος εκείνη την εποχή, 13 χρόνια μετά την απόκτηση των πρώτων του Λίμπερτι; Ήταν ένας πενηντάχρονος διάσημος Έλληνας εφοπλιστής, ζάπλουτος ήδη, που φιλοξενούσε στο ιδιόκτητο νησί του, τη Σπετσοπούλα, βασιλείς, γαλαζοαίματους και διάσημους καλλιτέχνες. Ήταν ακόμη γνωστός για τη μανία του να πλουτίζει τη συλλογή του με πίνακες διάσημων ιμπρεσιονιστών ζωγράφων. Μαζί με τον Αριστοτέλη Ωνάση και το Σταύρο Λιβανό (που ήταν πεθερός τους) αποτελούσαν τη διασημότερη τριανδρία των «Χρυσών Ελλήνων», που κυβερνούσαν με τους στόλους τους θάλασσες και ωκεανούς... Όχι πως δεν υπήρχαν κι άλλοι Έλληνες θαλασσοκράτορες (Λαιμοί, Γουλανδρήδες, Εμπειρίκοι, Πατέρες και Χατζηπατέρες, Βεργωτήδες, Κουλουκουντήδες και λοιποί) αλλά οι δυο μπατζανάκηδες, με γυναίκες τους τις  κομψές και όμορφες θυγατέρες του Χιώτη μεγαλοεφοπλιστή, απασχολούσαν τις κοσμικές στήλες του ξένου τύπου... Σε εποχή μάλιστα γαλαζοαίματων, σταρ και θρύλων του Χόλιγουντ, της όπερας και του κλασικού χορού, τα ονόματα Ωνάσης και Νιάρχος ξεπρόβαλαν στις εφημερίδες και στα περιοδικά όπως παλαιότερα οι μυθικοί μαχαραγιάδες και οι ανατολίτες κροίσοι... Οι δυο Έλληνες προκάλεσαν αμέσως το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού, όχι μόνο γιατί ο πλούτος τους δεν ήταν κληρονομικός, αλλά και γιατί δημιούργησαν ένα καινούργιο  τύπο αυτοδημιούργητου  κροίσου με ιδιόκτητο νησί και χλιδάτη θαλαμηγό... Μετά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο οι μύθοι των μίντια ήσαν η απρόσιτη θεία Γκρέτα Γκάρμπο, ο Αγά Χαν που οι υπήκοοί του τον ζύγιζαν με ράβδους χρυσού,  ο Σάχης της Περσίας με την Σοράγια... και ξαφνικά να οι δυό Έλληνες,  με τους ρεπόρτερ και τα φλας των παπαράτσι ν΄αστράφτουν  γύρω τους...       

  Ο Ωνάσης, πιο φιγουρατζής από οποιοδήποτε άλλο μεγαλοεφοπλιστή, είχε στην υπηρεσία του τη γραφίδα της αρχικουτσομπόλας του Χόλιγουντ Έλσας Μάξγουελ και φιλοξενούμενο στη θαλαμηγό του «Χριστίνα» τον απόμαχο Πατέρα της Νίκης, τον Ουίνστον Τσόρτσιλ... Έτσι, λοιπόν, εξαρχής, ο Ωνάσης είχε πάρει κεφάλι, που λένε στις ιπποδρομίες, και οδηγούσε την κούρσα της προβολής του, αφού ανέβαιναν στη θαλαμηγό του (στο Μόντε Κάρλο, που το διαφέντευε μια εποχή) ένας Κένεντι, μια Γκρέτα Γκάρμπο, μια Ελίζαμπεθ Τέιλορ κι ένας Ρίτσαρντ Μπάρτον, αλλά και αρχηγοί κρατών, για να υποβάλουν τα σέβη τους στον φιλοξενούμενό του Τσόρτσιλ... Οι βασιλείς της Ελλάδας και του Βελγίου, που φιλοξενούσε ο Νιάρχος, δεν μετρούσαν μπροστά στο μεγαθήριο της Νίκης... Έτσι ο 50χρονος συλλέκτης πινάκων ζήλευε και καραδοκούσε, με μια αντεπίθεση να κερδίσει τα πρωτεία της προβολής από τον μπατζανάκη του.

 Η αντιζηλία του Πειραιώτη με τον Σμυρνιό είχε αρχίσει μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Νέα Υόρκη, όταν κι οι δυο τους απόκτησαν Λίμπερτι κι έβαλαν στο μάτι την ίδια γυναίκα: Τη μικρότερη κόρη του μεγαλοεφοπλιστή Σταύρου Λιβανού, την πανέμορφη Αθηνά, που τελικά παντρεύτηκε τον Ωνάση... Ο Νιάρχος πείσμωσε και ζήτησε σε γάμο τη μεγαλύτερη αδερφή της Ευγενία κι έτσι οι δυο μπατζανακηδες ακόνιζαν τα ξίφη τους στα κυριακάτικα ή γιορτινά γεύματα που έδινε ο πεθερός τους στο «Πλάζα» της Νέας Υόρκης ή στο αρχοντικό του στο Λονδίνο...

Από τότε είχαν περάσει δώδεκα χρόνια, αλλά η αντιζηλία των δυο τους (που γινόντουσαν όλο πλουσιότεροι και διασημότεροι) συνεχιζόταν... Παραβγαίνανε ποιος θ' αποκτήσει το μεγαλύτερο τάνκερ, την πολυτελέστερη θαλαμηγό, ιδιόκτητο νησί, γαλαζοαίματους και σούπερ σταρ καλεσμένους, πανάκριβα σπίτια και βίλες στα πέρατα της Γης, ποιός θα συσσωρρεύσει το μεγαλύτερο πλούτο...     Όλα αυτά τα χρόνια της συγκομιδής, απόκτησαν παιδιά και δίνανε την εντύπωση υποδειγματικών πάτερ φαμίλιας, αλλά καθώς ήσαν υγιέστατοι και βαρβάτοι (όπως μου έλεγε ο Κώστας Γράτσος) τσιλιμπούρδιζαν με μοντέλα, στάρλετ, κοσμικές πόρνες, αλλά, ιεροκρυφίως και με επώνυμες καλλονές... Και οι δυο τους είχαν πρωτογευτεί το σεξ και ανδρωθεί μέσα σε μπορντέλα, της Σμύρνης ο Αριστος, του Πειραιά ο Σταύρος... Έτσι, λοιπόν, ο αγοραίος έρωτας ήταν μια συνήθειά τους, με τη διαφορά ότι, μετά το γάμο τους, χρησιμοποιούσαν για γκαρσονιέρα τη θαλαμηγό τους... Ώσπου έσκασαν μύτη πάνω στη θαλαμηγό «Χριστίνα» στο Μόντε Κάρλο, η Γκρέτα Γκάρμπο, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, κάποιες Γαλλίδες ηθοποιοί να τις πιεις στο ποτήρι κι ο Νιάρχος (που έβλεπε τις φωτογραφίες στις εφημερίδες και τα περιοδικά) σκύλιαζε από ζήλεια... Ρεπόρτερ εγώ, που έψαχνα ν' ανακαλύψω ερωτοδουλειές γαλαζοαίματων, σταρ, ζάπλουτων και καλλονών, κεντρίστηκα από την υποψία ότι όποιος από τους δυο αντίζηλους μπατζανάκηδες αποφάσιζε να δημιουργήσει ένα ερωτικό σκάνδαλο, ασφαλώς θα γινόταν Scan10794πρωτοσέλιδος και θα ξεπερνούσε σε δημοσιότητα τον άλλο...  

 Κάτι τέτοιο έψαχνα να βρω στην ακτή  της Βουλιαγμένης, ξεροσταλιάζοντας με το νυσταλέο συνεργάτη μου, που η φαντασία του δεν κάλπαζε σαν τη δική μου, που οραματιζόμουν το Νιάρχο, κάτω από ένα Ρενουάρ, να απατά τη γυναίκα του με μια σταρ ή έστω στάρλετ... «Τι ψάχνεις να βρεις, πάμε να τσακώσουμε τη Βουγιουκλάκη με τον Κωνσταντίνο», διαμαρτυρόταν ο φωτογράφος, ώσπου μια βενζινάκατος άφηνε αφρούς από τη θαλαμηγό και πλησίαζε στην ακτή... Βγήκανε απο το ταχύπλοο δυο κοστουμαρισμένοι  κι ανηφορίζανε στο μονοπάτι, ανάμεσα στις πέτρες... Ήταν ο Νιάρχος, ολόφτυστος όπως στις φωτογραφίες και δίπλα του ο διευθυντής του ιδιαίτερου γραφείου του, ο κ. Θεοτόκης, όπως μου συστήθηκε σε λίγο... Ο μεγαλοεφοπλιστής μας προσπέρασε βλοσυρός, αλλά κοντοστάθηκε μετά λίγα μέτρα, για να πάρει μια ανάσα και να μας περιεργαστεί στην ανηφόρα, αφ' υψηλού...

—Τι συμβαίνει παιδιά; Ρεπορτάζ στα κατσάβραχα;

— Δυο λόγια κύριε Νιάρχο. Ποιός καλός άνεμος σας έφερε ως εδώ;   

Με κοίταξε με τη φιδίσια ματιά του, πάνω από τη γερακίσια μύτη, πήρε μια αναπνοή και μου έδωσε την εντύπωση ότι με έβλεπε σαν... σκουλήκι.

 — Σας παρακαλώ, δυο λόγια, επέμεινα.

— Δουλειές, μουρμούρισε κι έκανε μεταβολή, ανηφορίζοντας.

Με δυο δρασκελιές βρέθηκα δίπλα του κι ώσπου να φτάσει στη λιμουζίνα, με το σοφέρ στην ανοιχτή πόρτα, όλο και κάτι τον ρωτούσα, όλο και κάτι μου απαντούσε... Και καθώς σε μια στιγμή, αγριοκοίταζα το συνεργάτη μου, που από τσίγκουνιά είχε τραβήξει μόνο μια φωτογραφία, τόλμησα να τον ρωτήσω: " Με συντροφιά είσαστε στη θαλαμηγό σας ή μόνος, κύριε Νιάρχο; ",αλλά εκείνος χαμογέλασε αινιγματικά...   

0005  Kreol150

η τρικάταρτη εβένινη  "Κρεολή" είναι το ακριβότερο και κομψότερο πλεούμενο  που έγινε ποτέ στο κόσμο 

Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μου με το Σταύρο Νιάρχο, το Μάιο του 1959, όταν είχα σκεφτεί ότι ένας επώνυμος, υποδειγματικός πάτερ φαμίλιας, μπορεί να μπει στον πειρασμό να απατήσει τη γυναίκα του κι εγώ να το εκμεταλλευτώ δημοσιογραφικά. Έπεσα όμως έξω ως προς το πρόσωπο, γιατί η μεγάλη απιστία θα γίνει τέσσερις μήνες μετά, όταν ο Ωνάσης θα δημιουργήσει πρωτοσέλιδο ερωτικό σκάνδαλο με τη Μαρία Κάλλας, τη διασημότερη πριμαντόνας του εικοστού αιώνα. Να όμως που εγώ υπήρξα ο τυχερός κι αυτό που δεν μου βγήκε στη Βουλιαγμένη με το Νιάρχο, το πέτυχα τέσσερις μήνες αργότερα στη Γλυφάδα, με τον Ωνάση... Σε μένα, τον επίμονο εραστή του ρεπορτάζ, έλαχε ο κλήρος να ανεβώ στη «Χριστίνα» (ενώ δεκάδες Έλληνες και ξένοι συνάδελφοι και παπαράτσι την πολιορκούσαν) και να μου δώσει ο μοιχός αποκλειστική παγκόσμια συνέντευξη!

Ο πρόλογος αυτός στη βιογραφία του «Στόλαρχου»-τίτλος που ανταποκρίνεται πλήρως στη στόφα του Νιάρχου- γίνεται για να αναφέρω μερικά πρόσωπα που, παλιά ή πρόσφατα, μου έδωσαν στοιχεία και πληροφορίες για τον πρωταγωνιστή του βιβλίου μου. Ένα βιβλίο, που αν ήταν ταινία, θα λέγαμε ότι έχει γκεστ σταρ, τον Αριστοτέλη Ωνάση. Και εξηγώ γιατί: Αν δεν υπήρχε Ωνάσης δεν θα έφτανε τόσο ψηλά ο Νιάρχος και αντίστροφα. Η αντιζηλία, ο ανταγωνισμός και συναγωνισμός, το πάθος και ο πόθος να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο, έκαναν τα δυο αυτοδημιούργητα φαινόμενα: Τον Ωνάση OLYMPIC και τον Νιάρχο WORLD! Είχα προσβάσεις σε πρόσωπα συγγενικά, φίλους και συνεργάτες του Νιάρχου, αλλά και οικιακούς βοηθούς και υπαλλήλους του, που τον έβλεπαν από κοντά, όπως εκείνοι που τον έζησαν τα τελευταία του χρόνια στην αναπηρική καρέκλα. Ο Ωνάσης υπήρξε, σε ανύποπτο χρόνο, ο μέγας πληροφοριοδότης μου. Όλοι υποθέτουν ότι ανταπέδιδε τις κατηγορίες του μπατζανάκη του, κάποιοι τον έχουν ακούσει να τον βρίζει, αλλά ελάχιστοι ξέρουν λεπτομέρειες όπως αυτή: "Αυτός ο άνθρωπος   είναι γεμάτος ακαθαρσίες, αλλά ο ίδιος νομίζει ότι μοσχοβολάει"... Πολλά έμαθα, όχι με τη φλυαρία της, αλλά με τη σιωπή της (και με τις φωτογραφίες που μου έδωσε) από τη δεύτερη σύζυγό του Νιάρχου (1938-1946) Μελπομένη Κάππαρη. Επί μισό αιώνα (1947-1997) ζούσε κλεισμένη στο ρετιρέ της του Μανχάταν, με την πίκρα ότι αυτή εισήγαγε το Νιάρχο στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας και στους ναυτιλιακούς κύκλους κι αυτή του έδωσε διαζύγιο, για να πάρει γυναίκα του την κόρη του Λιβανού, πατριάρχη των Ελλήνων εφοπλιστών...

• Ο συνάδελφος Γιώργος Σπορίδης, αριστοκράτης εξ απαλών ονύχων, χλεύαζε το Νιάρχο, ίσως γιατί μια εξαδέρφη του, η Ελένη Σπορίδη, ήταν η πρώτη σύζυγος του εφοπλιστή. Εργαζόμαστε (τέλη δεκαετίας του 50) στο «Έθνος» της οδού Κολοκοτρώνη και μια μέρα, μπροστά στον καλό συνάδελφο και φίλο του Γιώργο Καράγιωργα, μου είχε πει: Τι θέλεις, Δημητράκη, και ασχολείσαι με ένα τόσο σάπιο άνθρωπο; Σάπιος ένας Νιάρχος; αναρωτήθηκα, σε μια εποχή που ψάρευα τα ρεπορτάζ μου σε ρηχά νερά, πριν ξανοιχτώ στα βαθιά...

• Ο καπετάν Ανδρέας Τσεσμελής (φωτο) φανατικός φίλιππος, όπως κι εγώ, μιλούσε συχνά για το Νιάρχο. Έχει γράψει και ένα 0033βιβλιαράκι για τη ναυτική καριέρα του. Υπήρξε καπετάνιος του Σταύρου Λιβανού (1948-1952) και διευθύνων πλοίαρχος του Νιάρχου από το 1952 ως το 1977. Αλλά και σήμερα, που τον χάνεις που τον βρίσκεις, στα γραφεία των γιων του Νιάρχου, στον Πειραιά. Μου έχει μιλήσει με θαυμασμό για τον άνθρωπο που θα βιογραφήσω. Μου αποκάλυψε όμως και περιστατικά, γι' αυτό το καθαρόαιμο άλογο, που ήταν δύστροπο και μπορούσε να σε σκοτώσει με μια κλοτσιά, αλλά στην κούρσα ήξερε πως να περάσει πρώτο το τέρμα...

 • Ο καπετάν Μιχάλης Πειθής  πατέρας του φίλου μου Μάκη, ήταν ο αρχιπλοίαρχος του Σταύρου Λιβανού και του άρεσε να διηγείται στα στερνά του, στο Παλιό Φάληρο, το βίο και την πολιτεία του Χιώτη καραβοκύρη, αλλά και περιστατικά της ηρωικής εμπορικής 0027ναυτιλίας... • Επίσης γνώρισα κι άλλα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του στόλαρχου, που έζησαν το δράμα του στην αναπηρική καρέκλα. Απροσδόκητος πληροφοριοδότης μου υπήρξε και ο πρόσκαιρος μπάτλερ του Ευτύχιος Αλτσιμπάρδης. Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλους, που, όπως και οι παραπάνω, μου μίλησαν για το Νιάρχο με θαυμασμό και κατάνυξη, έστω κι αν όλοι επισήμαναν τις αδυναμίες και τα ελαττώματα του... Αρκετοί που έζησαν από κοντά αυτό το ανήμερο θεριό (κοινή η γνωμάτευση τους) με παρακάλεσαν να μην αναφέρω τα ονόματα τους. Ακόμη και πεθαμένο έτρεμαν αυτό το ιερό και συγχρόνως αμαρτωλό τέρας της συνομοταξίας των «Χρυσών Ελλήνων»... Εκείνος που αρνήθηκε να μου πει ούτε λέξη, είναι ο καλός φίλος Μίμης Κουτρουμπούσης, διευθύνον στέλεχος του Νιαρχέικου και διευθυντής των γραφείων στον Πειραιά. Ευχαριστώ όλους που μου μίλησαν γι' αυτό το μυθικό πρόσωπο, που χωρίς καμιά απολύτως οικογενειακή παράδοση στη θάλασσα, κατόρθωσε να κυβερνήσει τα κύματα... Ακόμη και ο Ωνάσης, που δεν τον χώνευε, θαύμαζε το αστραφτερό μυαλό και τη πανουργία του και έλεγε:  "Το πολυτιμότερο εργαλείο του Σταύρου είναι το μυαλό του... Αυτός ο παλιοχαρακτήρας που βλέπετε, μπορεί με μια βάρκα να βυθίσει αεροπλανοφόρο! Κάποτε στο Λονδίνο, που έβρεχε με το τουλούμι, έπαιζαν ζάρια στο σπίτι του Λιβανού και ο Νιάρχος ξετίναξε δύο Έλληνες εφοπλιστές. Όταν φεύγανε, διστάζανε να πάνε στα αυτοκίνητα τους, γιατί έβρεχε ραγδαία, οπότε ο σπιτονοικοκύρης τους είπε γελώντας: Ο Σταύρος είναι σε θέση να σας περάσει μέσα στη βροχή, χωρίς ομπρέλα, και να μη σας αγγίξει σταγόνα... Κι όταν φύγανε, ρώτησε το γαμπρό του αν είχε «τσιμπήσει» τα ζάρια κι ο Νιάρχος του απάντησε: Μα τι λες καπετάν Σταύρο, μπορείς να κερδίσεις στο μπαρμπούτι χωρίς μπαλαμούτι;"

Πληροφοριοδότης μου  υπήρξε και ο Κώστας Γράτσος (φωτο) που με ρωτούσε γιατί ενδιαφέρομαι να μάθω στοιχεία για το Νιάρχο, τον "μισητό ανταγωνιστή", όπως τον αποκαλούσε γελώντας... 10064Κι΄εγώ, του έλεγα ότι με κεντρίζει η ιστορία ότι οι δυό διασημότεροι Έλληνες  εφοπλιστές ερωτεύτηκαν την κόρη  του πατριάρχη των Ελλήνων καραβοκύρηδων και τους φανταζόμουνα να μονομαχιούν... "ως πειρατές, με σπαθιά", γελούσε το δεξί χέρι του Ωνάση...     

Θα κλείσω τον πρόλογο μου με τη δήλωση ότι ο Ωνάσης υπήρξε για μένα, δημοσιογραφικά, το παν, ενώ ο Νιάρχος, απολύτως τίποτα, αλλά, προς Θεού, δεν θα υπάρξει καμιά προκατάληψη στο κείμενο μου... Πρέπει όμως να έχετε  μια εικόνα του τότε νεαρού ρεπόρτερ, απέναντι στους δύο αντίζηλους κι ανταγωνιστές: Ο Ωνάσης υπήρξε για μένα το μέγα κήτος, που το κυνήγησα μετά μανίας σε αβυσσαλέα βάθη και τελικά δεν με κατάπιε, ούτε με συνέτριψε με την πελώρια ουρά του... Και το περίεργο είναι ότι εγώ, το μικροσκοπικό ψαράκι, ποτέ δεν φοβήθηκα ή τρομοκρατήθηκα από τον Ωνάση - καρχαρία, γιατί από την πρώτη στιγμή είδα στη ματιά του συμπάθεια για μένα κι αποδοχή, έστω κι αν τον ενοχλούσα... Αντίθετα, ο Νιάρχος-σκυλόψαρο, από την πρώτη φορά που διασταυρώσαμε τη ματιά μας, με τρομοκράτησε, δείχνοντας μου ότι με είχε μια χαψιά... Με ρώτησε ο Ωνάσης κάποτε, γιατί διάλεξα αυτόν κι όχι το Νιάρχο για θήραμα της δημοσιογραφικής μου μανίας και του είχα απαντήσει με θάρρος, ίσως και κολακεία: «Μα εσύ, καπετάνιε, θέλεις δέκα Νιάρχους». Ο παμπόνηρος Σμυρνιός με είχε κοιτάξει από πάνω ως κάτω, λες και γράδαρε τη νοημοσύνη και τη φιλαλήθειά μου και μου είπε: «Λιμπερόπουλε, κι ο Νιάρχος κι εγώ, μυαλό πουλάμε και δεν νομίζω ότι μπορείς εσύ ή ο οποιοσδήποτε δημοσιογράφος, να ζυγίσετε την εξυπνάδα μας»... Με λίγα λόγια, όχι μόνο εκείνη τη φορά, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, άκουγα τον Ωνάση να είναι θαυμαστής του μπατζανάκη του, έστω κι αν ο Νιάρχος τον μισούσε... Μια άλλη φορά, στη διάρκεια των ιστιοπλοϊκών Ολυμπιακών Αγώνων του 1960, είχα τολμήσει (στο Κανοτιέρι ντι Νάπολι) να τον ρωτήσω αν ο Νιάρχος είναι πλουσιότερος του κι εκείνος, ανάμεσα σε δυο γουλιές ουίσκι, μου είχε απαντήσει χαμογελώντας: "Μετά από μια υψηλή βαθμίδα πλούτου, κανένας δεν μπορεί να ξέρει με ακρίβεια την αξία των περιουσιακών στοιχείων του... Η τελική σούμα γίνεται από δικηγόρους και λογιστές στο άνοιγμα της διαθήκης εκάστου"... Μια τέτοια ερώτηση θα ήταν ενοχλητική για Callas1τον προληπτικό Νιάρχο, όχι όμως και για τον Ωνάση, που συχνά απαντούσε στις τσεκουράτες, αλλά κάποτε αφελείς ερωτήσεις μου... Απορούσε και η Κάλλας  κι αναρωτιότανε πως έπαιρνα τόσο θάρρος, να ρωτάω πράματα που δεν τολμούσε να ρωτήσει ούτε η ίδια... Αλλά, μετά το γάμο του με την Τζάκι, μου είχε κάνει μια απροσδόκητη ερώτηση και ο Μεγάλος Σμυρνιός:  "Δεν μου λες, ποιός συνταράχτηκε περισσότερο μ' αυτό το γάμο;". -Ασφαλώς η Κάλλας, απάντησα. Χμογέλασε:  "Ασφαλώς ο Νιάρχος", χαριτολόγησε ο Ωνάσης, αλλά αμέσως μετά με κοίταξε ένοχα, συναισθανόμενος το μεγάλο κακό που είχε κάνει στη γυναίκα που του είχε αφοσιωθεί εννιά χρόνια, θυσιάζοντας την καριέρα της... 

 Καιρός είναι να μπω στην ουσία αυτού του βιβλίου, που θα περιέχει μαρτυρίες, περιστατικά, σχόλια, εντυπώσεις προσώπων, που γνώρισαν από πολύ κοντά το Σταύρο Νιάρχο, όχι μόνο από την αρχή της καριέρας του και στο μεσουράνημά του, αλλά και τους τελευταίους μήνες που βασανιζόταν στην αναπηρική καρέκλα... Πάνω σε αυτή, ο γεροστόλαρχος θυμόταν όλη τη ζωή του και κυρίως εκείνα τα γεγονότα και τις πράξεις του, που τον είχαν κάνει, αρκετές φορές, πρωτοσέλιδο θέμα... Οι πράξεις του Σταύρου Νιάρχου ήσαν τόσο απρόβλεπτα συγκλονιστικές, σχεδόν απίστευτες, που μ' έκαναν να μετατρέψω αυτή τη βιογραφία σε μυθιστορηματική, διότι μόνο με το άλλοθι της φαντασίας μπορούν να γραφούν τέτοιες φριχτές αλήθειες γι' αυτό το μεγαλοφυές, αδίστακτο και μανιακό θεριό.

1.Εξαφάνιση του Νιάρχου

Ο Σεπτέμβρης του 1995 βρισκόταν στο τέλος του και ο χειμώνας ερχόταν στο Σεν Μόριτς, όπως πάντα, με τους κατοίκους του να βγάζουν από τη ναφθαλίνη τα μάλλινα τους. Ο μεσήλικας με το ριγωτό γιλέκο και το σκούρο παντελόνι καθόταν στο γραφειάκι του και τακτοποιούσε κάποιους λογαριασμούς. Μόλις τελείωσε, τους έβαλε στο πάνω συρτάρι και μετά άνοιξε το κάτω, καμαρώνοντας τα ντοσιέ, που στο περιεχόμενο τους βασιζόταν για ένα επικερδές μέλλον... Ο άνθρωπος αυτός, που κυκλοφορούσε σαν σκιά στους διαδρόμους και στα δωμάτια της κατοικίας του Σταύρου Νιάρχου, ήταν ο μπάτλερ του τελευταίου «Χρυσού Έλληνα», που κυρτωμένος κι΄ανήμπορος βρισκόταν καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα... Ο γέρος μεγαλοεφοπλιστής, που άλλοτε πίστευε ότι μπορούσε να παρατείνει τη ζωή του  με το χρήμα,  είχε πιά συνειδητοποιήσει ότι πλησίαζε το τέλος του... Το είχε "πιάσει" στη ματιά του   κροίσου  πριν  τρία  χρόνια, όταν τον υποβάσταζε  να βγεί από το αυτοκίνητο μπροστά στο  χειμερινό ανάκτορό του  στο Γκστάαντ... Βαρυανάσενε αντικρίζοντας το κτιριακό συγκρότημα που στέγαζε μέρος από πολύτιμα αγαπημένα αντικείμενα και πίνακες, που συγκέντρωνε με πάθος ολόκληρη ζωή... Τον άκουγε συχνά να μουρμουρίζει στα ελληνικά "τα μάζευα σαν μέλισσα  για να τα διαγουμήσουνε οι κηφήνες...".   Σίγουρα το ζάπλουτο γεροντάκι ένιωθε ότι δεν μπορούσε πιά να κογιονάρει τους πάντες λέγοντας "αν πεθάνω", γιατί ο ίδιος κορόιδευε τον ίδιο τον τον εαυτό...         Όταν, πριν τρία χρόνια, είχε καταλάβει με την κουστωδία του τους δύο τελευταίους ορόφους του Μας Τζένεραλ Χόσπιταλ της Βοστόνης, ζήτησε από τον ειδικευμένο καθηγητή  του Χάρβαρντ δόκτορα Νικόλας Ζέρβα, να του πει την αλήθεια. Ο Νιάρχος είχε διατάξει να βγουν  από το δωμάτιο του ακόμη και οι γιοι του, και είχε ρωτήσει τον Ελληνοαμερικανό καθηγητή, να του εξηγήσει σε τι αποσκοπούσε η εγχείρηση που θα του έκανε. «Θέλω, γιατρέ, να μου τα πεις ελληνικά», τον παρακάλεσε, ποιός, ο άνθρωπος που ποτέ δεν είχε παρακαλέσει κανένα... Ο καθηγητής Ζέρβας του είπε ότι θα του έκανε πεταλεκτομή, δηλαδή θα του αραίωνε στη ράχη τα κόκαλα, για να «αναπνεύσει» η σπονδυλική του στήλη... «Δηλαδή, θα με πετσοκόψεις, γιατρέ», κιτρίνισε ο Νιάρχος, αλλά ο συμπατριώτης του τον καθησύχασε ότι θα τον κοίμιζαν κι όταν θα ξυπνούσε, δεν θα είχε δυσκαμψία και θα ένιωθε σαν πουλάκι... Ο κροίσος είχε κουνήσει το κεφάλι δύσπιστα και του είπε: «Γιατρέ, δεν θα έχει σημασία να νιώσω σαν πουλί, αν δεν μπορώ να πετάξω κιόλας». Πράγματι, μετά την εγχείρηση, ο Νιάρχος περπάτησε, αλλά ποτέ πια δεν πέταξε, όχι όπως παλιά σαν αετός των βουνοκορυφών, αλλά ούτε σαν τσιροπούλι του κάμπου...

Τα παιδιά του, οι συγγενείς του, οι συνεργάτες του, οι νομικοί του σύμβουλοι, οι πάντες, το είχαν πάρει απόφαση ότι το Μεγάλο Αφεντικό δεν ανήκε πια στους ζωνταντούς, αλλά στους ετοιμοθάνατους... "Στους υπο αναχώρηση παραθεριστές της ζωής", όπως έλεγε ο Ορθόδοξος μητροπολίτης της Ελβετίας και συμπλήρωνε το ενθαρρυντικό "αφού αναχωρούν, κάπου πάνε, δηλαδή στην επουράνια αθανασία!".    Μια κουβέντα, όμως, ήταν να αναχωρήσει ο στόλαρχος, που ενώ ένιωθε όλους γύρω του σαν κοράκια, εκείνος είχε ριζωμένη βαθιά στο μυαλό του την ελπίδα ότι, σύντομα η επιστήμη θα ανακάλυπτε το ελιξίριο της παράτασης της ζωής και, γιατί όχι, της αθανασίας, όπως είχε διαβάσει σε ένα ελληνικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας με τίτλο « ο Αθάνατος»... Του το είχε προμηθεύσει ο παμπόνηρος μπάτλερ του, ενισχύοντας έτσι την προσδοκία του αφεντικού του, πιπιλίζοντάς του το μυαλό ότι οι επιστήμονες -όπου νάναι- θα ανακοίνωναν την κοσμοσωτήρια ανακάλυψη... Ο κροίσος όμως -που είχε χάσει τη μιλιά του εδώ και μήνες- του έγραψε μια μέρα στο μπλοκάκι του: «Κι αν βρεθεί το ελιξίριο και παραταθεί η ζωή, πως θα χωρέσει στη Γη τόσος κόσμος;» Ο Τομ, ο μπάτλερ, που το βαφτιστικό του ήταν Θωμάς κι είχε γεννηθεί στην Κεφαλονιά, έσκυψε κοντά του και του είπε: «Μα, σερ, το φάρμακο θα είναι τόσο πανάκριβο, που μόνο ελάχιστοι θα είναι σε θέση να το αποκτήσουν»...

Όταν ο γερο Νιάρχος είχε στιγμές διαύγειας, αναρωτιόταν μήπως ο Τομ ήταν πλάσμα της φαντασίας του, γιατί δύο προηγούμενοι Κεφαλονίτες, που είχε στην υπηρεσία του, δεν του έλεγαν τέτοιες μπούρδες. Ο έμπτιστόςτου μάγειρας Θρασύβουλος Γαλιατσάτος, που πέθανε το 1984, του μαγείρευε τα νοστιμότερα φαγητά που είχε φάει στη ζωή του... Κι ο μπάτλερ του Αλέκος Γασπαράτος ήταν ο εξ απορρήτων, γενικών καθηκόντων, άνθρωπος του... Αφοσιωμένοι, αλλά και μυαλωμένοι Κεφαλονίτες... Αλλά αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, που εμφανιζόταν σαν φάντασμα μπροστά του, όχι μόνο του έφτιαχνε γαργαλιστικά κοκτέιλ για τον ουρανίσκο του, αλλά του έδινε κι ελπίδες για παράταση ζωής... Γι' αυτό ο εφτάψυχος γέρος, που τους τελευταίους μήνες είχε φτάσει αρκετές φορές κοντά στο θάνατο και γλίτωνε, αναρωτιόταν μήπως ο Τομ ήταν δημιούργημα της φαντασίας του...  Αλλά και ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, καθώς κλείνει τα μάτια, ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα, και προσπαθεί να φανταστεί και να νιώσει το στόλαρχο στα τελευταία του, αναρωτιέται το ίδιο: Αν ο Τομ - Θωμάς είναι υπαρκτό πρόσωπο ή φανταστική προέκταση των δύο πιοτών υποτακτικών του Νιάρχου. Γιατί όλοι οι κοντινοί άνθρωποι του γερο κροίσου συμφωνούν ότι ο θάνατος του Γαλιατσάτου και η συνταξιοδότηση του Γασπαράτου τον είχαν μελαγχολήσει... Τέτοια μούτρα κατέβαζε ο στόλαρχος μόνο όταν βούλιαζε ή παροπλιζόταν βαπόρι του...

Σκυμμένος ο Τομ στα χαρτιά του προσπαθούσε να βάλει σε σειρά αποκόμματα, φωτοτυπίες και σημειώσεις, χρήσιμα όλα για τα απομνημονεύματα του. Γι' αυτό το έργο ζωής, ευχόταν να αναπαύσει ο Κύριος τον σερ, να τον θυμηθεί στη διαθήκη του και απερίσπαστος μετά να καταπιαστεί με το μπεστ σέλερ του... Ο γέρος όμως ήταν εφτάψυχος και παρά την αναπηρία του, τη στραβωμάρα του, την κουφαμάρα του και τη μουγκαμάρα του, αντιστεκόταν κι αντιδρούσε μουγκρίζοντας σαν λαβωμένο θεριό, μέχρι να εμφανιστεί η σκιά που εκπλήρωνε κάθε μικροαπόλαυσή του, ακόμη και την ελπίδα - ουτοπία για παράταση της ζωής του... Λες -αναρωτιόταν ο ανάπηρος κροίσος- να είναι ο Τομ ο καλός μου άγγελος, μέσα σε ένα κόσμο δαιμόνων που με περιβάλλουν τελευταία...

Ο Τομ, είτε ήταν καλός άγγελος του ετοιμοθάνατου, είτε πονηρό εκτόπλασμα  του σπιτιού, έσκυψε σε ένα απόκομμα κι άρχισε να διαβάζει μέσα του: «Ο Νιάρχος έχει χαθεί από παντού. Από τις κοσμικές συγκεντρώσεις, τα νυκτερινά κέντρα, τα χιονοδρομικά στέκια των vips του Γκστάαντ και του Σεν Μόριτς, τις ιπποδρομίες του Λονσάν και του Άσκοτ, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Μονακό, τη Σπετσοπούλα, όπου έχει να πάει πολλά χρόνια, ίσως από τότε που πέθανε η γυναίκα του Ευγενία... Μόνο στη μεγάλη ιπποδρομία του Αρκ ντε Τριόμφ, στο Παρίσι, εμφανίστηκε πριν δύο χρόνια, υποβασταζόμενος όμως από νοσοκόμο... Το όνομα του έχει ξεχαστεί και θα είναι στα αζήτητα, ως τη στιγμή που θα αναγγελθεί ο θάνατος του και ο τύπος θα αναφερθεί στη ζωή ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους του αιώνα μας... Ο Έλληνας κροίσος έχει αποσυρθεί από το Μάρτιο του 1991, που υπέστη την πρώτη καρδιακή προσβολή στη θαλαμηγό του «Ατλαντίς II» και μεταφέρθηκε στον Ίνσμπουργκ... Μετά έδωσε σημεία ζωής σε κλινική του Χιούστον κι αργότερα της Βοστόνης... Λέγεται ότι έχει υποβληθεί σε εγχειρήσεις στην καρδιά, στη σπονδυλική στήλη και στα μάτια... Ο Νιάρχος είχε εμφανιστεί δημόσια, για τελευταία φορά, στο γάμο του γιου του και στις ιπποδρομίες του Λονσάν, υποβασταζόμενος και με συνοδεία γιατρού και νοσοκόμου... Ο τελευταίος «Χρυσός Έλληνας», τα δύο τελευταία χρό¬νια, βρίσκεται απομονωμένος από τον έξω κόσμο, στη βίλα Μαργκούν του Σεν Μόριτς, κατάκοιτος, έχοντας χάσει τη φωνή του... Η επιδερμίδα του έχει γίνει σαν τσιγαρόχαρτο... Του δίνουν κορτιζόνη...»

Μωρέ μπράβο στους δημοσιογράφους, όλα τα μαθαίνουν -σκέφτηκε ο μπάτλερ- εκτός από το κυριότερο, που ενδιαφέρει εμένα... Ότι ο Μεγάλος εξακολουθεί να διαθέτει αλώβητο το μυαλό του και πεντακάθαρη τη σκέψη του, που τον βασανίζει, όμως, γιατί προσπαθεί να θυμηθεί όλη την προηγούμενη ζωή του... Αυτό ακριβώς πρέπει να εκμεταλλευτώ... Να του κλέψω τις αναμνήσεις, άσχετο αν μερικές φορές η μνήμη του βραχυκυκλώνεται μέσα στο χρόνο και μπερδεύει τα γεγονότα, ακόμη και τα πρόσωπα... Όπως εμένα, που δεν έχει συνειδητοποιήσει αν είμαι υπαρκτό πρόσωπο ή δημιούργημα της φαντασίας του...

10178  10153

 1990: ο Νιάρχος μπαίνει στην άκατο που θα τον μεταφέρει στη θαλαμηγό του. * 1991: η Οδύσσεια του Νιάρχου στα νοσοκομεία και χειρουργεία άρχισε το Μάρτη του 1991, όταν υπέστη το πρώτο εγκεφαλικό στη θαλαμηγό του "Ατλαντίς".

 

2. Η ανάσταση του Λαζάρου

 Ήταν έξι η ώρα, πριν ξημερώσει, όταν το κάτισχνο γεροντάκι πετάχτηκε από τον ύπνο του, νιώθοντας τέτοια ευεξία που ήθελε να την εκδηλώσει... Στην αρχή  νόμισε ότι βσισκότανε πάνω σε φορείο και μόλις είχε συνέλθει απο  λιποθυμία, όπως τότε που είχε υποστεί το πρώτο εγκεγαλικό,  μετά συνειδητοποίησε τι ακριβώς συμβαίνει...   Άρχισε να φωνάζει ελληνικά «Λύθηκε η γλώσσα μου, λύθηκε η γλώσσα μου!»... Κι αμέσως μετά συνέχισε πότε αγγλικά και πότε γαλλικά. «Καλέστε αμέσως τους γιούς μου, τους γιατρούς, τους διευθυντές και τους νομικούς συμβούλους μου»... Η νοσοκόμα, που λαγοκοιμόταν στη πολυθρόνα, είχε ξυπνήσει και σηκωθεί όρθια, ο σεκιούριτι, έξω από την ανοιχτή πόρτα, δεν ήξερε τι να κάνει και ο Τομ, που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, είχε ακούσει τις φωνές και αγουροξυπνημένος φορούσε βιαστικά τη ρόμπα του... Το γεροντάκι εξακολουθούσε να φωνάζει, με την αδύναμη βραχνή φωνή του:  Είμαι ο Σταύρος Νιάρχος και ξαναπαίρνω το τιμόνι στα χέρια μου, ρεμπεσκέδες...

Μπήκε ο μπάτλερ κατάπληκτος, γιατί το αφεντικό του εδώ και μήνες, μπορεί να γκρίνιαζε και να γρύλλιζε, αλλά δεν μπορούσε να αρθρώσει ολοκάθαρα φράσεις, μόνο τραύλιζε... Ενώ τώρα, στα ξαφνικά, η κάτισχνη κεφαλή με τη γαμψή μύτη και τα ζαρωμένα χείλη, είχε βρει τη μιλιά της: Τοοόμ, Τοοόμ... 

-Τι πάθατε, σερ; Με φωνάξατε;

 — Όχι μόνο εσένα, αλλά όλους που κοπροσκυλιάζουνε στη βίλα Μαργκούν... Τι ώρα είναι;

Ο μπάτλερ κοίταξε το ρολόι του: Έξι και τρία λεπτά τα ξημερώματα, σερ...

— Ξύπνησε τη Χίλαρι, τώρα αμέσως.

— Μάλιστα, σερ.

Ο μπάτλερ, με τις τσίμπλες στα μάτια, βγήκε στο διάδρομο βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που είχε μπλέξει, εδώ και χρόνια, με αυτόν τον ανισόρροπο. Η διόροφη βίλα είχε βρει την  ησυχία της για πολλούς μήνες, από τότε που ο μεγαλοεφοπλιστής είχε αρρωστήσει βαριά και τον  είχαν πάει στο καντονιακό νοσοκομείο της Ζυρίχης... Μετά, όμως, τον είχαν ξαναφέρει κι απομονώσει οι γιοι του στην ιδιωτική του πτέρυγα της βίλας, ενώ από το υπόλοιπο κτίριο -όπου τα κεντρικά γραφεία- οι διευθυντές και οι νομικοί σύμβουλοι κατεύθυναν τα πάντα... Οι γιοι του Φίλιππος και  Σπύρος ερχόντουσαν κάθε πρωί, όπου τους περίμενε η Αγγλίδα γραμματέας του πατέρα τους, η Χίλαρι, με σημειώσεις - κατευθύνσεις, υποδείξεις του γέρου... Όσο ανήμπορος κι αν ήταν ο στόλαρχος -έτσι τον έλεγαν οι υποτακτικοί του- έβρισκε το κουράγιο να γκρινιάζει και να απαιτεί πλήρη έλεγχο των επιχειρήσεων του... Η Χίλαρι -πολλά χρόνια στη δούλεψη του- έφτυνε αίμα για να μπορεί να ξεχωρίζει τις εντολές του, ανάμεσα στο τραύλισμα και στις βρισιές, αλλά και να την ακούει εκείνος, αφού είχε  τσιπ  βαρηκοΐας στα αυτιά του... Είχε κρεμασμένα και τρία ζευγάρια γυαλιά στο στήθος του: ένα για διάβασμα, ένα για χάζεμα -όπως έλεγε- κι ένα για την τηλεόραση και το προσωπικό του κομπιούτερ, που σπάνια χρησιμοποιούσε τελευταία... Το πιο μεγάλο βασανιστήριο -μετά τη γραμματέα του- δεχόντουσαν οι δυο γιοι του, που ανέβαιναν από τα γραφεία τους του ισογείου για να φάνε μαζί του κάθε μεσημέρι... Έπρεπε να είναι του θανατά ο γέρος για να μην τον φέρουν, πάνω στην κινητή καρέκλα του ή κούτσα - κούτσα, στην τραπεζαρία... Του φορούσαν μια μεγάλη πετσέτα στο λαιμό κι εκείνος βουτούσε με τα δάχτυλα στα πιάτα, γιατί δεν μπορούσε να κουμαντάρει τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα μαχαίρια... Ο μπάτλερ, όρθιος δίπλα του, του σκούπιζε διαρκώς τα δάχτυλα με χαρτομάντιλα κι οι γιοι του κάνανε πως δεν βλέπανε...

 Όταν, λοιπόν, εκείνο το πρωινό ο Νιάρχος μίλησε και μάλιστα πεντακάθαρα, ο Τομ σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που θα έφευγε σε λίγες ημέρες από τη δούλεψη του... Μαρτύριο ήταν η ζωή του τόσα χρόνια, κοντά στο πιο δύστροπο αφεντικό του κόσμου, που όταν μπορούσε να κουνήσει χέρια και πόδια, ήταν και βάναυσο, αφού σκαμπίλιζε και κλοτσούσε... Αλλά και η Χίλαρι, που στην αρχή έδειξε ενθουσιασμένη με το ξεμπλοκάρισμα της φωνής του, τώρα περίμενε τις εντολές του ανήσυχη και φοβισμένη για το φόρτο της δουλειάς  και κυρίως για τα ξεσπάσματα του στόλαρχου... Εκείνος την κοίταξε με το ένα μάτι -το άλλο ήταν χαλασμένο- και ξαφνικά τη διέταξε:  Να ειδοποιήσεις όλους τους κηφήνες, διευθυντές και νομικούς συμβούλους, να ανεβούν επάνω το μεσημέρι... Να ξεχάσουν όλοι από σήμερα τα fax, γιατί θα παίρνουν προφορικές εντολές... Κατάλαβες;

 — Κατάλαβα, κύριε Σταύρο... Οι γιοι σας, οι διευθυντές, οι νομικοί σας σύμβουλοι, οι πάντες, θα ειδοποιηθούν...

— Αν ρίσκονται εδώ και κάποια από τα εγγόνια μου, να τα φέρουν κι αυτά, για να ξανακούσουν τη φωνή του παππού τους... Κι εσύ Τομ, τυχερός είσαι που με αφήνεις και δεν θ' ακούς πάλι τις βρισιές μου...

 Ο μπάτλερ -που κάποιοι νόμιζαν ότι είναι από την Κεφαλονιά κι άλλοι από την Κορνουάλη- ήταν στα καράβια του στόλαρχου, αλλά εδώ και χρόνια την είχε αράξει κοντά του, στην αρχή ως  ειδικός στα κοκτέιλ και μετά ως γενικών καθηκόντων... Τελευταία, όμως, είχε πάρει τη μεγάλη  απόφαση να βγει στη σύνταξη, για να γλιτώσει, όχι μόνο από το γερο τζαναμπέτη, αλλά κι από την απέραντη ασπράδα του χιονιού, που τον πείραζε στα μάτια... Θα πήγαινε σε ένα νησί, κοντά στον ήλιο και στη θάλασσα, να ζεσταθούν τα κοκαλάκιατου... Θα συγκέντρωνε και θα ταχτοποιούσε και τα αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά, με θέμα τους «Χρυσούς Έλληνες», που μάζευε  χρόνια... Ένας εκδότης του είχε πει «Όταν σταματήσεις να δουλεύεις γι' αυτούς και δεν τους φοβάσαι, έλα να με βρεις, να βγάλουμε βιβλίο...» Αλλά, ας ξεκολλούσε πρώτα από το γέρο και μετά θ' αποφάσιζε...

Πρώτος έφτασε -κατά τις εφτάμισι το πρωί- ο προσωπικός γιατρός του μεγαλοεφοπλιστή, που τον υποδέχτηκε ο μπάτλερ με ανάμικτο αγγλικό χιούμορ και κεφαλονίτικο σκώμμα:  "Ο υπ' αριθμόν 12 πλουσιότερος άνθρωπος ξαναβρήκε τη φωνή του στις 6.03 και με έβρισε ελληνικά στις 6.07!" Αμέσως μετά, ήρθαν οι δύο μεγάλοι γιοι του, με το διευθυντή του καντονιακού νοσοκομείου, που τον αποκαλούσαν οι πάντες «κύριο καθηγητή». Ο ευθυτενής και ανέκφραστος μπάτλερ τους είπε, τελικά, το σπουδαιότερο:  Ο σερ μίλησε!

Ο Φίλιππος ρώτησε τη Χίλαρι, τι ακριβώς συμβαίνει κι εκείνη σήκωσε τους ώμους. Όλοι μαζί μπήκανε στο κοινό ασανσέρ, με τους γιους του στόλαρχου να αναρωτιούνται με τα μάτια τι θα αντικρίσουν... Ο γέρος τους υποδέχτηκε με σαρδόνιο γέλιο, ξέροντας ότι οι κανακάρηδές του τον προτιμούσαν μουγκό, ακόμη και τυφλό, ίσως και πεθαμένο...

Στο ισόγειο άρχισαν να καταφτάνουν οι μεγαλοθεσίτες, οι υψηλόμισθοι, τα πόστα, οι θώκοι, τα πλήκτρα του πιάνου -όπως τους αποκαλούσε ο Νιάρχος- που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να παίξει μουσική... Ο ένας κοίταζε τον άλλο, με την υποψία ότι πιθανόν να ήξερε περισσότερα για την κατάσταση του γερο βρικόλακα, που έτσι και γινότανε καλά θα τους έβριζε και ταπείνωνε πάλι... Καθίσανε αμίλητοι και επιφυλακτικοί στις βελούδινες πολυθρόνες και στους δερμάτινους καναπέδες του απέραντου καθιστικού, με τους περσικούς τάπητες, τους πίνακες ζωγραφικής, τις αντίκες και το τεράστιο τζάκι με τις φλόγες της κολάσεως... Έτσι τις παρομοίαζε η Χίλαρι, που μισούσε τη ζέστη, γιατί λάτρευε την κρυάδατου χιονιού... Ένα χιόνι απέραντο, έξω από την πελώρια τζαμαρία, που κάδραρε το Σεν Μόριτς και τη λίμνη του, που ως τις γιορτές θα πάγωνε...

Μερικοί συζητούσαν χαμηλόφωνα, όταν ορμήσανε σαν χιονοστιβάδα τα εγγόνια του Νιάρχου, που είχαν κατεβεί από τις Μερσεντές και τις Μπέντλεϊ με τους οδηγούς και τους σεκιούριτι... Ο μπάτλερ τα οδήγησε στην αίθουσα παιγνιδιών κι εκείνα μπήκανε μέσα τιτιβίζοντας σαν πουλάκια, πετώντας τα παλτά, τα κασκόλ, τα γάντια και τα σκουφιά τους, που τα μάζευε η καμαριέρα... Ο μπάτλερ υπομειδιούσε κουνώντας το κεφάλι, γιατί τα έβλεπε σαν φιδάκια που ζεσταινόντουσαν στον κόρφο της υπεραφθονίας και της χλιδής κι όταν θα μεγάλωναν θα έχυναν δηλητήριο σαν τον παππού τους, τον μέγα πύθωνα και βόα συσφιγγτήρα... Και ο γέρος κατείχε το νούμερο 12 του πλούτου, ίσως και το μονοψήφιο 9 για κάποιο εξειδικευμένο περιοδικό, αλλά τα εγγόνια  θα κατακερματιζόντουσαν μετά το θάνατο του παππού τους και των γονιών τους σε μερίδια με τριψήφιους αριθμούς κατάταξης πλούτου...

 Ο μπάτλερ φιλοσοφούσε από εκείνη την εποχή που έβλεπε το πολυάσχολο αφεντικό του να κλέβει χρόνο και να παίζει με τα εγγόνια του... Τους έκανε το σταθμάρχη κι εκείνα τους μηχανοδηγούς και κλειδούχους, να κατευθύνουν ατμομηχανές και βαγόνια που κυλούσαν πάνω στις ράγες, κάτω από γέφυρες και τούνελ... Όλοι οι νεοσσοί -σκεφτόταν ο υποτακτικός- ακόμη και των πιο κακομούτσουνων ζώων, είναι συμπαθητικοί... Σε μικρή ηλικία, ακόμη και οι ιπποπόταμοι, οι ουραγκοτάγκοι, τα σκυλόψαρα, συγκεντρώνουν τη συμπάθεια των θεατών στους ζωολογικούς χώρους. Είναι, βλέπεις, η τρυφερή ηλικία της αθωότητας και της αβέβαιης, χαριτωμένης κίνησης... Αργότερα, όταν μεγαλώσουν -όπως τα εγγόνια του γερο καρχαρία-από ακίνδυνα τρυφερούδια, θα εξελιχθούν σε αιμοχαρή που θα ξεσχίζουν σάρκες και θα ρουφάνε αίμα...

Τα θυμόταν τα Νιαρχάκια, ο μπάτλερ, που τώρα τα καμάρωνε να μεγαλώνουν και σε λίγα χρόνια, όταν τέλειωναν τις σπουδές τους κι έμπαιναν στις επιχειρήσεις, θα έδειχναν τα νύχια και τα δόντια τους... Θυμόταν ακόμη,  ότι ο γενάρχης τους, είχε φροντίσει να βάλει στη μεγάλη αίθουσα παιγνιδιών μικρογραφίες φορτηγών και τάνκερ που φόρτωναν και ξεφόρτωναν, από τα βαγόνια, εμπορεύματα και μαζούτ... Το ίδιο παιγνίδι έπαιζε παλιά ο στόλαρχος και με τα παιδιά του. Από τα γεννοφάσκια τους, καθόριζε τη ρότα τους... Όσο για την κόρη του Μαρία, που αγαπούσε τα άλογα, την έβαζε να τιμαρεύει και να ξυστρίζει τον αφρό - ιδρώτα από το αγαπημένο της άλογο...

 Ο Τομ θυμόταν, ακόμη, το Φίλιππο, τον πρωτότοκο, να του κάνει μαθήματα ελληνικών ένας νεαρός φοιτητής, ο Αντωνόπουλος, τα καλοκαίρια στη Σπετσοπούλα... Ο Νιάρχος, συχνά ρωτούσε το φροντιστή για τις προόδους του γιου του, λέγοντας: Ένας Νιάρχος πρέπει να μιλάει και να γράφει τέλεια ελληνικά, ιδιαίτερα ο εγγονός του που έφερε το όνομά του. Συχνά του έλεγε: "Ελπίζω Σταύρο να καταλάβεις, όταν μεγαλώσεις, ποιό παππού είχες!" 

Τώρα ο ξεδοντιασμένος δράκουλας δεν είχε όρεξη για να εκπαιδεύσει τα εγγόνια του... Και το αίμα που του μετάγγιζαν κάθε τόσο, δεν του έδινε τόση δύναμη ώστε ν' αποζητάει να ρουφήξει κι άλλο πλούτο, όπως παλιότερα, αλλά για να μπορεί να στέκεται, για λίγο, στα πόδια του... Δεν τολμούσε, όμως, πια, να κοιταχθεί σε καθρέπτη, γιατί θ' αντίκριζε ένα ζωντανό νεκρό... Κι όμως ο γερο δράκουλας δεν το 'βαζε κάτω και με το λύσιμο της γλώσσας του, ένιωθε την ψευδαίσθηση ότι, όχι μόνο είχε αποκτήσει δυνάμεις, αλλά κι ότι ήταν έτοιμος να ξαναπιείτο αίμα των ανταγωνιστών, των συνεργατών και υποτακτικών του κι αν μπορούσε, ω του θαύματος, και των γυναικών που του 'χανε γλιτώσει ως τώρα...

Τελευταία ο στόλαρχος υποτίθεται ότι διοικούσε τις επιχειρήσεις του και κυβερνούσε το στόλο του μέσω των γιων του... Έτσι νόμιζε ή μάλλον ήθελε να πιστεύει ότι καθημερινές επισκέψεις του Φίλιππου και του Σπύρου σηματοδοτούσαν τις δικές του αποφάσεις και διαταγές, αλλά μόνο συμβουλές έδινε κι ας έκανε η Χίλαρι πως κρατούσε σημειώσεις... Στο καλάθι των αχρήστων τις πετούσε... Από τη στιγμή, όμως, που λύθηκε η γλώσσα του, ο γέρος πίστεψε ότι θα συνεχιζόταν η απόλυτη κυριαρχία και εξουσία του, που είχε διακοπεί εδώ και μήνες... Έπαιρνε βαθιές ανάσες κι ο νους του έτρεχε στο προσωπικό του κομπιούτερ, που είχε να το χειριστεί μήνες... Εκεί μέσα υπήρχε η άθροιση, η σούμα που λένε, της τεράστιας περιουσίας του, που την είχε δημιουργήσει εκ του μηδενός...

 Ήδη, με το άγγελμα του μπάτλερ ότι ο σερ ξαναβρήκε τη μιλιά του, θορυβήθηκαν, όχι μόνο οι γιοι του, αλλά και τα διευθυντικά του στελέχη και οι νομικοί του σύμβουλοι, που εδώ και καιρό εργαζόντουσαν μόνο τις ώρες γραφείου κι όχι, όπως όταν τους καταδυνάστευε το μεγάλο αφεντικό κι έπρεπε να βρίσκονται στη διάθεση του ακόμη και στα μαύρα μεσάνυχτα, όταν του 'ρχότανε μια μεγαλοφυής ιδέα κι ήθελε να εκτελεσθεί αυτοστιγμεί... Περισσότερο τρομοκρατήθηκε η έμπιστη γραμματέας, που με τις δύο βοηθούς της, έπρεπε να ξαναβρίσκονται σούζα, όχι μόνο την ημέρα, αλλά και τη νύχτα... Χίλαρι, φώναζε παλιά ο Νιάρχος και αν δεν τον άκουγαν, ούρλιαζε και πάλι το όνομα της, που αντηχούσε στο διάδρομο ως το υπνοδωμάτιο της... Κι έτρεχαν ο σεκιούριτι κι ο μπάτλερ να την ξυπνήσουν... Το ίδιο έκανε ο στόλαρχος και στους γιους του, που μπορούσε να τους ξυπνήσει τις πιο απίθανες ώρες, το Φίλιππο και το Σπύρο στο Σεν Μόριτς και τον Κωνσταντίνο στο Λονδίνο, όπου έμενε και διεύθυνε το εκεί γραφείο τους...

 

  10184

Το σαλέ-συγκρότημα της οικογένειας Νιάρχου στο Γκστάαντ το λεγόμενο τσαρικό ανάκτορο των Άλπεων. Οι αντίκες, οι πίνακες, τα έπιπλα, οι τάπητες, οι πορσελάνες, τα κρύσταλλα και γενικά ο διάκοσμός του, ήσαν αμύθητης αξίας.* το πατρικό του σπίτι.

 3.  Βελτίωση προσωρινή

Μέσα στην αναταραχή της ξαφνικής βελτίωσης της υγείας του αφεντικού του, ο Τομ διαπίστωσε ότι μόνο ένα μέλος της οικογένειας του Νιάρχου δεν είχε ειδοποιηθεί. Ήταν η κόρη του Έλενα, από το γάμο του-αστραπή με τη Σαρλότ Φορντ, που από νήπιο είχε αποκοπεί εντελώς από τον πατέρα της, που  τον έβλεπε μόνο από  φωτογραφίες των εφημερίδων και περιοδικών... Ο Νιάρχος θεωρούσε αυτό το παιδί σαν  πλάσμα   άλλου πλανήτη, αποκομμένο από τα τέσσερα γήινα παιδιά του που είχε με την Ευγενία. Είχε χωρίσει φιλικά με την Σαρλότ, πείθοντάς την ότι ήταν πολύ νέα, όμορφη και πλούσια για να χαραμίσει τη ζωή της με ένα πολυφαμελίτη γέρο... Η Φορντ τον έπαιρνε κατά διαστήματα στο τηλέφωνο και εκείνος την ρωτούσε τυπικά για τη κόρη τους, που είχε συνηθίσει στο γονιό εκ του μακρόθεν... Τελικά και η τηλεφωνική επαφή του Νιάρχου με την Σαρλότ αραίωσε, Μετά από χρόνια,  όταν  Ελβετός φίλος του τον ρώτησε αν  η Έλενα παντρεύτηκε τον κηπουρό της, του είπε     « πράγματι, το ζωντόβολο πήρε ένα  τόσο κατώτερο του». ΚΙ΄όταν  ο  Ελβετός τον κοίταξε ειρωνικά, ξέσπασε πάνω του:  Τι νομίζεις, ασήμαντο γέννημα των καντονιών, ότι δεν μπορώ να περιφρονώ τους ασήμαντους, επειδή κι εγώ δεν κατάγομαι από ζάπλουτους ή γαλαζοαίματους; Ο πλούτος και η ευγένεια μου ξεκινάνε από εμένα τον ίδιο, γιατί είμαι Έλληνας και η Ελλάδα μετράει χιλιετίες πνευματικότητας και παράδοσης... Κι αν δεν το ξέρεις, εκείνος που εμπνεύστηκε τα καντόνια σας, ο Καποδίστριας, Έλληνας ήταν! Εκείνη την ημέρα ο Νιάρχος έλουζε με τις λέξεις «μαλάκα», «ηλίθιε» και «όρνιο», όλο το προσωπικό... Ελβετούς, Γάλλους, Άγγλους και Έλληνες... Τότε, όμως, ο στόλαρχος βρισκόταν ακόμη πάνω στη γέφυρα της ναυαρχίδας του, ενώ τώρα προσπαθούσε να κάνει το θαλασσόλυκο μέσα από την καμπίνα - κρεβατοκάμαρα του, ενώ το τιμόνι κρατούσαν άλλοι... Τότε  είχε σούζα, στο ένα πόδι, όλους όσους δούλευαν κοντά του κι όταν τον πιάνανε τα μπουρίνια του,  ξεσπούσε πάνω τους... Μια φορά, που ο νεαρός ιδιαίτερος γραμματέας του Γιώργος Θεοτόκης, ξέχασε να κόψει από μιά εφημερίδα ένα άρθρο που τον αφορούσε, τον έβαλε και... έφαγε το απόκομμα!

Ο Φίλιππος και ο Σπύρος μείνανε αρκετή ώρα στο δωμάτιο του με τους γιατρούς, που ο πατέρας τους περιγελούσε με γκριμάτσες... Ο κύριος καθηγητής, όμως, κοίταξε κατάματα το μεγάλο γιο, σαν να του έλεγε ότι ο γέρος έκανε καραγκιοζιλίκια κι ότι δεν υπήρχε βελτίωση στην υγεία του... «Μόνο η γλώσσα του λύθηκε», ψιθύρισε στο μεγάλο... Ο μπάτλερ κι ο καμαριέρης είχαν πλύνει και ξυρίσει το δύστροπο αφεντικό, του φορέσανε -κατ' απαίτηση του, μετά από πολύ καιρό- το μπλου τζάκετ και το ναυτικό κασκέτο και τον οδηγήσανε κούτσα - κούτσα στο προσωπικό του ασανσέρ, που δεν ξεκινούσε αν το φωτοκύτταρο δεν έβλεπε το πρόσωπο του... Στο βάθος του καθιστικού ακούστηκε σούσουρο και να που πρόβαλε, ανάμεσα στον μπάτλερ που τον υποβάσταζε και στους γιους του, ο υπ' αριθμόν 12 πλουσιότερος άνθρωπος, που είχε δώσει εντολή στον επικεφαλής των σεκιούριτι, οι επισκέπτες του να είναι δέκα μέτρα μακριά από την πολυθρόνα του... Καθώς πλησίαζε με τη συνοδεία του, όλοι βλέπανε ένα «άλλο» Νιάρχο, ακόμη πιο συρρικνωμένο από όσο ήταν πριν τρία χρόνια... Με τίποτα δεν θύμιζε το αιλουροειδές με το κεφάλι αρπακτικού, του παλιού καιρού... Ήταν ένα καμπουριασμένο γεροντάκι, που προκαλούσε οίκτο... Ο αρχιναυπηγός της εταιρίας του, ψιθύρισε στο διπλανό του: «Θεέ μου, είναι σαν φαγωμένο από το σαράκι ξύλο»...

Τον βοήθησαν να καθίσει στην πολυθρόνα του... Ανάσαινε αδύναμα, αλλά συγκεντρώθηκε, σήκωσε το γερό του χέρι καιπροσπάθησε να ξαναβρεί την παλιά στεντόρεια φωνή του, που όλοι την έτρεμαν... Μα δεν μπόρεσε... Η φωνή βγήκε βραχνή κι αδύναμη: Νιώθω σαν τάνκερ που κινδύνεψε να καταποντιστεί, αλλά αντιμετώπισε την καταιγίδα και συνεχίζει τώρα τη ρότα του...

Την απόλυτη σιωπή, τη διέκοψε κάποιο δειλό χειροκρότημα και ξαφνικά όλοι άρχισαν να χειροκροτούν, ώσπου το αφεντικό, σήκωσε αδύναμα το χέρι και ξανάπεσε βουβαμάρα. Σας ευχαριστώ όλους -είπε- και από αύριο θέλω ραπόρτο από τα πόστα σας... Η κυρία Χίλαρι, θα σας ενημερώσει για τα ραντεβού μας... Σας ευχαριστώ και πάλι, μπορείτε να γυρίσετε στα γραφεία σας...

 Οι επισκέπτες -ραχοκοκαλιά των επιχειρήσεων του Νιάρχου- άρχισαν να μετακινούνται πίσω από τους δύο μεγαλόσωμους σεκιούριτι, να πλησιάζουν σε κάποια απόσταση και να υποκλίνονται ταπεινά -όπως οι προσκυνητές στον επιτάφιο- πριν αποχωρήσουν... Όλοι φεύγανε σιωπηλοί, αλλά μόλις φτάνανε στον προθάλαμο της γκαρνταρόμπας, βομβολογούσαν σαν σφήκες φαρμακερές, ρίχνοντας το δηλητήριο τους... Η εικόνα του μεγάλου αφεντικού, που τόσα χρόνια τους έβριζε, τους εξευτέλιζε και τους λοιδορούσε, είχε θρυμματιστεί... Μια γελοιογραφία ενός ασθενικού κι ανήμπορου γέρου βρισκότανε στο σαλόνι, πάνω στους περσικούς τάπητες και κάτω από τους πίνακες των μεγάλων ζωγράφων. Οι γιοι του παρέμεναν αμήχανοι, όταν τους διέταξε αυταρχικά: «Και τώρα δρόμο και αύριο θέλω ενημερωμένο το προσωπικό μου κομπιούτερ». Ένα εγγόνι του -ο Σταύρος Νιάρχος τζούνιορ-  τόλμησε να πλησιάσει και να απλώσει το χεράκι του, να τον αγγίξει... Ο γέρος του χάιδεψε το κεφάλι, πήρανε θάρρος και τα άλλα και ήρθανε κοντά του... Ο παππούς τους χαμογέλασε κι εκείνα δεν το κατάλαβαν, μάλλον νόμισαν ότι τους έκανε γκριμάτσα, γιατί το συρρικνωμένο πρόσωπο με το ένα μάτι και το στραβωμένο στόμα, δεν μπορούσε να εκφραστεί...

Στην γκαρνταρόμπα ο Τομ, καθώς βοηθούσε το μεγάλο γιο να φορέσει το γούνινο παλτό του, του ψιθύρισε: Αν σας ενδιαφέρει, σερ, άκουσα το μετεωρολογικό δελτίο... Η βελτίωση του καιρού θα είναι προ-σω-ρι-νή...

— Πότε το άκουσες... Εσύ όλο τους γιατρούς σέρβιρες...

 — Ακριβώς, σερ, στο ιατρικό συμβούλιο το άκουσα...

Όταν φύγανε όλοι, ο Νιάρχος διέταξε να τον πάνε στην κρεβατοκάμαρα του... Ένιωθε κουρασμένος, αλλά και ικανοποιημένος για την παράσταση που είχε δώσει... Ούτε σκέψη ότι το χάλι του, θα το σχολίαζε τώρα όλο το Σεν Μόριτς... «Αφού ξαναβρήκα τη μιλιά μου, θα ξαναβρώ και την υγειά μου», σκεφτότανε... Τον πήρε ο ύπνος, με τη νοσοκόμα να διαβάζει με χαμηλό φως κάποιο βιβλίο και τον σεκιούριτι, έξω από την ανοιχτή πόρτα, να λαγοκοιμάται στην καρέκλα... Γύρω στις τρεις τα μεσάνυχτα ο Νιάρχος ξύπνησε, από κάποιο όνειρο, που ήταν αδύνατο να το θυμηθεί... Έπρεπε, όμως, γιατί ο παππούς του έλεγε ότι αλίμονο σε κείνον που δεν βλέπει όνειρα και τρις αλίμονο σε κείνον που δεν τα θυμάται... Έστυβε τη μνήμη του κι άρχισε να ξεγελάει τον εαυτό του, πως τάχα είχε δει ένα από τα άλογα του να κερδίζει το αγγλικό ντέρμπι... Ξαφνικά, έβαλε τις φωνές: «Πεινάω ρε ακαμάτηδες», φώναξε σε γαλλοελληνική διάλεκτο κι η νοσοκόμα πλησίασε το κρεβάτι του, ενώ ο σεκιούριτι έσπευδε στο τέλος του διαδρόμου, όπου υπήρχε τοστιέρα και ζεστό νερό για τον ξεκούτη, που παρίστανε τον πεινάλα και μετά δυο - τρεις μπουκιές έσπρωχνε το δίσκο από μπροστά του... Το ίδιο έκανε και τώρα, μέσα στη βαθιά νύχτα, άρπαξε με βουλιμία το φλιτζάνι με το χλιαρό ρόφημα, βούτηξε και το τοστ, αλλά ψευτόπινε και ψευτομασουλούσε... Τα δάχτυλα του τρέμανε και τα χείλια του δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το ρόφημα και τις μπουκιές, που τον πασάλειβαν ως το σαγόνι... Τον σκουπίσανε και ξαναξάπλωσε με τη βοήθεια της νοσοκόμας, πιστεύοντας ότι είχε πάρει την πάνω βόλτα και το πρωί θα άρχιζε να τους χορεύει όλους σαν αρκούδες στο χαλκά... Μετά, τον ξαναπήρε ο ύπνος... Όταν άνοιξε τα μάτια, είχε ξημερώσει για τα καλά... Είδε το γιατρό να του χαμογελάει: Καλή σας ημέρα, κύριε Νιάρχο. Πως αισθάνεσθε σήμερα;

Δεν του απάντησε, γιατί είχε το νου του στον μπάτλερ, που είχε ανοίξει την ντουλάπα του τοίχου και περίμενε διαταγή, ποιά ρόμπα θα του έφερνε. " Τη γαλάζια", είπε αυταρχικά  και μετά γύρισε στο γιατρό: «Σε τρώει η περιέργεια να δεις αν έχω καλυτέρευση... Ναι, έχω, αλλά όπως και να το κάνουμε, δεν είμαι πια το λιοντάρι που βρυχότανε και τα κάνανε όλοι πάνω τους... Αλλά και έτσι όπως είμαι, όλοι σας, με τρέμετε καριόληδες...» Ο γιατρός δεν κατάλαβε την τελευταία λέξη, που ο γέρος την πέταξε στα ελληνικά. Του έπιασε το σφυγμό, αλλά δίσταζε να τον διατάξει να πάρει βαθιές εισπνοές και να βήξει, γιατί τις περισσότερες φορές όχι μόνο δεν υπάκουε αλλά τον έβριζε κιόλας...

 Μπροστά στο τζάκι, τον περίμενε η γραμματέας του, η Χίλαρι. «Πανάθεμά σε -μουρμούρισε- δεν μου οτέλνανε καμιά νεαρή να αναζωογονηθεί η ψυχή μου»... Να, όμως, πιο εκεί, η νοσοκόμα, ζουμπουρλούδικη, με μίνι... Της χαμογέλασε... Η ημέρα είχε προχωρήσει, το είδε ο γέρος στο μεγάλο ρολόι αντίκα, ανάμεσα στον Ρενουάρ και στον Γκογκέν... Κάποτε του άρεσε να ποζάρει μπροστά σε πίνακες της συλλογής του, που θα μένανε στους αιώνες των αιώνων αθάνατοι, ενώ αυτός, όσο πλούτο κι΄αν αποκτούσε, θα έλυωνε σαν σκουλήκι στο χώμα...  Έξω από την τεράστια διπλή τζαμαρία, το κατάλευκο τοπίο, απόμακρο κι απλησίαστο για τον έγκλειστο του σαλέ... Θυμήθηκε την τελευταία φορά που τον είχανε βγάλει στη βεράντα, πριν πολύ καιρό... Ήταν καλοκαίρι, τα χιόνια είχανε λειώσει, αλλά πριν νιώσει την αύρα από τις Άλπεις, φταρνίστηκε κάνα δυο φορές κι ο γιατρός είχε διατάξει να τον φέρουνε μέσα... Είχε αντιδράσει και τσινήσει, αλλά τίποτα...

Είχαν περάσει μήνες και το τραύλισμα του συνεχιζόταν, ώσπου χθες είχε γίνει το θαύμα... Μόλις νιώσω εντελώς καλά -σκεφτόταν χαιρέκακα ο γέρος- θα τους αρχίσω όλους στα χαστούκια... Όλους όσους έχω καταγράψει στη μνήμη μου, όλους όσοι με παιδεύουνε και δυστροπούνε στο ντάντεμά μου... Καταλάβαινε ότι όλοι γύρω του τον αντιμετώπιζαν σαν μωρό ή μάλλον σαν ξεμωραμένο γέρο... Στην αρχή ναι, αλλά μετά, οι γιατροί, οι νοσοκόμες, το προσωπικό, δεν τον υπολόγιζαν ως τον κραταιό στόλαρχο, που στέκονταν μπροστά του όλοι προσοχή... Τώρα του έφερναν την πάπια βαριεστημένα και τον ξεσκάτωναν με γκριμάτσες αηδίας, ενώ παλιότερα θα συναγωνίζονταν ποιος να του πρωτογλείψει τον κώλο...

Από τότε που μπερδευόταν στην ομιλία του μπήκε η ιδέα, ότι με το φαγητό θα δυνάμωνε και θα λυνόταν η γλώσσα του κι όπως έλεγε ο πατέρας του, νηστικό αρκούδι δεν χορεύει... Αλλά ενώ φώναζε συχνά ότι πεινάει, μετά δυο τρεις μπουκιές, που κι αυτές τις κατάπινε με το στανιό, έσπρωχνε το πιάτο... Με τις ώρες έμενε ακίνητος κι αμίλητος στο κρεβάτι ή στην πολυθρόνα. Ποιος; αυτός ο αεικίνητος άνθρωπος με το δαιμονικό  μυαλό... Η γραμματέας με τον μπάτλερ συχνά κοιτάζονταν στα μάτια και μια μέρα η Χίλαρι σχολίασε χαμηλόφωνα: «Φυλακισμένο δυνατό μυαλό, σε αδύναμο σώμα...» Του άρεσε του υποψήφιου συγγραφέα αυτή η παρομοίωση και τη σημείωσε.

Συρρικνωμένος κι΄ανήμπορος να κυβερνάει το στόλο και τις επιχειρήσεις του,θυμότανε  τον παλιό εαυτό του, ζωηρό  και ευθυτενή, να επιβλέπει την κάθε λεπτομέρεια του αμύθητου  πλούτου του... 

geros200Niarx15

Συρρικνωμένος κι΄ανήμπορος να κυβερνάει το στόλο και τις επιχειρήσεις του,θυμότανε  τον παλιό εαυτό του, ζωηρό  και ευθυτενή, να επιβλέπει την κάθε λεπτομέρεια του αμύθητου  πλούτου του... 

 

4.  το αυτοκρατορικό  ΝN

  Σήμερα το μεγάλο αφεντικό έδειχνε ότι η φυλακισμένη για μήνες σκέψη του, ετοίμαζε την απόδραση της... Σκεφτόταν ότι την υπέρογκη περιουσία του, που είχε δημιουργήσει μόνος του, τη διαφέντευαν οι γιοι του, όλον αυτό τον καιρό που οι γιατροί έσκυβαν πάνω από το κρεβάτι του με χάπια, σύριγγες και σωληνάκια στο σώμα του... Πάει, όμως, όλα αυτά είχαν τελειώσει και σκέφτηκε να ξαναφάει, να δυναμώσει, να σηκωθεί και να τους περιποιηθεί όλους καταλλήλως... «Πεινάω», ούρλιαξε... Και πρόσθεσε: Να μου φέρετε και τις εφημερίδες, ξένες και ελληνικές.

Προσπάθησε να πιει το χυμό του, αλλά το ποτήρι έτρεμε στο χέρι του, το ίδιο και η φρυγανιά στο άλλο... Τρέχανε τα ζουμιά, ο μπάτλερ τον σκούπιζε με το πετσετάκι που μύριζε λεμονανθό... "Μαζεύτε τα", είπε κι έγνεψε να τον τσουλήσουν, πάνω στην καρέκλα με τις ρόδες, ως το γραφείο του. Διέταξε τη γραμματέα και το νοσοκόμο να τον αφήσουν μπροστά στο κομπιούτερ και μετά να απομακρυνθούν. Έβγαλε από το τσεπάκι του το χαρτάκι με τον κώδικα κι άρχισε να πατάει τα πλήκτρα. Ήθελε να βρει τον τωρινό αριθμό των βαποριών του, και το τελευταίο που είχε αποκτήσει. Έσκυψε, με το φακό στο ένα μάτι, και είδε το νούμερο 22 και δίπλα το σχεδιάγραμμα του τελευταίου τάνκερ που είχε μπει στο στόλο του: ΟCΕΑΝ GUARDIAN 290.929 τόνοι- 332.097 μ. μήκος- 22 μ. βύθισμα- Ναυπηνεία ΜΙΤΣΟΥΜΠΙΣΙ Ιαπωνία 1993- αξία: 88.000.000 δολάρια.

Τα κοκαλιάρικα δάχτυλα του μείνανε μετέωρα πάνω στα πλήκτρα, γιατί έφερνε στη μνήμη του τρία χρόνια πριν στη Νέα Υόρκη, μια συγκινητική στιγμή... Τον είχαν επισκεφθεί στο νοσοκομείο ο πλοίαρχος και οι αξιωματικοί που θα έφευγαν για την Ιαπωνία, όπου θα παραλάμβαναν το υπερδεξαμενόπλοιό του... Είχε δείξει με καμάρι τον πλοίαρχο Δημήτρη Καρακούλια και είχε πει στο γιο του Κωνσταντίνο:  Είναι Λάκων και είμαι υπερήφανος που θα διοικήσει το πιο εκσυγχρονισμένο τάνκερ του κόσμου.

 Όταν βαστούσαν ακόμη τα κότσια του, δεν κολάκευε κανένα, αλλά στα στερνά του έβρισκε λόγια συμπάθειας για εκείνους που θα μένανε πίσω και θα υπηρετούσαν τα παιδιά του... Έτσι και για τον καπετάν Δημήτρη έδειξε συμπάθεια μπροστά στο γιο του και θυμότανε που του εξέφρασε την επιθυμία να κάνει ένα ταξίδι με το μεγαθήριο που θα κυβερνούσε... Γιατί όχι, καπετάν Σταύρο, είχε πει ο Λάκωνας πλοίαρχος, αλλά ο στόλαρχος είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι τα θαλασσινά ταξίδια ήταν πια κάτι το αδύνατο γι' αυτόν που τόσο είχε λατρέψει τη θάλασσα... "Ζηλεύω που δεν θα έρθω μαζί σας", είχε πει στους αξιωματικούς, όταν ο καπετάνιος αναφερόταν στο πλήρωμα: Μόνο 24 άτομα, 10 Έλληνες αξιωματικοί και 14 Φιλιππινέζοι, κατώτερο προσωπικό. Πρόκειται, καπετάν Σταύρο, για το τελευταίο δημιούργημα της σύγχρονης ναυπηγικής, με τα πάντα αυτοματοποιημένα, σε σημείο που δεν χρειάζεται νυ χτερινή βάρδια... Τα πάντα, στο μηχανοστάσιο, στη γέφυρα, στο τιμόνι, στην πλεύση, στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα, κατευθύνονται από κομπιούτερ. Και είναι και «νταμπλ σκιν», δηλαδή το ένα σκάφος μέσα σε άλλο, ώστε αν γίνει ρήγμα να μη ρυπανθεί η θάλασσα.  Αυτή είναι η νέα εποχή της ηλεκτρονικής ναυτιλίας.

Ο γέρος πατούσε τα πλήκτρα, να βρει τους καταλόγους της χρυσής του εποχής, τότε που είχε φορτηγά και τάνκερ συνολικά 3,7 εκατομμυρίων τόνων! Ο στόλος του αυλάκωνε θάλασσες και ωκεανούς κουβαλώντας χρυσοφόρα φορτία: Σιτηρά, κάρβουνο, σιδηρομεταλλεύματα, ξυλεία, μαζούτ, πετρέλαιο, τα πλούτη της Γης... Έφερνε στη μνήμη του τα τάνκερ WORLD HORIZON, WORLD KINDNESS,  όλα θηριώδη  σκαριά με μηχανές τουρμπίνες,  κτισμένα στα ναυπηγεία Ι.Η.Ι. στη Γιοκοχάμα. Τα πλοία αυτά του απέδωσαν για πέντε - έξι χρόνια μεγάλα κέρδη και μετά παροπλίστηκαν για παλιοσιδερα στην Ταϊβάν... Τι να τά κανε  πια, αφού η Κρίση 1967-1975 του Σουέζ  είχε περάσει... Η Κρίση του Σουέζ, τι λαχείο! Από τα 160 εκατομμύρια τόνους πετρέλαιο που ανέβλυζε στη Μέση Ανατολή ημερησίως, τα 100 προορίζονταν για την Ευρώπη και μεταφέρονταν σ' αυτή, κάνοντας τα δεξαμενόπλοια το γύρο της Αφρικής... Ένα χρόνο πριν την Κρίση, λες και τον  είχε τσιμπήσει μύγα και είχε τη θεία πρόβλεψη, ν΄αυξήσει το στόλο του, που δεν προλάβαινε να μεταφέρει πετρέλαιο με τιμές τριπλάσιες του κανονικού! «Ένα ταξίδι, ένα βαπόρι!», ούρλιαζε ο τυχερός πλοιοκτήτης, που δεν ήταν μόνο τυχερός, αλλά και προνοητικός. Γιατί ενώ άλλοι εφοπλιστές έσπευδαν καθυστερημένα να παραγγείλουν τάνκερ, εκείνος διοχέτευε τα τεράστια κέρδη του όχι πια σε πλοία, αλλά σε κερδοφόρες επιχειρήσεις, στεριανές αυτή τη φορά. Τους είχε τρελάνει όλους τους παραδοσιακούς εφοπλιστές, αυτός ο «αλεξιπτωτιστής» της εμπορικής ναυτιλίας, που έχτιζε βαπόρια όταν οι άλλοι δίσταζαν... Κι όταν εκείνοι προσπαθούσαν να τον μιμηθούν, τα έκαναν θάλασσα, γιατί η θάλασσα είχε στερέψει κερδοσκοπικά και ο Νιάρχος είχε ήδη προχωρήσει σε στεριανές επιχειρήσεις.

Και ο Ωνάσης εκείνη την εποχή είχε αυξήσει την περιουσία του και εθεωρείτο πλουσιότερος του αντιζήλου του, γιατί διέθετε όχι μόνο στόλο πλοίων και την αεροπορική εταιρία Ολυμπιακή, αλλά με την εν γένει διαγωγή του και τα πρωτοσέλιδα τωνεφημερίδων, είχε πείσει τους πάντες ότι ήταν ο κροίσος των κροίσων... Στην αρχή η μεγάλη προβολή του Ωνάση δεν τον ένοιαζε και τόσο το Νιάρχο, γιατί ήξερε ότι ο Σμυρνιός ήταν ένας φιγουρατζής για λαϊκή κατανάλωση, με μια θαλαμηγό σιδερένια -δηλαδή ευτελή- και χοντροκομμένες συλλογές ανόμοιων αντικειμένων και τεχνοτροπιών... Ενώ αυτός είχε για θαλαμηγό το σκαρί-κομψοτέχνημα και συλλογή πινάκων των μεγαλύτερων ιμπρεσιονιστών ζωγράφων... Η ελίτ της παγκόσμιας κοινωνίας υποκλινόταν στο γούστο του. Κάποτε ο Ολυμπιονίκης διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος, τον είχε πειράξει: Κύριε Νιάρχο, σας την έσκασε ο Ωνάσης και στις ονομασίες των πλοίων του, προτάσσει το Olympic  με τους κύκλους. Πως δεν το σκεφθήκατε εσείς; O Νιάρχος είχε μειδιάσει: Υψηλότατε, εγώ προτίμησα το World γιατί δεν κυνηγάω κάθε τέσσερα χρόνια ένα ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά καταρρίπτω κάθε χρόνο το παγκόσμιο ρεκόρ! Τα μάθαινε ο Σμυρνιός και σχολίαζε ότι ο Νιάρχος είχε βάλει στις τσιμινιέρες του το μπλε, το άσπρο και το κόκκινο, μαζί με ένα τεράστιο Ν, που θύμιζαν Γαλλία και Ναπολέοντα Βοναπάρτη... Και τι σημαίνει αυτό; τον είχε ρωτήσει ο στενότερος συνεργάτης του Κώστας Γράτσος κι ο Ωνάσης είχε απαντήσει: Δεν κατάλαβες που το πάει; Νομίζει ότι είναι ο στόλαρχος, τι λέω; ο αυτοκράτωρ των ωκεανών...

 Τα μάθαινε όλα αυτά ο Νιάρχος και σκύλιαζε, όπως τώρα που τα θυμότανε κι έσκυβε στον κατάλογο με τα βαπόρια του, όλων των εποχών, για να επιβεβαιώσει ότι υπήρξε πράγματι ο Μέγας Στόλαρχος: WORLD CONCORD - WORLD SPLENDOUR - WORLD PEACE - WORLD GLORY - WORLD HARMONY - PHILIPPOS - WORLD DALE - EVGENIA S. NIARCHOS - WORLD KINDNESS - WORLD GLADE - WORLD MERMAID - WORLD SINCERITY - WORLD SPIRIT - WORLD GRATITUDE - WORLD JAPONICA - WORLD JONQUIL - WORLD JASMINE - WORLD DUALITY - WORLD DUET - WORLD INHERITANCE - WORLD INTELLIGENCE - WORLD INTEGRITY - WORRLD MEMORY - WORLD INSPIRATION - WORLD SKY - ELENA - SPYROS NIARCHOS - WORLD HERO - WORLD ENTERPRISE - WORLD HONOURWORLD SEA - WORLD HORIZON

Κουράστηκε να συνεχίσει, γιατί ο κατάλογος ήταν μακρύς. Πάτησε το πλήκτρο του εκτυπωτή. Τα ονόματα θάμπωσαν, ο Νιάρχος είχε ζαλιστεί και έγειρε το κεφάλι... Η γραμματέας του πλησίασε, δεν μπορούσε να καταλάβει αν το καμπουρια-στό σώμα με το ρυτιδωμένο πρόσωπο, κοιμότανε, είχε λιποθυμήσει ή είχε ξεψυχήσει... Τον άγγιξε ελαφρά στην πλάτη, κατάλαβε ότι κοιμόταν... Ήρθε και η νοσοκόμα, η Χίλαρι της έγνεψε να περιμένει, μη τον ξυπνήσουν και τρομάξει... Καθώς στεκόταν δίπλα του, σκεφτόταν το αφεντικό της την εποχή που την είχε προσλάβει στην υπηρεσία του... Θυμήθηκε ότι, τότε, κάποιος επώνυμος επισκέπτης του, για να τον πειράξει ή κολακέψει, του είχε πει:

— Κύριε Νιάρχο, μοιάζετε στο σώμα με πούμα, που έχει όμως κεφάλι γερακιού...

Σε λίγο ο γέρος ξύπνησε, είδε μπροστά του το κομπιούτερ και είπε στη γραμματέα του:

— Όταν σκέφτομαι κλείνω τα μάτια... Δώσε μου τα χαρτιά από τον εκτυπωτή και πάμε.

Έσβησε το καντράν, πήρε στα κοκαλιάρικα χέρια του τα χαρτιά. Τον βοήθησαν να σηκωθεί και να καθίσει στην κινητή καρέκλα. Η Χίλαρι ένιωσε τα χνώτα του, τη μυρουδιά του σώματος του, που απέπνεε θάνατο... Κατάλαβε ότι από το Σταύρο Νιάρχο δεν είχε μείνει τίποτα... Ήταν πια, ένα απομεινάρι κυνηγιάρικου αρπακτικού, γαντζωμένου μετά σμπαραλιασμένα νύχια του στο κομπιούτερ, για να επιβεβαιώσει τη λεία του... Και τι λεία! Μόνο με τους σαράντα τόνους χρυσού, που φύλαγε στις ελβετικές τράπεζες, θα μπορούσαν να συντηρηθούν τα παιδιά του, τα εγγόνια του και τα δισέγγονα του, χωρίς να δουλέψουν στον αιώνα τον άπαντα...

Τον φέρανε κοντά στο τζάκι, στην πολυθρόνα του κι εκεί ο γέρος, αφού του δώσανε τα φάρμακα του, άρχισε να βλαστημάει, γιατί η Φύση, ο Θεός, δεν του έδιναν μια παράταση υγιούς ζωής, για να χαρεί τα πλούτη και τη μεγαλοφυία του... Καλά -μουρμούριζε- να πεθαίνουν οι φτωχοί και οι ασήμαντοι, αλλά όχι ένας Νιάρχος, που από το τίποτα μεγαλούργησε... Με την αδύναμη φωνή του, άρχισε να διαμαρτύρεται στα ελληνικά, ώστε να μην τον καταλάβουν τι έλεγε:

— Γιατί, Θεέ μου, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Μαθουσάλας, ζή¬ σανε τετρακόσια χρόνια κι εγώ δεν μπορώ να φτάσω τα 100;

— Θέλετε να σας εξυπηρετήσω σε κάτι, κύριε Νιάρχο; τον ρώτησε η νοσοκόμα.

— Ναι, να με αφήσετε ήσυχο.

Τον πήρε ο ύπνος... Η Χίλαρι έφυγε βιαστική για να πλυθεί... Σίγουρα, θα έκανε μπάνιο και θα άλλαζε τα ρούχα της που είχε αγγίξει ο γεμάτος σάλια γέρος... Ο Τομ πλησίασε αθόρυβα πά¬νω στο χαλί και κάθισε στον καναπέ, δίπλα στη νοσοκόμα. Ο γέρος κάτι ψιθύριζε στον ύπνο του, μάλλον ευχαριστημένος... Τον έτρωγε η περιέργεια τον μπάτλερ, να μάθει τι όνειρο έβλεπε ο σερ... Έβλεπε για μια ακόμη φορά στο κομπιούτερ την αμύθητη περιουσία του και σκεφτόταν ότι ο Φορντ, ο Ροκφέ-λερ, ο Χιουζ, ο Γκετί, ο Μαχμούτ ελ Μαχτουμπ (κάπως έτσι λένε τους ζάπλουτους εμίρηδες) ποτέ δεν μάθανε το ακριβές σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων... Ξαφνικά, σφηνώθηκε στο όνειρο του η εξαθλιωμένη εικόνα του τρελάρα Χάουαρντ Χιουζ... Τι φρικτό τέλος είχε αυτός ο ομορφάνθρωπος, που πριν τουστρίψει από τα ναρκωτικά, τον ζήλευαν οι κροίσοι της Γης... Απομονωμένος στο απόρθητο φρούριο του, με τον τρόμο ότι θα τον δηλητηριάσουν... Άπλυτος, αξύριστος, μετά μακριά μαλλιά του κολλημένα στη γλίτσα τους, γδυτός, πάνω στο κρεβάτι... Και μόνιτορ μπροστά του, να ελέγχουν την είσοδο, τους διαδρόμους, τις σκάλες, το προσωπικό του στα δωμάτια τους, στην κουζίνα... Έμοιαζε με αποστεωμένο Ταρζάν, εξαθλιωμένο βασιλιά της ζούγκλας... Ποιος, αυτός που άλλοτε είχε όλες τις Τζέιν του Χόλιγουντ στα πόδια του... Ποια να πρωτομπεί στα μέγαρα του και στο μεγαλύτερο αεροπλάνο του κόσμου, που είχε σχεδιάσει και πιλόταρε ο ίδιος...

Ο γέρος πετάχτηκε από τον εφιάλτη:

— Θεέ μου, σε ευχαριστώ που δεν κατάντησα σαν εκείνον... Γιατί μπορεί το σώμα μου να έγινε λιπόσαρκο κι αδύναμο, αλλά το μυαλό μου διατηρείται σε φόρμα νεανική... Και κυρίως, είναι σε θέση να αθροίζει τον αμέτρητο πλούτο μου...

Πήρε η ματιά του τον Κεφαλονίτη.

— Εδώ είσαι;

— Που να πάω, σερ; Πάντοτε κοντά σας, να σας υπηρετώ.

— Μπαγαπόντη... Ξέρεις τι έβλεπα στον ύπνο μου; Εκείνο το μουρλό τον Χιουζ, που φοβότανε μήπως τον δηλητηριάσουν οι σωματοφύλακες και το προσωπικό του... Λες να κινδυνεύω κι εγώ από σας; Και ξέρεις ποιο θα είναι το κίνητρο σας; Η ζήλεια και ο φθόνος, γιατί κατάφερε ένας άνθρωπος, χωρίς καμιά απολύτως βοήθεια, να ανεβεί ένα-ένα όλα τα σκαλοπάτια της ζωής και να στήσει το φλάμπουρο του, μετά από τιτά¬ νιες μάχες, στην κορυφή... Να σου πω, να τα ξέρεις, Τομ... Ξεκίνησα με ένα καρυδότσουφλο, που το βύθισαν τα στούκας και με την αποζημίωση που πήρα από την ασφάλεια, έκανα σερμαγιά για το στόλο μου... Και πραγματοποίησα το όνειρο μου να δώσω σε όλα τα σκάφη μου την ονομασία WORLD: παγκόσμιος. Η λέξη που με κατείχε από παιδί, τότε που ονει¬ ρευόμουνα να γίνω ο Μεγαλέξανδρος των ωκεανών.

Ο Κεφαλονίτης δεν έβγαζε τσιμουδιά και άκουγε συνεπαρμένος.

— Μια φορά, ο μικρός μου γιος, ο Κωνσταντίνος, με ρώτη¬ σε, γιατί μπαμπά δεν βαφτίζουμε ένα πλοίο μας Μέγα Αλέξανδρο; Ξέρεις τι του απάντησα; Ότι ο Αλέξανδρος, αγόρι μου, υπήρξε τόσο Μέγας, όσο είναι η απόσταση από τη Μακεδονία ως τις Ινδίες και το όνομα του δεν χωράει σε ένα πλοίο... Και τώρα, με κούρασε η πολυλογία μου, φέρε μου μια τζούρα κι ένα πούρο.

Ο μπάτλερ, καθώς πήγαινε να του ετοιμάσει το ποτό, σκεφτόταν ότι το αφεντικό του υπήρξε κι αυτό τόσο Μεγάλο, ώστε κάποτε δεν το χωρούσαν οι στεριές , οι θάλασσες, οι ωκεανοί... Το όνομα του φάνταζε στις προμετωπίδες των κτιρίων-γραφείων του σε όλη την Υφήλιο, από το NIARCHOS LΟNDON LMD ως το NIARCHOS JAPAN! Να όμως που ο Μεγάλος ήταν ένα ανθρωπάκι  και ξεφώνιζε: Θέλω να κατουρήσω, αλλά όχι με την πάπια. Σηκώστε με, φώναξε αδύναμα ο γέρος και ο Τομ έγνεψε στον σεκιούριτι που ήταν στη πόρτα, φοβότανε να βοηθήσει ο ίδιος, μήπως του έπεφτε ο σερ...  Καθώς τον βοηθούσε ο γεροδεμένος φρουρός, ο Νιάρχος ένιωσε το σφιχτό του μπράτσο και ζήλεψε, γιατί κι αυτός ήταν στα νιάτα του, αν και αδύνατος, μυώδης... Καθισμένος στη λεκάνη, με έτοιμους δίπλα του τον σεκιούρι και τον μπάτλερ να τον πιάσουν αν έχανε την ισορροπία του... Ο γιατρός της βάρδιας, ειδοποιημένος από τη Χίλαρι, είχε σπεύσει ανήσυχος, γιατί ο ασθενής για πρώτη φορά, μετά από μήνες, είχε κάνει τόσες μετακινήσεις, έστω πάνω στην καρέκλα του...

 — Έτσι μου 'ρχεται, χασκογέλασε ο γέρος, να του πετάξω μια σκατούλα, αλλά θα λερώσω τα χέρια μου.

Ο νοσοκόμος τον έπλυνε, του άλλαξε σώβρακο κι ενώ ο γιατρός τον συμβούλευε να τον πάνε για ύπνο, εκείνος έδειξε την πολυθρόνα του κοντά στο τζάκι. Εκεί, φώναξε τη Χίλαρι και της είπε να δώσει από ένα εκατοδόλαρο σε όλες τις βάρδιες του εικοσιτετραώρου... Η ματιά του θαμπόβλεπε το φρουρό στην πόρτα κι αναρωτήθηκε τι μισθό έπαιρνε... Τον ζήλευε, γιατί ήταν νέος, δυνατός, υγιής... Μετά τη βάρδια του θα έτρωγε και θα έπινε όσο ήθελε, τη νύχτα θα έκανε έρωτα και το πρωί γυμναστική... Μπορούσε να παίξει τένις, να κολυμπήσει, να τρέξει, να ανεβεί σκάλες... Θεέ μου, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι!

Βολεύτηκε μπροστά στο τζάκι, αλλά το μυαλό του στριφογύριζε... Ήθελε  να μάθει πόσο πληρώνεται αυτός ο άνθρωπος για να τον υπηρετεί, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του... Ήξερε πως ήταν οπλισμένος και εκπαιδευμένος... Ένας υγιής οργανισμός,  σαν σκύλος που περίμενε το κόκαλο από το αφεντικό του... Το μυαλό του γέρου έπαιρνε χίλιες στροφές... Κάποια μέρα, όλοι αυτοί οι πιστολάδες θα γίνουν επικίνδυνοι γι' αυτούς που φυλάνε, σκέφτηκε... Όπως, παλιά, οι καουμπόηδες για τους μεγαλοαγελαδάρηδες... Λες να 'χε δίκιο ο Χιουζ;  Έγνεψε στη Χίλαρι να σκύψει και τη διέταξε να μάθει αμέσως, τι μισθό παίρνει ο φύλακας του... Εκείνη ψιθύρισε «μάλιστα κύριε Σταύρο» και απομακρύνθηκε έκπληκτη που ο χρυσαετός καταδεχόταν να ασχοληθεί με ένα σαλιγκαράκι... Όταν γύρισε, συνειδητοποίησε η Αγγλίδα ότι το Μεγάλο Αφεντικό, δεν ήταν πια ο υπερήφανος αετός των βουνοκορφών, αλλά ένα κατσιασμένο καμποπούλι, με μαδημένες φτερούγες. "Τρεις χιλιάδες δολάρια το μήνα, κύριε Σταύρο -του είπε- κι ο στόλαρχος κούνησε το κεφάλι, γιατί τόσα κέρδιζε ο ίδιος ανά λεπτό!

Η γραμματέας απομακρύνθηκε κι έμειναν η νοσοκόμα κι ο φύλακας στην πόρτα. Να 'ναι, δηλαδή, έτοιμοι να παράσχουν βοήθεια σε ένα πάσχοντα γίγαντα! Αλήθεια, πόσα δισεκατομμύρια ανθρωπάκια  υπήρχαν στη Γη... Η ματιά του έπεσε στο ενυδρείο με τα πολύχρωμα μεγαλύτερα και μικρότερα ψάρια... Αμπελοφιλοσοφούσε πάλι... Σαν ψάρια και οι άνθρωποι, ποικιλόμορφα κοπάδια λογιών - λογιών, από μαρίδα και σουπιές, ως κήτη των ωκεανών και γιγάντια χταπόδια... Άλλα με κοφτερά δόντια, άλλα με δαγκάνες, άλλα με συσφιγγτήρες θανατηφόρους... Τα μεγαλύτερα, αν και αποτελούσαν φόβητρα για τα μικρότερα, ζούσαν κι αυτά με το φόβο των ισχυρότερων που θα τα πετσόκοβαν... Αλλά και κάτι μικροσκοπικά, που δεν σου γέμιζαν το μάτι, όπως τα πιράνχας, δεν σκόρπιζαν τον τρόμο σε κάτι μεγαθήρια; Ξαφνικά θυμήθηκε τον καρχαρία που γράπωναν τα πλοκάμια ενός γιγάντιου χταποδιού και τον κατάπινε... Το είχε δει σε ντοκιμαντέρ και όλη νύχτα στον ύπνο του σφάδαζε ο καρχαρίας στα πλοκάμια... 

Καμιά φορά φυλλομετρούσε με τρεμάμενα δάχτυλα το άλμπουμ με τα παιδιά του και σταματούσε σε κείνη τη φωτογραφία του Σπύρου, που του θύμιζε τον εαυτό του καλοκαίρι στη Λακωνία... Ήταν τότε που   ατένιζε τον ορίζοντα πέρα μακρυά, στη  θάλασσα και φανταζόταν κάτω στα ανήλιαγα βάθη τα κήτη, τους καρχαρίες, τις φάλαινες, τους δράκους των ωκεανών, τα φόβητρα του θαλάσσιου ζωικού βασιλείου... Τώρα, τα παιδιά και τα εγγόνια του, μοσχαναθρεμένα, είχανε τα ελέη του Θεού, ενώ αυτός είχε περάσει δύσκολα χρόνια κι΄ευτυχώς που η μάνα του είχε κοφτερό ακονισμένο μυαλό στα βράχια της Μάνης...    Δράκου γέννα ένιωθε κι αυτός που τον είχε φέρει στον κόσμο μιά  δράκαινα, που τον ορμήνευε ότι, αρκεί να το βάλει για σκοπό και θα κυριαρχούσε σ' αυτόν τον πολυάριθμο ασήμαντο ανώνυμο μικρόκοσμο, αλλά και στον άλλο τον επώνυμο και σημαντικό που διαφέντευε τα ελέη του πλανήτη Γη...Θα σε κάνω αλευροβιομήχανο, σαν τους θειούς σου, έλεγε η μάνα του, αλλά αυτός ονειρευόταν  θάλασσες και ωκεανούς, που έφερναν το πλούτο στα λιμάνια... Θυμότανε και μεγαλύτερος στις πλαγιές του Ταύγετου, όταν οι άλλοι νεαροί κυνηγούσαν με γκράδες  κι αυτός με καραμπίνα βελγική, δώρο των θείων του, σήκωνε το κεφάλι κι έβλεπε τα πετούμενα του ουρανού, όχι τα τσιροπούλια, τα τρυγόνια και τις μπεκάτσες, αλλά τα γεράκια και τους αετούς, που δεν τα φτάνανε τα σκάγια και πετούσαν σε απάτητες βουνοκορφές... Κι ενώ οι άλλοι ντουφεκάγανε, αυτός καθότανε κάτω από ένα δέντρο κι ονειρευόταν ότι μια μέρα θα έβγαζε χαλύβδινα φτερά που θα τον γυρόφερναν πάνω από τη Γη και θα 'βλεπε τους ανθρώπους σαν μερμηγκάκια...

 Όσο μεγάλωνε, τόσο σκεφτότανε περισσότερο, τι ακριβώς είναι αυτά τα μερμηγκάκια, οι άνθρωποι, που στην αρχαία Σπάρτη, αν γεννιόντουσαν σωματικά μη αρτιμελή ή πνευματικά καθυστερημένα, τα καταβαράθρωναν στον Καιάδα... Όταν μπήκε στα Νομικά, ο συμπατριώτης του Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, που είχε γεννηθεί στα Βασσαρά της Σπάρτης το 1900, εθεωρείτο και ήταν μέγας φιλόσοφος κι είχε την τύχη να τον συναντήσει ακριβώς στον Καιάδα... Ήταν καλοκαίρι και ο Θεοδωρακόπουλος εξηγούσε σε κάποιους φοιτητές του τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων και τον Καντ κι ο νεαρός Νιάρχος παρεισέφρησε ανάμεσα τους, ακούγοντας το γλυκύτατο ομιλητή, που σε κάθε του φράση και συμπέρασμα μάγευε τους ακροατές του... Στο τέλος της ομιλίας, που γινόταν κάτω από ένα βαθύσκιο δέντρο, ο νεαρός Νιάρχος πλησίασε και τόλμησε να ρωτήσει, τον επίσης νέο, καθηγητή, αν ήταν σωστό που έριχναν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες τα μη αρτιμελή νεογνά στον Καιάδα... Εκείνος, αφού τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω, του είπε: «Εμείς νεαρέ μου τόσην ώρα φιλοσοφούμε, ενώ εσύ κουτσομπολεύεις»... Οι φοιτητές είχαν φέρει μαζί τους φρούτα και παγούρια με νερό, του πρόσφεραν κι εκείνου και σε λίγο ο καθηγητής συνέχισε τη συζήτηση, δεχόμενος ερωτήσεις επί φιλοσοφικού περιεχομένου, που ο Νιάρχος δεν πολυκαταλάβαινε... Έτσι του 'ρχότανε του νεαρού Σταύρου να πει στους φοιτητές , ότι τους έβλεπε όλους, ακόμη και το σοφολογιότατο καθοδηγητή τους, σαν μερμήγκια που γυρόφερναν σε μια τρύπα που μέσα της ήταν καταχωνιασμένο το απώτατο παρελθόν... Φούσκωσε το στήθος του από υπερηφάνεια, γιατί αυτός δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τους συνομηλίκους του φοιτητές, που παραγέμιζαν τη κεφαλή τους με φιλοσοφικά αποφθέγματα και θεωρίες... Εγώ, μάτια μου, σκέφτηκε, καθώς απομακρυνόταν από τα υπερτροφικά μυαλά, δεν θα ζαλίσω το τσερβέλο μου με θεωρήματα, αλλά με πράξεις κι από μερμηγκάκι θα εξελιχθώ σε αετό, που θα εξουσιάζει από ψηλά τα γήινα...

 Τον ξαναείδε από τότε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και διάβασε στα ψιλά των εφημερίδων για κάποιες διαλέξεις του, για κάποιες θεωρίες του, για κάποιες διακρίσεις και καθηγητικούς και ακαδημαϊκούς τίτλους του... Για το Νιάρχο εξακολουθούσε ο σοφός καθηγητής να είναι ένα αρτιμελές ανθρωπάκι με υπερτροφικό εγκέφαλο, που γλίτωσε τον Καιάδα της αφάνειας και της ανωνυμίας... Ενώ αυτός, χρησιμοποιώντας το μυαλό του, είχε πετάξει πάνω  με χαλύβδινα φτερά και κυριαρχούσε πάνω από στεριές, θάλασσες και ωκεανούς και έμπαινε στις εφημερίδες πρωτοσέλιδος... Με λένε κούφιο, επιδειξιομανή, καταφερτζή, κερδοσκόπο, ποιοί όμως; Τα μερμηγκάκια, που δεν μπορούν να δουν πέρα από τη φωλίτσα τους...

 — Να, όμως, κι εγώ φιλοσοφώ τόσην ώρα ή μάλλον αμπελοφιλοσοφώ, καθώς σκέφτομαι εκείνη τη νεανική συνάντηση μου με το σοφό Σπαρτιάτη, που δεν σκέφτηκα να τον χρησιμοποιήσω, όπως ο Ωνάσης ένα άλλο Ιωάννη, τον καθηγητή Γεωργάκη, που τον είχε συμβουλάτορα...

Ο γέρος πάτησε το χερούλι της πολυθρόνας κι εκείνη άρχισε να περιστρέφεται αργά - αργά σε 360 μοίρες... Η ματιά του έπεφτε στους πίνακες των μεγάλων ιμπρεσιονιστών που είχε στη συλλογή του. ... Κάθε ένας κόστιζε εκατομμύρια δολάρια! Μια πινελιά του Ρούμπενς και του Ρενουάρ μπορούσε να μισθοδοτήσει όλους όσοι δούλευαν γι' αυτόν στα γραφεία, στις επιχειρήσεις του, στα λιμάνια, στις θάλασσες...

— Μια χαρά είσαστε σήμερα, καπετάνιε.

Ήταν ο γιατρός που διέκοπτε τις σκέψεις του.

— Δηλαδή, αύριο και μεθαύριο μπορεί να μην είμαι;

Ο γιατρός, καθώς του έπιανε το σφυγμό, δικαιολογήθηκε, «δεν εννοούσα αυτό», και μετά τον παρακάλεσε να ανοίξει το στόμα του κι εκείνος υποτάκτηκε στις προσταγές του, κάνοντας «αααα»... Παραλίγο να ξεσπάσει ο γέρος και να διαμαρτυρηθεί, «τι θέλεις, κωλογιατρέ, να δεις τις μασέλες μου;» αλλά σκέφτηκε ότι ακόμη και βασιλιάδες και δικτάτορες υποτάσσονται στην επιστήμη, για χάρη της σωτηρίας τους... Κοίταζε τη φάτσα του γιατρού από απόσταση αναπνοής, νιώθοντας αηδία γι' αυτό το πρόσωπο, που το είχε αποτυπώσει πια στη μνήμη του σαν φωτοτυπικό μηχάνημα... Δυσφορούσε για την οικειότητα που είχε αποκτήσει μαζί του το γιατρουδάκι, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, το ανεχόταν... Όταν ήταν ακόμη ο ανιψιός των Κουμάνταρων, ετερόφωτος, δηλαδή, άρχισε να μην πολυπροσέχει φυσιογνωμίες... Λες και η ματιά του διαπερνούσε τους ταπεινούς κι ασήμαντους, χωρίς να νοιάζεται για τα χαρακτηριστικά τους, εκτός για κάποιον από τον οποίο θα μπορούσε να αποκομίσει κέρδος ή για μια πολύ όμορφη γυναίκα... Όταν, μάλιστα, απόκτη¬σε το πρώτο του εκατομμύριο και το χρήμα γεννούσε χρήμα, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ήταν τόσο πολύ έξυπνος και με τόσο έντονη προσωπικότητα και υπεροχή, που αδιαφορούσε πλέον για τον άλλο κόσμο, τον απρόσωπο και το μηδαμινό...

Κι όμως, σε πόσους απρόσωπους και μηδαμινούς δεν είχε καταντήσει αυτά τα τελευταία χρόνια να βρίσκεται στο έλεος τους, γιατί δεν είναι πια νέος να αμυνθεί... Γέρος κι ανήμπορος -ίσον ανυπεράσπιστος- θα εξακολουθούσε να αδιαφορεί για όλους αυτούς που υποτίθεται ότι τους διέταζε, αλλά στην πραγ¬ματικότητα τον διαφέντευαν, στο όνομα της επιστήμης και της καλυτέρευσης της υγείας του... Για να περνάει την ώρα του και να γυμνάζει το μοναδικό του μάτι, στο οποίο είχε απομείνει όραση, προσπαθούσε να ξεχωρίζει τα πρόσωπα των κοριτσιών, νοσοκόμων που έμεναν κοντά του με βάρδιες... Του άρεσε η κοπέλα που έφευγε τώρα και θα ξαναρχόταν αργά το βράδυ να τον ξενυχτήσει... Απόψε θα προσπαθήσω να με βρει ξύπνιο -σκέφτηκε- και διέταξε τον μπάτλερ: Απόψε θέλω βίντεο.

— Καμιά προτίμηση, σερ;

— Τζέιμς Μποντ.

— Γιές, σερ.

Έγνεψε στη νοσοκόμα, που ετοιμαζότανε να φύγει, έσκυψε κοντά του και της είπε: «Άστονε να νομίζει, εμείς θα δούμε την Εμμανουέλα»... Ήρθε ο φυσιοθεραπευτής, του έκανε μασάζ και κάποιες ασκησούλες κι ο γέρος μελαγχόλησε όταν έφυγε, γιατί κούτσουρο τον είχε βρει και κούτσουρο τον άφηνε... Πάντως, μετά τη σούμα του κομπιούτερ, ένιωθε καλύτερα κι είπε στον Τομ:

— Αν μου έφτιαχνες ένα από τα μαγικά κοκτέιλ σου, θα γινόμουνα περδίκι... Θα αισθανόμουν Ανταίος... Ξέρεις ποιος είναι;

— Αρχαίος Έλληνας θεός, σερ;

— Ημίθεος, γίγαντας, γιος του Ποσειδώνα και της Γης, που έπαιρνε δύναμη από το χώμα... Μπορεί όμως κι από τη θάλασσα, αφού ο πατέρας του κυβερνούσε τα κύματα... Δώσε μου να πιω.

— Ο γιατρός το απαγορεύει, σερ.

Ο γέρος τον κοίταξε παρακλητικά:

— Θυμάσαι ποιος ήσουνα πριν σε βαφτίσω Τομ; Ένας μάγειρας Κεφαλονίτης, που έφτιαχνες κοκτέιλ νέκταρ και σε προσέλαβα διά βίου... Κι όταν ανακάτευες τα ποτά από τα μπουκάλια, έλεγα με καμάρι στους καλεσμένους μου, τώρα θα απολαύσει ο ουρανίσκος σας ό,τι δεν απόλαυσε ποτέ! Κι όταν με ρωτούσαν, που σε ανακάλυψα, τους έλεγα στα ανάκτορα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, όπου μαζί με το κρεβάτι του αγόρασα και σένα...

Ο Τομ, που κάποτε τον λέγανε Θωμά, του έφερε μια γουλιά ποτό και ένα πούρο... Του το άναψε, του έδωσε και το ποτήρι και παρακολουθούσε το αφεντικό του να πίνει και να καπνίζει, όχι όμως όπως τον παλιό καλό καιρό, που ήταν κουσονάτος και δεν σάλιαζαν τα χείλη του, δεν έτρεμαν τα χέρια του..

. — Ξέρω ότι με πονάς όσο καιρό υποφέρω, αλλά μου φεύγεις... Βαρέθηκες κοντά μου... Όλοι με βαρεθήκατε, γιατί σας παιδεύω...

— Δεν είναι αυτό, σερ, αλλά είμαι κι εγώ άρρωστος και πρέ¬ πει να μπω στο νοσοκομείο... Σας το είπε και ο γιατρός σας, αλλά και ο κύριος Φίλιππος...

— Σαχλαμάρες... Νομίζεις πως δεν βλέπω ότι είσαι γερός σαν βράχος; Ξεκουμπίσου τώρα κι άφησε με να απολαύσω μια δυο γουλιές και ρουφηξιές...

Καθώς ο στόλαρχος έβρεχε τα χείλη του με το ποτό, ο υποτακτικός του, αποτραβήχτηκε μακρύτερα στον καναπέ κι άρχισε να θυμάται, τι είχε γράψει στο σημειωματάριο του, όταν του πρωτομπήκε η ιδέα να συγκεντρώσει στοιχεία και γνώμες για τον σερ: «Μετά το πάθος του για τις δουλειές του, ο σερ είχε αδυναμία στα παιδιά του, στις γυναίκες και στο ποτό».

— Τι σκέφτεσαι, βρε μαγκούφη;

Η βραχνή φωνή του γέρου ξάφνιασε και τρόμαξε τον Τομ, γιατί νόμισε ότι το αφεντικό του είχε μπει στη σκέψη του... Φοβήθηκε ότι θα τον ρωτούσε, αν είχε σκοπό να τα βγάλει όλα στη φόρα και σίγουρα θα τα έχανε και δεν θα ήξερε τι να του απαντήσει... Ο στόλαρχος όμως κουτούλαγε και μόλις πρόλαβε να του πάρει το ποτήρι και το πούρο από τα χέρια... Το ποτό και ο μυρωδάτος καπνός είχαν κάνει το Νιάρχο να γυρίσει τη σκέψη του πολλά χρόνια πίσω... Έγειρε το κεφάλι στην πολυθρόνα και άρχισε να θυμάται, να ονειρεύεται, ποιός ξέρει... 
 tanker300 10010

 5. o γιος του μετανάστη

 Κουβαριασμένος στο κρεβάτι ανάσαινε με δυσκολία, κάπου-κάπου έβηχε ξεψυχισμένα, αλλά το μυαλό του ταξίδευε στα παιδικά του χρόνια... Στον Πειραιά, εκεί μετά τη γέφυρα του Ηλεκτρικού, δίπλα στην καπνοβιομηχανία Καρέλια... Οι αλευρόμυλοι «Ευρώτας» των μπαρμπάδων του... Ο Θόδωρος, ο Νίκος, ο Πάνος, ο Γιάννης, αδέρφια της μάνας του Ευγενίας... Οι Κουμάνταροι, με το όνομα, από τους Βουτιάνους, την παντρέψανε με το Σπύρο Νιάρχο στη Βαμβακού... Είχε γυρίσει μετανάστης από την Αμερική με κάποια λεφτουδάκια, έκανε το λαδέμπορο, φορούσε μάλλινο κοστούμι με γιλέκο, ενώ οι συγχωριανοί του ντρίλινο, πετούσε και μερικά "δατσόρ", ήταν γλεντζές και κουβαρντάς, μπήκε στο Κουμανταρέικο, ανέβηκε τάξη... Ο Σταύρος και η αδερφή του Μαρία γεννήθηκαν στην Αθήνα, αλλά τα καλοκαίρια έκαναν διακοπές στη Βαμβακού και εκεί, στις παρυφές του Ταύγετου, ο γιος του «Αμερικάνου» κυνηγούσε τσιροπούλια με τη σφεντόνα κι αργότερα τρυγόνια με ντουφέκι... Στα δεκαεφτά του απόκτησε καραμπίνα και τον ζήλευε ο αγροφύλακας, που είχε τσάγκρα... Ένας φίλος του από το χωριό, με ένα λιανοτούφεκο, ήταν άριστος σκοπευτής και δεν του γλίτωνε πουλί για πουλί... Κόμπαζε ότι ήταν βέρος Σπαρτιάτης κι ότι οι προγονοί του είχαν κατατροπώσει τους Μεσσήνιους... «Γιατί, εγώ τι είμαι;», τον ρωτούσε ο Σταύρος και το χωριατόπαιδο του απαντούσε «Μισός Λάκωνας και μισός Πειραιώτης»... Τότε ο Σταύρος, για να τον πικάρει, του έλεγε: «Τι σημασία είχε αν οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Καλάματιανούς, αφού έμειναν φτωχοί και οι ηττημένοι ακόμη και σήμερα είναι πλούσιοι;»

Πως το θυμότανε το περιστατικό, μετά 70 χρόνια! Ίσως γιατί από παιδί σιχαινότανε τη φτώχεια και λαχταρούσε τα πλούτη... Ζώντας κοντά στους θείους του, που ανήκαν σε υψηλότερη τάξη από τον πατέρα του, ήθελε, όχι μόνο να τους φτάσει, αλλά και να τους ξεπεράσει... Τον έτρωγε το σαράκι ότι ο «Αμερικάνος» πατέρας του -λέγανε- πως είχε πλύνει ακόμη και πιάτα και για να ξεκομπλαριστει φορούσε χρυσό ρολόι με καδένα και κάπνιζε πούρα... Η μάνα του, που τον διάβαζε σαν ανοιγμένο φάκελο, του ΄λεγε ότι και οι εφοπλιστές -που θαύμαζε- είχαν πατεράδες βαρκάρηδες και κοντραμπατζήδες... Εκείνος κουνούσε το κεφάλι -που δεν τον καταλάβαινε- γιατί σκεφτόταν ότι τα παιδιά και τα εγγόνια των βαρκάρηδων ζούσαν στο Λονδίνο!

 Γι' αυτό όταν μεγάλωσε απόφευγε να πάει στη Βαμβακού, γιατί θεωρούσε ταπεινό το πατρικό του σπίτι... Χρόνια μετά, η αδερφή του του έλεγε ότι οι περαστικοί από τη Βαμβακού, στεκόντουσαν μπροστά στο σπίτι τους με θαυμασμό: «Εδώ έμενε ο τρανός ο Νιάρχος!» Εκείνος θύμωνε: «Τρανός, Μαρία, είναι χωριάτικη λέξη»... Εκείνη γελούσε: «Καλά, ο ευπατρίδης κροίσος λέγανε»...  Ήταν και ο πατέρας του, που τον βομβάρδιζε με γράμματα: «Ντρέπομαι, γιέ μου, που η κοινότητα του πατέρα ενός Νιάρχου, φωτίζεται από πετρέλαιο και ασετυλίνη, εν έτει 1962!» Του έστειλε 300 χιλιάδες δραχμές και ηλεκτροδοτήθηκε η Βαμβακού... Ο πατέρας του, όμως, όλο και του ζητούσε περισσότερα... Τι να κάνει ο διάσημος γιός, του έστελνε επιταγές για την εκκλησία, το σχολείο, την ύδρευση και ο Σπύρος Νιάρχος ανακηρύχτηκε μέγας ευεργέτης της Βαμβακους και το κοινοτικό συμβούλιο του έστησε προτομή στην πλατεία: «Τω Σπύρω Νιάρχω, η γενέτειρα του ευγνωμονούσα». Οι θείοι του χτίσανε κι άλλες αίθουσες στο σχολείο και η κόρη του Γιάννη Κουμάνταρου, η ξαδέρφη του Ντόλη, που είχε παντρευτεί τον εφοπλιστή Νίκο Γουλανδρή, δώρισε το πέτρινο ρολόι...

Ο Σταύρος Νιάρχος είχε αναμνήσεις από τη Λακωνία, όταν η μάνα του τους πήγαινε, με την αδελφή του, για παραθερισμό, αλλά όταν ανδρώθηκε την ξέχασε... Μεταπολεμικά πήγε ελάχιστες φορές, με ελικόπτερο, έδινε όμως επιταγές στον κοινοτάρχη και στον παπά... Τώρα στα στερνά, θυμότανε την τελευταία φορά που είδε τη Βαμβακού από ελικόπτερο και αμπελοφιλοσοφούσε, όπως συνήθιζε: Σαν κουκκίδες οι χωριανοί του, ανθρωπάκια προσκολλημένα σαν σαλιγκάρια στο κέλυφος τους... Όσο ήταν μικρός ένιωθε κι ο ίδιος σαλιγκαράκι, αλλά οι κεραίες του οσμίζονταν πέρα, μακριά, όπου κάποια άλλα αποκτούσαν υπερφυσικές ιδιότητες... Σερνόντουσαν κι ανέβαιναν σ' ένα δέντρο κι εκεί, απελευθερώνονταν από το κέλυφος τους και στη θέση του φύτρωναν φτερά... Και πετούσαν πάνω από τη Γη με τα εκατομμύρια σαλιγκάρια, τα καταδικασμένα να σέρνονται γλιτσιασμένα πάνω της... Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε, φώναζε ένας συμφοιτητής του στη Νομική, αλλά αυτός ήξερε πως προοριζότανε να μεταλλαχτεί σε αετό των ορέων που θα τον έτρεμαν οι σάλιαγκες της οικουμένης... Είχε γεννηθεί σαλιγκαράκι   στο χωριατόσπιτό τους, που με τα πρώτα λεφτά που είχε αποχτήσει το είχε αναπαλαιώσει, σαν ανάμνηση των παιδικών του χρόνων... ... Και ενώ ο συμφοιτητής του σίγουρα θα έμενε   σε κάποιο ημιυπόγειο, αυτός πετούσε από το ιδιόκτητο νησί του και τη θαλαμηγό του, ως το σαλέ του και τον πύργο του... Ενώ -σκεφτότανε- έχω  αποβάλει το κέλυφος  της Βαμβακούς, των Βουτιάνων, ακόμη και του Πειραιά και της Αθήνας, και με τεράστια φτερά χρυσαετού πετάω  εκεί που μόνο ελάχιστοι μπορούν...

Νά, πάλι ονειρευότανε τη μάνα του, νέα και αυταρχική... Ήταν το τιμόνι του σπιτιού κι έκανε σχέδια για το γιο της... Ο γέρος δυστροπούσε στον ύπνο του. Τι θέλεις πάλι μάνα; Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι σας έχω ξεπεράσει σε ηλικία κι εσένα και τον πατέρα; Άφησε με να πεθάνω ήσυχος, μη με παιδεύεις...

 —Δεν σε παιδεύω, Σταύρο, αγόρι μου... Θέλω να σπουδάσεις νομικά, να γίνεις νομικός σύμβουλος των θείων σου...

— Μα τι λες, μάνα, για τόσο χαμηλά με προορίζεις; Εγώ θα έχω δικηγόρους και νομικούς συμβούλους και διευθυντές και αρχιλογιστές και διερμηνείς και γραμματείς σε πέντε μεγαλουπόλεις: Στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ζυρίχη, στη Νέα Υόρκη, στο Τόκιο!

 Εκείνη τον κοίταζε φοβισμένη, σαστισμένη: Λες το παιδί μου να τρελάθηκε; Όχι μάνα, δεν τρελάθηκα... Θυμάσαι από τότε που ήμουνα μικρότερος κι όλο μου 'ταζες ότι θα με παίρνανε οι μπαρμπάδες μου στους μύλους και θα με είχανε σαν πριγκιπόπουλο; Εσύ με συμβούλευες, μανούλα για μικρά, αλλά εγώ ονειρευόμουνα μεγάλα...

Καλοκαίρι στις παρυφές του Ταύγετου... Αγνάντευε τα κεραμίδια των σπιτιών εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο πράσινο, αλλά η σκέψη του  ταξίδευε πάντοτε κατά τη θάλασσα, χιλιόμετρα από κει, που δεν φαινότανε... Τη φανταζόταν, όμως, όχι γαλάζια σαν τον ουρανό, αλλά σκούρα, ωκεανίσια, να την αυλακώνουν ποστάλια, φορτηγά και πετρελαιοφόρα... Μαράζι το΄ χε που δεν ήταν νησιώτης, με πατέρα καραβοκύρη... Αναστέναζε:  Αχ ρε μάνα, οι νησιώτες τρώνε φρέσκα ψάρια, ενώ οι στεριανοί ποταμίσια χέλια και σαζάνια... Κι έχουνε την ευκαιρία να κάνουνε τη βάρκα τους καΐκι και το καΐκι βαπόρι... Μην επιμένεις, λοιπόν, να με στείλεις στα τσουβάλια με τα αλεύρια...

— Τι λες, Σταύρο μου; Τα αδέρφια μου τσουβάλια κουβαλάνε;  Αλευροβιομήχανοι είναι με το όνομα!

 Επισκεπτότανε τους μύλους «Ευρώτας» με το κασκέτο του σχολείου, για να του δώσουν οι θείοι του χαρτζιλίκι... Μόλις το 'παιρνε, το έβαζε στα πόδια να γλιτώσει από την αλευρόσκονη που έφτανε ως το γραφείο... Κι έτρεχε στο Νέο Φάληρο, να βουτήξει από την εξέδρα στη θάλασσα... Θυμότανε τα μπάνια, χωριστά για τους άντρες και τις γυναίκες, όπως τα ουρητήρια... Μετά γίνανε τα μπεν μιξ, όπως τα λεγε η μάνα του.. Καταραμένο άλμπουμ με τις φωτογραφίες αναμνήσεις... Το Νέο Φάληρο της δεκαετίας του 20... Το κτίριο των ηλεκτρικών σιδηροδρόμων, το θεατράκι στην παραλία, η ξύλινη εξέδρα... Οι δεσποινίδες με τη συνοδεία των μαμάδων τους, οι δανδήδες με τα ψαθάκια... Το μπάνιο γινόταν οικογενειακώς και συνήθως του αναθέτανε τα ξα-δερφάκια του, το Σταύρο και το Σπύρο Κουμανταρο, να τα προσέχει μην πάνε στα βαθιά... Χάζευε τα κοριτσόπουλα. Κι αυτά, εκείνο το μόρτη με τη μοτοσικλέτα, που μάρσαρε για μόστρα... Φορούσε σκούρα ματογυάλια να του κόβουν τον αέρα, καθώς διέσχιζε όλη την Αθήνα -από την Κηφισιά- για να κατέβει στο Νέο Φάληρο και στον Πειραιά, να μπανίζει τα κορίτσια και τα βαπόρια... Μετά χάθηκε, πήγε στην Αργεντινή, αντιπρόσωπος του πατέρα του, στα καπνά, λέγανε... Αριστοτέλης Ωνάσης, το όνομα του... Ξανάκουσε γι' αυτόν, ο Νιάρχος, χρόνια μετά, από την ξαδέρφη του Αγλαΐα Κουμάνταρου, που είχε αποκλειστεί στον πόλεμο στην Αμερική και τον γνώρισε στο Λος Άντζελες... Έλεγε σε όλους «έφυγα από την Ελλάδα για να γλι¬τώσω από τους Έλληνες, αλλά κι από τον πατέρα μου, που με ήθελε εμποράκο»... Ασφυκτιούσε ο Αριστος στον ίσκιο του πατέρα του, όπως ο Σταύρος υπό την προστασία των θείων του...

Καθώς έφερνε στη μνήμη του τον Σμυρνιό, αγρίευε και μουρμούριζε βρισιές ακατάληπτες για τη νοσοκόμα, που ήρθε ανήσυχη κοντά στο κρεβάτι... Να κι ο Τομ με τη ρόμπα, που άκουσε τον σερ να βρίζει στον ύπνο του ελληνικά.... Λες και είχανε σκέψη παράλληλη, αφεντικό και υπηρέτης, βολόδερναν όλη νύχτα με συμβάντα της δεκαετίας του 20... Ο ένας τα ονειρευόταν κι ο άλλος έψαχνε να τα βρει σε αποκόμματα και σημειώσεις...

Ο Τομ είχε εδώ και τριάντα χρόνια ακούσιους πληροφοριοδότες, όπως την αδερφή του σερ, τη Μαίρη Δρακοπούλου και τις αδερφές του Ωνάση (Άρτεμη Γαροφαλίδη, Μερόπη Κονιαλίδη, Καλλιρόη Πατρονικόλα) που θυμόντουσαν παλιά περιστατικά κι εκείνος, καθώς τις σέρβιρε, έστηνε αυτί... Αλλά και καπετάνιοι και υποτακτικοί των δυο στολαρχων, άνοιγαν τη γλώσσα τους, όταν τους έφτιαχνε εκείνα τα σπέσιαλ κοκτέιλ... Υπήρχαν και άτομα από το παλιό προσωπικό, που τους άρεσε το μπλα-μπλα, όπως μια γριά υπηρέτρια της Άρτεμης, που του είχε διηγηθεί πως υποδεχθήκανε, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Σωκράτη Ωνάση στην Κηφισιά: Ο Άρης, έφηβος ακόμη, είχε απελευθερώσει -με γενναίο μπαξίσι- τον πατέρα του από τις τούρκικες φυλακές και τον έφερε με καμάρι στην Κηφισιά, όπου είχε συγκεντρωθεί η οικογένεια... Είχαν σφάξει, κατά το έθιμο, ένα αρνί και ο πάτερ φαμίλιας πέρασε από πάνω του... Το ψήσανε, είχανε και μια νταμιζάνα κρασί, φάγανε, ήπιανε και μετά άρχισαν όλοι μαζί να χορεύουν, ακούγοντας από ένα φωνόγραφο με χωνί, σμυρνέικα τραγούδια...

Αν ήξεβρες το ν πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου, αμάν, ωχ, αμάν,  θα κλαίγανε τα μάτια σου όπως και τα δικά μου, αμάν, ωχ, αμάν...

 Ο σμυρνέικος αμανές, το ούτι και η λύρα ξέσχιζαν τις καρδιές της προσφυγικής οικογένειας, που πριν λίγο καιρό ζούσε στα πλούτη. Η  Άρτεμη άρχισε να κλαίει, αλλά ο δεκαπεντάχρονος Νίκος Κονιαλίδης διηγότανε στον Αρίστο, πως έγινε σαράφης του ποδαριού μόλις φτάσανε στη Μυτιλήνη: Ανέβαινα, που λες, ξάδερφε, σε μια καρέκλα κι αγόραζα και πούλαγα μπαγκανότες... Ο έφηβος Αριστος τον φίλησε και μετά είπε στην αδερφή του: Πάψε να κλαις, γιατί άλλοι αφήσανε τα κουφάρια τους στη Μικρασία, ενώ εμείς γλιτώσαμε...

Περισσότερα στοιχεία είχε συγκεντρώσει ο Τομ για το αφεντικό του, από διηγήσεις παλιών συνεργατών του και ναυτικών, όπως αυτή που την είχε μαγνητοφωνήσει: Όταν ο κύριος Σταύρος τέλειωσε το Βαρβάκειο και γράφτηκε στα Νομικά, τον πήγε η κυρα Ευγενία, η μάνα του, στους μύλους και τον παρέδωσε στα αδέρφια της... Τους είπε, θα τον βάλετε στο γραφείο, θα του κόψετε και μιστό... Όχι μόνο του δώσανε μιστό, αλλά τον κάνανε και υπεύθυνο διευθυντή! Τρελάθηκε ο νεαρός από χαρά και τύπωσε και κάρτες! Σύντομα, όμως, κατάλαβε που οφειλόταν η γενναιοδωρία των θείων του... Κάθε τόσο έμπαινε στις εφημερίδες το στερεότυπο: Επεβλήθη φυλάκισις δέκα ημερών, διά νοθείαν αλεύρων, εις τον διευθυντήν των αλευρομύλων «Ευρώτας» Σταύρον Νιάρχον... Η ποινή εξαγοραζόταν κι ο κύριος διευθυντής, αμετακίνητος στο πόστο του, με ένα μυαλό ξυράφι... Τίποτα δεν του ξέφευγε, άρπαζε από τα μαλλιά κάθε ευκαιρία... Μίσθωσε και μετά αγόρασε φορτηγά αυτοκίνητα για διακίνηση αλεύρων σε όλη τη χώρα... Τότε πρότεινε στους θείους του να γίνουν ιδιοκτήτες φορτηγών πλοίων, για τη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων... Το συζήτησαν, το σκέφτηκαν και να το πρώτο τους βαπόρι, το «Αικατερίνη Κουμάνταρου»... Ακολούθησε το «Παναγιώτης Κουμάνταρος» και μετά άλλο... Τα βαπόρια φέρνανε λεφτά στους θείους, αλλά και στον ανιψιό, που μ πόλεμος στην Αβησσυνία και ο εμφύλιος ισπανικός, με το Νιάρχο να βρίσκεται ξαφνικά με το δικό του πετρελαιοφόρο -έστω μικρό- που του έδωσε τον τίτλο που ονειρευόταν: «Εφοπλιστής!» Η μάνα του τον καμάρωνε, γιατί ο κανακάρης της δεν είχε εξελιχθεί μόνο σε διευθυντή των ναυτιλιακών επιχειρήσεων των αδερφών της, αλλά και σε αυτόνομο πλοιοκτήτη!


 

10190

*η μητέρα του Ευγενία Νιάρχου-Κουμάνταρου  * ο πατέρας του Σπύρος Νιάρχος, που οι συγχωριανοί του του έστησαν προτομή για τις δωρεές  του  γιού  του. * Ιωάννης(1894-1981) και Παναγιώτης (1882-1971) Κουμάνταροι, οι θείοι του που τον προσέλαβαν στο εργοστάσιο- αλευρόμυλό του

ΚΛΙΚ  ΕΔΩ  για  τη  συνέχεια

προστέθηκε στις: 23 Νοε 2014

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster