.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Αντώνης Χριστοφορίδης ο θρύλος

3o

στο Παρίσι

Στον τεράστιο σταθμό του Παρισιού, με τη βαλίτσα στο χέρι, ο Αντώνης φοβάται πως δε θα βρει το φίλο που τον περιμένει. Νάτος όμως, που εμφανίζεται χαμογελαστός και του απλώνει το χέρι. Είναι ο Πολύβιος Εξαρχόπουλος, που έχει έρθει από χρόνια και πυγμαχεί με αντιπάλους της σειράς... Ο Αντώνης θυμάται:

«Τα είχα χαμένα καθώς διασχίζαμε τους δρόμους, με τη βαλίτσα εγώ στο χέρι... Ο Πολύβιος προφασίστηκε πως με τα πόδια θα έβλεπα το Παρίσι καλύτερα παρά από ταξί... Μεγαλοπρεπή παλιά κτίρια, πολύς κόσμος, αυτοκίνητα, κίνηση μεγαλύτερη από την Αθήνα... Όταν φτάσαμε στο δωμάτιο του φίλου μου, μια σοφίτα, αντίκρισα από ψηλά το Παρίσι... Ήταν Σεπτέμ-βρης, βράδιαζε, ανάβανε τα φώτα... Καθώς είδα τη φωτισμένη πόλη στα πόδια μου, αναρωτήθηκα τι είχα έρθει να κάνω εγώ σ' αυτό τον άγνωστο για μένα κόσμο, που δεν καταλάβαινα ούτε τη γλώσσα του...» Από την άλλη μέρα κιόλας, ο Αντώνης ζήτησε από τον Πολύβιο να τον πάει σε φημισμένο προπονητήριο. Ήθελε να γραδάρει με τα δικά του μάτια την κατά­σταση, να δει γνωστούς  πυγμάχους  που  διάβαζε τα ονόματα τους στις εφημερίδες στην Αθήνα, να βάλει γάντια, να μετρήσει την αξία του... Μόνο που στις βαλίτσες του δεν είχε φέρει κανένα τίτλο, γιατί στην πατρίδα αποφεύγανε οι πρωταθλητές να του δώσουνε την ευκαιρία να τους αντιμετωπίσει σε επίσημα ματς... Οι νίκες του στα φιλικά δεν είχαν αντίκρισμα...

hspace=0

 Στο προπονητήριο τον «έκοψε» αμέσως ένας μάνατζερ ονόματι Αρντί καιπροθυμοποιήθηκε να τον αναλάβει. Δεν είχε να χάσει τίποτα ο νεοφερμένος, αλλά απόφυγε να υπογράψει συμβόλαιο με τη δικαιολογία, σαν ανήλικος, ότι χρειαζόταν την έγκριση του κηδεμόνα του... Ο Αρντί βιαζόταν όμως και έκλεισε στο καινούργιο απόχτημά του έναν αγώνα με τον Ζαν Σενέλ, που παλιότερα είχε κερδίσει στα σημεία τον επίσημο πρωταθλητή Ελλάδας Κώστα Βάση. Το ματς ήταν προκαταρκτικό δύο άλλων αγώνων, γι' αυτό θα διαρκούσε έξι γύρους των τριών λεπτών ο καθένας.

Έτσι, δέκα μόλις μέρες μετά τον ερχομό του στο Παρίσι, ο άπειρος νεαρός Έλληνας ανεβαίνει στο ρινγκ με αντίπαλο έναν επαγγελματία πυγμάχο... Κι ο Πολύβιος, αντί να του δίνει θάρρος, όλο να τον προειδοποιεί: «Πρόσεξε, Αντώνη, μη σε σκοτώσει»... Και καθώς πηγαίνανε, με τα πόδια, στην αίθουσα των αγώνων, ο Αντώνης ν' αναρωτιέται μήπως τέλειωνε η καριέρα του στο Παρίσι, πριν καν αρχίσει...

Πάνω στο ρινγκ, ο Αντώνης βλέπει πως ο αντίπαλος του είναι και κατά πολύ βαρύτερος του... Έτσι το τρακ του γίνεται μεγαλύτερο, σε καμιά στιγμή όμως φόβος, γιατί αποφεύγει τα χτυπήματα του Σενέλ και, στο δεύτερο γύρο, αποφασίζει να περάσει από την άμυνα στην επίθεση... Οι κριτές δίνουνε ισοπαλία και ο Αντώνης είναι χαρούμενος, ενώ ο Αρντί τρίβει τα χέρια...

Ο Αντώνης πλένεται, ντύνεται και γυρίζει στην αίθουσα για να παρακολουθήσει τα δύο άλλα ματς. Κάποιος αθλητικός συντάκτης τον ρωτάει «που ξεφύτρωσες εσύ στο ρινγκ», αλλά δεν καταλαβαίνει λέξη, εκτός την τελευταία. Ο Πολύβιος του εξηγεί του Γάλλου πως είναι Έλληνας και δεν ξέρει ούτε μια λέξη γαλλική... «Δεν πειράζει, λέει ο αθλητικογράφος, ο μικρός μιλάει με τις γροθιές του». Και ζητάει τα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Χριστοφορίδη, που δυστυχώς είναι ασήμαντα αγωνιστικά. Δεν είναι ούτε πρωταθλητής Ελλάδας, γιατί δεν του το είχε επιτρέψει το κατεστημένο...

Γι' αυτές τις γροθιές, τις σφιγμένες, που κλείνανε μέσα τους καταπίεση, στερήσεις, πόνο κι ατέλειωτα μερόνυχτα πείνας και δυστυχίας, θα μιλήσω στο επόμενο. Και να 'σαστε σίγουροι, πως μ' αυτή την περιληπτική αναβίωση της χρυσής εποχής της πυγμαχίας, που ανέβασε σε δύο από τους θρόνους της έναν Έλληνα, θα μάθετε πολλά. Γιατί αυτά τα ξεχωριστά παιδιά της κατώτατης τάξης, την εποχή του Μπρεχτ, γίνονταν ινδάλματα όχι μόνο του αγνού λαού, αλλά και της παμπόνηρης ανώτατης λεγόμενης κοινωνίας... Και όχι τυχαία ο μεγάλος αυτός της Τέχνης, είχε διαλέξει από το 1927 σαν σκηνικό του θεατρικού «Μαχαγκόνι» (λέτε, μάχη και αγωνία;) το  ρινγκ.

hspace=0

δύσκολα χρόνια 

Όπως  είπαμε,  ο Αντώνης έφτασε  στο Παρίσι κι  ο μάνατζερ  Αρντί, τον έβαλε σε 10 ημέρες να πυγμαχήσει με τον πεπειραμένο επαγγελματία Ζαν Σενέλ, από τον οποίο πήρε ισοπαλία. Ο Αρντί άρχισε να χρησιμοποιεί τον Αντώνη σε προκαταρκτικά ματς, με άγνωστους αντίπαλους. Οχτώ αγώνες σερί, με ισάριθμες νίκες στα σημεία και μερικές με νοκ άοιπ. Ο νικητής όμως όχι μόνο δεν έπαιρνε καμιά αμοιβή, αλλά δεν του παρείχαν ούτε τα απαραίτητα για την εμφάνιση του. Στο ρινγκ ανέβαινε με το ίδιο πανταλονάκι και τα τριμμένα παπούτσια που είχε φέρει από την Αθήνα.

Στο ένατο παιχνίδι του, ο Αντώνης δεν μπόρεσε να αγωνιστεί, γιατί είχε πάθει μόλυνση στα δάχτυλα και πονούσε στην προσπάθεια του να βάλει γάντια. Ο Αρντί θύμωσε και του έκανε μια φοβερή σκηνήι με αποτέλεσμα ο νεαρός να μαζέψει το μπογαλάκι του και να φύγει... Αυτό στάθηκε η σωτηρία του...

Ο ίδιος θυμάται  από το ξεκίνημα της καριέρας του, 1935 πια, στο Παρίσι:

«Έμενα στο Κολόμπονς Σονρσέν, στο σπίτι ενός Έλληνα, που έφτιαχνε γιαούρτια με τη γυναίκα του. Είχα βρει άσυλο κοντά τοος, γιατί εκεί έμενε άλλος ένας Έλληνας πογμάχος, ο Γιώργος Μιαούλης. Τα χέρια μοο είχαν χειροτερέψει και πέντε έξι μήνες δεν μπορούσα όχι μόνο να προπονηθώ, αλλά ούτε να δοολέψια. Ό,τι οικονομίες είχα τις ξόδεψα... Τα παπούτσια μον είχανε τρυπήσει κι έβαζα χαρτόνια... Μια μέρα συνάντησα ένα μεσόκοπο με πλακοοτσαπή μύτη, ποο με ρώτησε γιατί εξαφανίστηκα από τα ρινγκ. Τον έδειξα τα χέρια μοο... Με πήρε αμέσως και πήγαμε σπίτι του, όπου μου είπε να μείνω. Η γοναίκα τοο άρχισε να περιποιείται τα χέρια μοο, να μοο βάζει κομπρέσες... Οι τοίχοι γεμάτοι φωτογραφίες από αγώνες μποξ... Βρισκόμουνα στο σπίτι του Πιερ Γκαντόν, παλιού πρωταθλητή Γαλλίας στα μεσαία βάρη.Έγινε ο επίσημος μάνατζερ και προπονητής μου. Ο Γκαντόν στάθηκε πατέρας μου, πολύτιμος σύμβουλος, μου αποκάλυψε μυστικά του μποξ που ούτε υποψιαζόμουν ως τότε... Αυτός ο άνθρωπος δεν βιαζόταν σαν τον Αρντί... Με προπονούσε στο Νε'ίγί και, βδομάδα με τη βδομάδα χαμογελούσε πιο πολύ, σίγουρος για την πρόοδο μου, για το μεγάλο δρόμο που με προόριζε... Όταν έδωσα το πρώτο ματς, στα χέρια του, με τον πρωταθλητή Μαρτινίκας Χασάν Ντιουφ μου είπε: Σήμερα αρχίζει η καριέρα σου. Κι άρχισε με νίκη. Πρώτη φορά είδα το όνομα μου στις γαλλικές εφημερίδες και τότε άρχισα εγώ να βιάζομαι...»

Ο Γκαντόν όμως προχωρούσε βήμα σημειωτόν... Ως το τέλος του χρόνου ο μάνατζερ, που είχε συμφωνήσει να κρατάει το ένα τρίτο από τις εισπράξεις, ανέβασε το πουλέν του δύο φορές ακόμη στο ρινγκ. Ο Αντώνης νίκησε και στις δύο εύκολα και, αρχές 1936, δέχεται την ξαφνική ερώτηση:

—Αντουάν, νιώθεις έτοιμος να παίξεις με τον Τουνερό; Τι λες, βαστάνε τα κότσια σου;


4o

αντίπαλος του Κουβανού

Ο Χριστοφορίδης θυμάται:

«Και μόνο που άκουσα το όνομα του Κιντ Τουνερό, πρωταθλητή Κούβας, ένιωσα δέος... Αυτός, παιδί μου, είχε φέρει ισοπαλία με τον πρωταθλητή Κό­σμου Μαρσέλ Τιλ και θα δεχότανε να παίξει μαζί μου; Ναι, όχι μόνο δέχτηκε, αλλά ήρθε και πολύς κόσμος στον αγώνα... Και στα πρώτα καθίσματα, η Μιστεγκέτ, ο Σεβαλιέ, ο Πρεζάν, όλη η καλλιτεχνική αφρόκρεμα... Ο Τύπος έδινε μία μόνο πιθανότητα στις δέκα να χάσω στα σημεία... Στις εννιά με βλέπανε ξαπλωμένο στο καναβάτσο...».

Αξίζει να μας περιγράψει αυτό το ματς ο ίδιος ο Αντώνης Χριστοφορίδης, που στα δεκαεφτάμισι χρόνια του έδινε εξετάσεις στο παρισινό κοινό:

«Στον πρώτο γύρο, αμέσως με το καμπανάκι, ο Τουνερό μου έκανε δύο τρεις επιθέσεις, αλλά τις απέφυγα κι είδα στο πρόσωπο του την έκπληξη. Συνέχισε την προσπάθεια να με πετύχει κατάφατσα, αλλά πάλι ξέφυγα... Στο δεύτερο γύρο έπεσε πάνω μου σαν κεραυνός και με στρίμωξε στα σκοινιά... Μια γροθιά του μου κλείσε το αριστερό μάτι κι άρχισε να με πονάει και το δεξί, γιατί είχε έρθει σε επαφή με τα μαλλιά του, που γυάλιζαν από κάποια λοσιόν... Με σφυροκοπούσε συνέχεια και θα 'πεφτα αν δε μ' έσωζε το καμπανάκι... Στον τρίτο γύρο χύμηξε να μ' αποτελειώσει και θυμάμαι ένα τρομερό του άπερκατ στο στομάχι... Κουλουριάστηκα, αλλά και πάλι δεν έπεσα, άντεξα... Στη διακοπή, ενώ μου δίνανε να μυρίσω αιθέρα και μερεμετίζανε την κατάντια μου, σκύβει ο Γκαντόν και μου σφυρίζει στο αυτί: «Μπράβο, αμύνεσαι καλά. Αλλά δεν προσπαθείς να δώσεις κι εσύ καμιά γροθιά». Δεν το είχα σκεφτεί... Στην προσπάθεια μου να μη με ρίξει, είχα ξεχάσει πως είχα κι εγώ γροθιές...

Κι΄ο Αντώνης συνεχίζει:

Έτσι στον τέταρτο γύρο δεν προσπαθούσα μόνο να αποφύγω τα χτυπήματα, αλλά και να τα ανταποδώσω... Το πρώτο που πέτυχε τον Κιντ, τον κατέ­πληξε... Το δεύτερο τον θύμωσε... Το τρίτο τον εξενεύρισε... Αυτό ήταν... Ο Κουβανός πρωταθλητής άρχισε να κάνει λάθη, να επιτίθεται με πείσμα, ακάλυπτος... Κάθε σφάλμα του όμως πληρωνόταν με μια γροθιά μου... Τότε άκουσα και τις πρώτες εκδηλώσεις για μένα, που σε λίγο έγιναν έντονες... Από κάθε πλευρά της αίθουσας αντηχούσε ομαδικά το όνομα μου «Κριστό-Κριστό»... Οι Γάλλοι είχαν εκδηλωθεί πια με μένα και πέντε γύρους συνέχεια εγώ καραδοκούσα ψύχραιμα κι εκείνος, τυφλωμένος από λύσσα, έπεφτε στις γροθιές μου...

Στον ένατο γύρο ήξερα πως θα ήμουνα ο νικητής. Ο Τουνερό δεν άκουγε ούτε τις συμβουλές της γωνιάς του κι όταν τις άκουσε ήταν πια πολύ αργά... Στο τελευταίο γύρο, που τα είχε όλα χαμένα, συσσώρευσε όλες του τις δυνάμεις, συγκεντρώθηκε κι έκανε πως υποχωρεί... Κι ενώ εγώ ακόμη νόμιζα πως περιμένει το καμπανάκι για να τελειώσουνε τα βάσανα του, ξαφνικά μου κατάφερε ένα ντιρέκτ-κεραυνό! νόμισα πως το σαγόνι μου θρυμματίστηκε, καθώς είδα τον ουρανό με τ' άστρα... Φαίνεται όμως ότι δεν ήτανε τόσο δυνατό, όσο νόμισα, γιατί το μυαλό μου δούλευε ακόμη και σκέφτηκα τι αδικία να πέσω νοκ-άουτ στο κατώφλι του θριάμβου μου... Ευτυχώς δεν έπεσα, αλλά εδώ που τα λέμε, δεν άκουσα ούτε το καμπανάκι της λήξης, ούτε τα χειροκροτήματα του κόσμου... Μόνο έβλεπα τα μάτια του Γκαντόν που αγωνιούσαν μπας και πέσω τη στιγμή που ο διαιτητής θα μου σήκωνε το χέρι... Κι όμως δεν μου το σήκωσε, γιατί μας ανακήρυξαν ισόπαλους... Έκανα ώρα να συνέλθω από το τελευταίο χτύπημα, καθώς μου βάζανε κομπρέσες στο σαγόνι...

Χίλιοι φίλαθλοι με περίμεναν απ' έξω, φώναζαν Κριστό και χειρο­κροτούσαν. Στο ξενοδοχείο, όπου θα έδινα συνέντευξη και θα τρατάραμε τους αθλητικογράφους  -έστω κι αν με βγάλανε ισόπαλο- ο Γκαντόν έφερε ένα φρεσκοτυπωμένο φύλλο, μιας έκτακτης έκδοσης της «Οτό». Έγραφε στον τί­τλο: Απόψε γεννήθηκε καινούργιο αστέρι στο μποξ, που ξεπρόβαλε πίσω από τα μάρμαρα των Αθηνών!»

Δεν μπορώ να περιγράψω όλους τους αγώνες του Χριστοφορίδη στην Ευρώπη, γιατί ούτε ο ίδιος μετά τόσα χρόνια, δεν θυμάται  λεπτομέρεις. Ο παλιός μάνατζέρ του στην Ελλάδα Μέμος Ευαγγελίδης τους διάβαζε στις τότε αθλητικές εφημερίδες, που τις κρατούσε αρχείο, αλλά τις έχασε στη κατοχή. Ο Ζορζ Γκεταρί μου είχε πει για την αναμέτρησή του με τον Κιτ Τζανάς, που τον νίκησε με νοκ άουτ. Επρόκειτο για ένα πυγμάχο ευρωπαικού κύρους, που δεν έπεφτε νοκ άουτ, αλλά ο Αντώνης τον σακάτεψε. Παίζοντας μαζί του γκολφ, προσπαθώ να τον παρασύρω σε διηγήσεις από τις νίκες του, αλλά σεμνός και λιγομίλητος αποφεύγει  λεπτομέρειες. Αχ φίλε Αντώνη, είχες ρίξει μαύρη πέτρα σ΄εκείνη την εποχή, γιατί ενώ σε χειροκροτούσανε στα ρινγκ της Ευρώπης, στην Ελλάδα οι παράγοντες σου φέρνανε εμπόδια  να διεκδικήσεις τον τίτλο του πρωταθλητή της πατρίδας σου... 

hspace=0

Ο Αντώνης είχε χωρίσει και από τη δεύτερη Αμερικάνα γυναίκα του και ολομόναχος είχε λιγοστούς φίλους, κυρίως στο Γκολφ της Γλυφάδας, όπου πήγαινε κάθε πρωί, εκτός κι΄αν έβρεχε με το τουλούμι...  Παίζει σχεδόν κάθε μέρα, με βιομηχάνους,τραπεζίτες, λεφτάδες που συχνάζουν εκεί. Παίζει και με Αμερικάνους και Γιαπω­νέζους, που λατρεύουν το υγιεινό αυτό σπορ. Ένας από τους αντιπάλους του είναι και ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, που στα νιάτα του δεν έχα­νε αγώνα του. Ήταν η χρυσή εποχή της Πυγμαχίας, τη δεκαετία του '30. Δεν θα ξεχάσω που στο Γκολφ Γλυφάδας, τον συνάντησε ο ναύαρχος του 6ου αμερικανικού στόλου και ενθουσιάστηκε τόσο, ώστε μας πήγε, τον Αντώνη, τον Μπέμπη Δέρβη και μένα, στο αεροπλανοφόρο στο Νέο Φάληρο. Ως το ηλιοβασίλεμα μιλούσε για μποξ και τους αγώνες του Αντώνη. 

5o

 το διαβατήριο για τον ευρωπαικό τίτλο

Στις σημειώσεις μου βρίσκω λεπτομέρεις από την προσωρινή επιστροφή του Αντώνη στην Αθήνα, όπου μοναδικός σκοπός του είναι ο τίτλος του πρωταθλητή Ελλάδας. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να διεκδικήσει το ευρωπαικό στέμμα.

hspace=0

 Πριν έρθη στην Αθήνα παρακολουθεί προπόνηση του Τενέ.

hspace=0

Τελικά ο αγώνας έγινε στις 21 Νοέμβρη 1937 στο «Παλλάς» της Βουκουρεστίου κι ο 30χρονος πρωταθλητής έχασε τον τίτλο του, πέφτοντας εννιά φορές νοκ-ντάουν... Ο Αντώνης έφυγε από την Αθήνα με τον τίτλο που χρειαζόταν, αλλά τα δύο ταξίδια του στην πατρίδα τον είχανε απογοητεύσει... Είχε αηδιάσει με το φθόνο πολλών παραγόντων και συναθλητών του... Τον πιέζω να θυμηθεί:

«Φτάσανε σε σημείο να βάλουνε να με προκαλέσει φορτικά στο προπονητήριο του Λαμπίδη, στον Πειραιά, ένας νταής πυγμάχος ονόματι Μπαρούμ... Αρμένης ήτανε, τρομερός σ' εμφάνιση και πολύ δυνατός, αλλά με τεχνική πεχλιβάνη... Αναγκάστηκα να βάλω γάντια και στα μάτια μερικών είδα τον πόθο να με δούνε ξαπλωμένο στο καναβάτσο... Απόφυγα δύο χτυπήματα —αλίμονο αν τα 'τρωγα— και μ' ένα ντιρέκτ τον σώριασα κάτω... Όπως ήταν ζαλισμένος τον βοήθησα να σηκωθεί και του 'πα πως γλί­στρησε... Όταν συνήλθε, μου ζήτησε συγνώμη και μου ευχήθηκε να πετύχω στην Ευρώπη, για να γλιτώσω από τους μοχθηρούς και ζηλόφθονους... Με φίλησε και μετά,  έφτυσε κατά το μέρος εκείνων που τον είχαν βάλει να με προκαλέσει...»

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης πραγματικά είχε γλιτώσει από τους φθονερούς συμπατριώτες του, που από τις μάκρυνες εποχές, του Σωκράτη και του Αρι­στείδη, κουβαλάνε αυτό το ελάττωμα... Ναι, δυστυχώς, εμείς οι Έλληνες δε διαθέτουμε μόνο παράτολμους και ταλαντούχους εκπροσώπους, αλλά και ζηλό-φθονους... Με μαυρισμένη την καρδιά, ο Αντώνης γύρισε στο Παρίσι, τάζοντας στον εαυτό του πως έπρεπε να κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης, για όλους εκείνους, τους πολλούς Έλληνες, που τον θαυμάζανε στην Αθήνα, που τον είχανε σαν θεό. Έτσι έβαλε και του ράψανε στο πανταλονάκι του μια ελληνική σημαιούλα και ρίχτηκε στον έναν αγώνα μετά τον άλλο... Με τα ελληνικά χρώματα νίκησε τον σκοτώστρα Καρμέλο Καντέλ, τον πρωταθλητή Μαρτινίκας Κιντ Τζανάς, τους πρωταθλητές Τσεχοσλοβακίας Βίλντα Ζιακ, Ισπανίας Μάριο Κασαντέι, Γερμανίας Γκούσταβ Έντερ και τέλος τον πρωταθλητή Ευρώπης Ολλανδό Πεπ Βαν Κλάβερεν, μέσα στο σπίτι του, στο Ρότερνταμ...

hspace=0

Είναι αδύνατο να χωρέσουν οι περιγραφές όλων των αγώνων του Χριστοφορίδη σε τρεις συνέχειες, θα αρκεστώ σε μερικές χαρακτηριστικές, που δείχνουνε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε αυτός ο νέος στο κατεστημένο της πυγμαχίας, που έδρευε στο Παρίσι. Οι δύο σπουδαίοι Γάλλοι πυγμάχοι που μονοπωλούσαν τίτλους, δόξα και χρήμα, ήταν ο Μαρσέλ Τιλ και ο Εντουάρ Τενέ. Πίσω τους βρισκόταν ο δαιμόνιος μάνατζερ Τετάρ, που όταν έβλεπε επικίνδυνο αντίπαλο για τ' αστέρια του, πρότασσε για φραγμό τον Καρμέλο Καντέλ, τον επιλεγόμενο «σκοτώστρα». Αυτό τον τύπο έβαλε μπροστά στον Κριστό ο Τετάρ και, με το άτσαλο και βρώμικο παιχνίδι του, νίκησε το νέο ταλέντο, που ερχόταν από τα μάρμαρα του Παρθενώνα, αλλά με μικρή διαφορά στα σημεία. Ο Γκαντόν ζήτησε αμέσως ρεβάνς για τον πυγμάχο του. Ο Καντέλ δεχόταν μόνο αν γινόταν στη Μασ­σαλία, τη γενέτειρα του...

hspace=0

hspace=0

Στην ίδια διοργάνωση, αλλά σε ξεχωριστό ματς με τον Μαρσέλ Σερντάν, που μετά τον  πόλεμο θα γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής, θα κάνει δεσμό με την Έντιθ Πιάφ και θα σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα πάνω από τον Ατλαντικό.

Ο αγώνας  έγινε στη Μασσαλία , σε  ατμόσφαιρα εφιαλτική, που όλοι φώναζαν «Καρμέλο σκότωσε τον Παριζιάνο»... Πριν τον αγώνα, ο παλιός αντίπαλος του Ντέμσεϊ και θρύλος της Γαλλίας Ζορζ Καρπαντιέ, είχε θυμίσει στον Αντώνη κάτι σημαντικό. Ότι ο Καρμέλο Καντέλ ήταν πυγμάχος δεύτερης επιλογής. Μοναδικό του προσόν το δυνατό χτύπημα, που σπάνια εύρισκε το στόχο του... «Κούρασε τον λοιπόν και μετά θα τον παίξεις όπως η γάτα το ποντίκι», τον συμβούλεψε ο μεγάλος Καρπαντιέ. Αυτό έκανε ο Αντώνης και η αρχική εφιαλτική ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι λιμενεργάτες, οι ναυτικοί και οι άνθρωποι της πιάτσας, ζητώντας το θάνατο του, κατέρρευσε απότομα στον όγδοο γύρο... Τότε που ο κατάκοπος «σκοτώστρας» με έναν κεραυνό του αντιπάλου του είδε χιλιάδες αστράκια και ξεκουράστηκε στο καναβάτσο...

Παρόμοια ατμόσφαιρα του 'τυχε του Χριστοφορίδη και στο Ρότερνταμ, όπου έπαιξε για τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης μεσαίων βαρών, με τον κάτοχο του Πεπ Βαν Κλάβερεν... Εφτά γύρους χιλιάδες θεατές παροτρύνουν τον συμπα­τριώτη τους, κάθε φορά που κάνει επίθεση... Και γιουχάρουν όταν ο ξένος αντεπιτίθεται... Ο Κριστό όμως έχει κάποιον εκεί ψηλά, που τον προστατεύει... Και να που στη διακοπή, ανάμεσα έβδομο και όγδοο γύρο, κοιτάζει ψηλά και ψιθυρίζει... «Μάνα,  δεν έμαθα γράμματα, όπως επιθυμούσες... Έμαθα όμως γροθιές...».

Ο νεαρός με το γαλάζιο πανταλονάκι και την ελληνική σημαιούλα τινάζεται σαν ελατήριο από τη γωνιά του... Δεν τον κρατάει τίποτα... Οχτώ γύρους συνέχεια τα μπράτσα του δουλεύουν σαν ταχυβόλα... Ο «αρτίστ» κι ο «εσκριμέρ» των γαλλικών ριγκ δικαιώνει τη φήμη του... Με το καμπανάκι του τέλους η σάλα έχει βουβαθεί... Και ξαφνικά όλο εκείνο το εχθρικό μέχρι πριν λίγο πλήθος ξεσπάει σε χειροκροτήματα, αποθεώνει το νέο πρωταθλητή Ευρώπης. Ο νέος τσάμπιον κλαίει και γελάει στην αγκαλιά του Πιερ Γκαντόν, που του λέει: βρε Έλληνα, το ξέρεις ότι τη Mασσαλία την έχτισαν οι Έλληνες;... Ο Γερμανός αντιχιτλερικός δημοσιογράφος Χανς Ρίγκελ να τον περιμένει κάτω από το ρινγκ μ' ανοιχτή αγκαλιά και να τραγουδάει: «Ο καρχαρίας έχει δόντια και τα δείχνει, άσπρα σαν μαργαριτάρια...».

Μα πού να ξέρει ο νεαρός πρωταθλητής ποιος είναι ο Μπρεχτ και ποια η Όπερα της Πεντάρας και ποιος ο καρχαρίας, που εκεί, από το Βερολίνο, έδειχνε τα σαγόνια του στην ανθρωπότητα... Το Παρίσι υποδέχτηκε τον Κριστό σαν παιδί του... Λαός, ηθοποιοί, καλλιτέχνες, διασημότητες των σπορ, ακόμη κι ο δήμαρχος, περίμεναν στο σταθμό Γκαρ ντι Νόρντ... Κι ανάμεσα τους η ελληνική παροικία, με επικεφαλής τον πρόξενο Τρανό, τους ορθόδοξους παπάδες, τους φοιτητές... Και δίπλα στον Σεβαλιέ και στη Μιστεγκέτ, το σπουργιτάκι που άνοιγε τα φτερά του, η Εντίθ Πιάφ, κι ένας νεαρούλης από την Αίγυπτο, ο Γιώργος Λάμπρου Μάρλοου, που αργότερα θα γίνει διάσημος ως Ζωρζ Γκεταρί...

Τη συγκινητική συνάντηση Χριστοφορίδη -Γκεταρί, μετά 40 χρόνια στην Αθήνα, Getariegoστο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας», την έδειξα σε  τηλεο­πτική εκπομπή μου.  Στη φωτογραφία με τον Ζορζ Γκεταρί, που παρουσιάσαμε μαζί στο αμφιθέατρο της ΥΕΝΕΔ τηλεοπτικό σόου, με καλεσμένο και τον Αντώνη Χριστοφορίδη. Ο Γκεραρύ μου διηγήθηκε περιστατικά από τη ζωή τους στο προπολεμικό Παρίσι, όπου τους αποκαλούσαν οι καλλιτεχνικοί και αθλητικοί κύκλοι <<οι ωραίοι Έλληνες>>.Και μου τόνισε, ότι ο Αντώνης ήταν τόσο πολύ αφοσιωμένος στο άθλημά του, ώστε απόφευγε τις θεατρίνες που τον πολιορκούσαν.

6o

 εκπρόσωπος της Ευρώπης, στη χώρα του μποξ

Τελειώνουμε με την καταπληκτική καριέρα, σε παγκόσμια κλίμακα, του Αντώνη Χριστοφορίδη. Τον γνώρισα από κοντά, μίλησα ατέλειωτες ώρες μαζί του αλλά καί με παλιούς πυγμάχους και παράγοντες του μποξ και κατάλαβα τούτο: Ο πυγμάχος είναι ο τραγικός πρωταγωνιστής σε ένα θέαμα που ο κόσμος ζητάει αίμα...Ο αθλητίς με τα πέτσινα γάντα αγωνίζεται λουσμένος στο φως του ρινγκ, για να ικανοποιηθούν  τα ένστικτα τα θηριώδη και απάνθρωπα του εξαγριωμένου όχλου.

Ανακεφαλαίωση: ΓΕΝΑΡΗΣ 1938, Σπορτ Παλλάς Βερολίνου: Ο Χριστοφορίδης νικάει μπρο­στά στον Χίτλερ τον Έντερ και γίνεται πρώτος διεκδικητής του ευρωπαϊκού τί­τλου μεσαίων βαρών στην πυγμαχία. Τον ίδιο χρόνο κερδίζει τον τίτλο από τον Ολλανδό Βαν Κλάβερεν μέσα στο Ρότερνταμ και στην επιστροφή του στο Παρίσι, ο Έλληνας πρωταθλητής αποθεώνεται. Οι Παρισινοί θεωρούν δικό τους παιδί τον Κριστό.  Τον επόμενο χρόνο, ο πρώην πρωταθλητής Ευρώπης Εντουάρ Τενέ αποσπά τον τίτλο από τον Κριστό, με ένα μόνο σημείο διαφορά που αμφισβητούν οι χιλιάδες θεατές του Πάλε ντε Σπορ. Η αυθεντία στο μποξ Ζαν Εσκεναζί σχολιάζει στη «Φρανς Σουάρ»: «Νίκησε ο Γάλλος, αλλά οι Γάλλοι φίλαθλοι αποθέωσαν τον Έλληνα, γιατί αυτός ανήκε στην καρδιά τους». Κι ο Ρομπέρ Κολομπινί σημειώνει: «Για πρώτη φορά ένας πρωταθλητής χάνει στα σημεία τον τίτλο του, υπερέχοντας σε δέκα γύρους». 1η ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1939: Τα γερμανικά στρατεύματα του Χίτλερ μπαίνουν στην Πολωνία.Ο Χριστοφορίδης κι ο μάνατζερ του Πιερ Γκαντόν, γυρίζουν από τη Νορμανδία, όπου ο πρώτος ετοιμαζόταν για τη ρεβάνς με τον Τενέ. Βρίσκουνε το Παρίσι ανάστατο... Ο Γκαντόν, που πιστεύει στον Έλληνα, τηλεφωνεί στη Νέα Υόρκη στο διάσημο μάνατζερ Λου Μπέρστον και του λέει πως του στέλνει το μεγαλύτερο ταλέντο των ευρωπαϊκών ρινγκ. Ο Αντώνης όμως δεν έχει συνειδητοποιήσει για το μακελειό που έρχεται κι έχει το νου του ακόμη στον Τενέ... <<Αυτός θ' αγωνιστεί με τον Έντερ, όχι όμως στον ρινγκ αλλά στο μέτωπο>> λέει ο Γκαντόν.

hspace=0

Με τον προπονητή του Πιέρ Γκαντόν και τους Γάλλους πυγμάχους Ραμπάκ και Πικούρ.

Όλοι οι περί την πυγμαχία  συμβουλεύουνε τον Κριστό να φύγει. Ακόμη κι ο Ζορζ Καρπαντιέ κι ο Αλμπέρ Πρεζάν. Τον βάζουνε και υπογράφει ένα προσύμφωνο που τηλεφώνησε ο Μπέρστον και του βγάζουν εισιτήριο με το τρένο για την Ιταλία. Μόνο από εκεί μπορεί να βρει πλοίο για την Αμερική... Τρέχει ο Αντώνης να πάρει τις καταθέσεις του... Στο δρόμο κάτι μαντραχαλάδες βαστούν ένα πανό με κόκκινα γράμματα «πουρκουά»... Σ' ένα φορτηγό, μερικοί νεοσύλλεκτοι τραγουδούν «Εμπρός, παιδιά της Γαλλίας»... Όταν  πηγαίνει στην Τράπεζα, δεν μπορεί ν' αποσύρει ούτε φρά­γκο. Η χώρα βρίσκεται σ' εμπόλεμη κατάσταση, οι καταθέσεις των ξένων έχουν μπλοκαριστεί... Ο πιο ακριβοπληρωμένος πυγμάχος της Ευρώπης, που έπαιρνε 60-70 χιλιάδες φράγκα τον αγώνα, δεν έχει παρά μόνο 30 χιλιάδες φράγκα... Δεν μπορεί να χωνέψει πως θα φύγει χωρίς τα λεφτά του, που τα είχε κερδίσει με ιδρώτα και αίμα... Μετά τον αγώνα, όταν κουδούνιζε το κεφάλι του σαν κλούβιο κι ένιωθε φλογισμένο το πρόσωπο του, παρηγοριόταν με τη μεγάλη αμοιβή που έπαιρνε...

Τι να κάνει όμως, τέλη Σεπτέμβρη, το παίρνει απόφαση... Ο μάνατζερ του βάζει στη βαλίτσα το προσύμφωνο με τον Μπέρστον. Τον φιλάνε με τη σειρά οι φίλοι. Ο τραγουδιστής Γιώργος Λάμπρου (όπως είπαμε Ζορζ Γκεταρί αργότερα), κλαίει... Ο Ζορζ Καρπαντιέ, ο μεγάλος αυτός δημιουργός της γαλλικής σχολής της πυγμαχίας, του δίνει το χέρι. Η μια σιδερένια γροθιά σφίγγει την άλλη.

hspace=0

Με τον Ζορζ  Καρπαντιέ, προπολεμικό είδωλο της Γαλλίας.

Ο Χριστοφορίδης θυμάται:

«Ο Καρπαντιέ, αυτός ο τεχνίτης των παγκοσμίων ρινγκ, που είχε παίξει με μεγαθήρια, όπως ο Τουνεϊκι ο Ντέμσεϊ, ήταν ένας πραγματικός τζέντλεμαν. Μου είπε: Αντουάν, παιδί μου, πηγαίνεις στην πατρίδα του μποξ. Να θυμάσαι πως το Παρίσι σ' έκανε τσάμπιον και να το τιμήσεις...

'' Όταν το τρένο ξεκίνησε, είχα βουρκωμένα τα μάτια, που άφηνα πίσω τον Πιερ και τη γυναίκα του, τον Καρπαντιέ, τον Τενέ, τον Σεβαλιέ, την Μιστεγκέτ,   όλους τους φίλους μου... Και κυρίως αυτό το υπέροχο παρισινό κοινό, τους απλούς ανθρώπους που μου είχανε δώσει με την αγάπη τους, κουράγιο και δύναμη να γίνω κάτι».

<<Στο λιμάνι της  Γένοβας,   ανέβηκα  στο «Σατούρνια», ένα καράβι που είχε μεταφέρει χιλιάδες μετανάστες στην Αμερική... Είχα χάσει το κουράγιο μου... Μόλις είχα μάθει τα γαλλικά κι είχα νιώσει τη Γαλλία για δεύτερη πατρίδα μου και να πάλι φτου κι από την αρχή. πρόσφυγας... Άλλη άγνωστη χώρα, καινούργια γλώσσα και κυρίως κάτι γροθιές, που όπως μου λέγανε, σκοτώνανε και ταύρο...

στη Νέα Υόρκη!

Στη προπολεμική  Αμερική  κυριαρχεί   το μποξ, που οι ρίζες του βρίσκονται σε μυθικά ονόματα, όπως του Ντέμσει και του Τούνει. Το 1939  βασιλεύει ο πρώτος μαύρος θεός του ρινγκ, ο Τζόε Λούις. Ο Χριστοφορίδης, λοιπόν, όταν πάτησε  το πόδι του στη Νέα Υόρκη, πίστευε ότι θ΄αντιμετώπιζε  μποξέρ  ανίκητους για τις δυνάμεις του, θεριά ανήμερα. Αυτό το ένιωσε όταν πρωτομπήκε στο προπόνητήριο του Στίλμαν στη Νέα Ιόρκη. Δεκάδες νέοι, Άσπροι και Μαύροι, στα όργανα γυμναστικής, στους σάκκους, στα γάντια... Τα σώματα τους ταυρίσια, οι γροθιές τους  σφυριές...

Ο Εβραίος Λου Μπέρστον, μόλις έβαλε τον καινούργιο ν' αντιμετωπίσει δοκιμαστικά δυο πυγμάχους, κατάλαβε πως είχε πέσει σε φλέβα. Πήγε στονΜάικ Τζέικομπς, το μεγαλύτερο διοργανωτή αγώνων και του το είπε. Ο προπονητής Τσάρλι Μπράουν έτριβε τις παλάμες από χαρά για το εύρημα. «Οκέι,» είπε. Στο συμβόλαιο έγραφε ότι αφαιρουμένων των εξόδων, δύο τρίτα θα έπαιρνε ο πυγμάχος και ένα τρίτο ο μάνατζερ.υπό κατασκευή

Ο Αντώνης εγκαταστάθηκε σ' ένα μικρό διαμέρισμα 62 Γουέστ, 89 Στριτ. Βρήκε κι ένα ελληνικό εστιατόριο να τρώει μεσημέρι, βράδι. Ο ιδιοκτήτης Τσάρλι Μάνος τον πήγε στο Σέντραλ Παρκ, όπου από τα ξημερώματα ο Αντώνης έτρεχε στο γκαζόν... Μετά, πήγαινε στο προπονητήριο, όπου έχυνε ποτάμι τον ιδρώτα... Ακόμη και τις Κυριακές και τις γιορτές γυμναζόταν... Δεν είχε φίλους, εκτός από τον Έλληνα εστιάτορα, παρά μόνο συνεργάτες, που τον βοηθούσαν να φτάσει στο όνειρο του... Όταν το Γενάρη του 1940, του κλείσανε το πρώτο του ματς στην Αμερική, ήξερε πως άρχιζε η καινούργια του καριέρα... θ' αντιμετώπιζε τον Γουίλι Παύλοβιτς, 13 πάουντς βαρύτερο του, πριν τον κύριο αγώνα Μέλιο Μπετίνα:Φρεντ Αποστόλι, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν. Ο πρώτος ήτανε παγκόσμιος πρωταθλητής στα ημιβαρέα κι ο δεύτερος πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής στα μεσαία, αλλά τώρα είχε βαρύνει...

«Όταν ανέβηκα στο ρινγκ, δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου, λουσμένος στους εκτυφλωτικούς προβολείς... Άκουγα το βουητό των θεατών... Αντωνάκη, είπα στον εαυτό μου, δεν τρέχει τίποτα... Έχεις παίξει σ' όλα τα ρινγκ της Ευρώπης... Χειρότερα από το Βερολίνο και το Ρότερνταμ, αποκλείεται να ναι... Και δεν ήτανε. Κάποιος εκεί ψηλά με προστάτευε... Νίκησα παμψηφεί στα σημεία...»

Η εμφάνιση του ξένου στο Μάντισον κακοφάνηκε στους πυγμαχικούς κύκλους, γιατί άλλοι πυγμάχοι είχανε σειρά πιο μπροστά από αυτόν, στο ναό αυτό του μποξ... Έτσι στους επόμενους αγώνες, τον στέλνουν να παίξει στο Σικάγο και στο Ντιτρόιτ... Κερδίζει και τους δύο αγώνες με νοκ-άουτ! Επιστρέφει στη Νέα Ιόρκη και χάρις στους Μπέρστον:Τζέικομπς, ξανα­μπαίνει στο Μάντισον, πριν τον αγώνα Τζόε Λούις:Τζόνι Πέτσεκ... Αντίπαλος του ο Φράνκι Ζαμόρις, προστατευόμενος του παλιού άσου Τόνι Γκαλέντο.

«Στ' αποδυτήρια, λίγο πριν βγω στο ρινγκ, ήρθε ο Γκαλέντο και μασουλώ-ντας ένα πούρο, με χτύπησε φιλικά στην πλάτη... Μου έδωσε ένα νόμισμα στο χέρι και μου 'πε κάτι που δεν κατάλαβα. Ο Μάνος μου μετάφρασε: Να καλέσεις μετά το ματς τις πρώτες βοήθειες... Έτσι ήταν οι Ιταλοί. Εγωιστές και προκλητικοί».

Να μην τα πολυλογούμε, ο Χριστοφορίδης νίκησε τον Ζαμόρις κι επειδή ο Λούις είχε ρίξει τον Πέτσεκ στον πρώτο γύρο, οι εφημερίδες ασχοληθήκανε με την καταπληκτική εμφάνιση του Ευρωπαίου άσου. Αλλά ας δώσω πάλι το λόγο στον Χριστοφορίδη:

«Όπως το Παρίσι έτσι κι η Νέα Ιόρκη είχε πολλούς πειρασμούς για ένα νέο... Ήμουνα 23 χρονών και γρήγορα ξαναβρέθηκα περικυκλωμένος από προσωπικότητες: ωραίες γυναίκες, καιροσκόπους, απατεώνες... Αλλά και στην Αμερική, όπου άρχισα να κερδίζω δέκα χιλιάδες δολάρια το ματς, δεν παρασύρθηκα... Μοναδικός σκοπός μου ήτανε ν' ανέβω ένα-ένα τα σκαλοπάτια, δίνοντας και τρώγοντας γροθιές... Επιδίωξη μου ο παγκόσμιος τίτλος, αυτή τη φορά των ημιβαρέων, γιατί είχα πάρει κιλά... Έδωσα 20 αγώνες συνέχεια, χωρίς να χάσω ούτε ένα, ώσπου να φτάσω στον Τζίμι Ριβς, πρώτο διεκδικητή του παγκοσμίου τίτλου, που κατείχε ο Μπίλι Κον... Η συνάντηση θα γινότανε στο κλειστό στάδιο του Κλίβελαντ και ήρθανε 4.000 μόνο θεατές να δούνε το Νέγρο πυγμάχο που νικούσε συνήθως με νοκ-άουτ και εμένα, που σίγουρα θα έπεφτα... Κι όμως έπεσε νοκ-άουτ ο Ριβς στον τρίτο μόλις γύρο».

Ο Χριστοφορίδης με μερίδιο 14.000 δολάρια, γύρισε στη Νέα Υόρκη και στο μπαρ του Ντέμσεί', μεταξύ 51 και 52 δρόμου, τον δεχτήκανε ο Τζόε Λούις, ο Χένρι Άμστρογκ, ο Μπάρνεϊ Ρος, ο Γκας Λέσνεβιτς, φίρμες του μποξ... Έμπαινε στο κλαμπ των μεγάλων...

 Ο Μπέρστον ( εβραιστί: Μπερστάιν) έτριβε τα χέρια από χαρά, αλλά έπρεπε να βγάλουν από τη μέση έναν ακόμη διεκδικητή, τον Τζίμι Μπίβενς. Ο αγώνας έγινε στο Σικάγο. Ο Αντώνης προς γενική έκπληξη, χάνει στα σημεία και κατεβαίνοντας από το ρινγκ νιώθει σχεδόν τυφλός... Ο αρχισυντάτης της «Κλίβελαντ Νιους», Εντ Μπένσον, φανατικός φίλος του μποξ, αποκαλύπτει ότι τα γάντια του νικητή ήσαν αλειμμένα με ρετσίνι... Το διαπιστώνει ο οφθαλμίατρος εξετάζοντας τα μάτια του χαμένου... Ο αγώνας επαναλαμβάνεται, παρουσία 18.000 θεατών και με τις εισπράξεις για φιλανθρωπικό σκοπό. Ο Λευκός νικάει αυτή τη φορά το Νέγρο με νοκ-άουτ...

<< Γυρίζοντας στη Νέα Ιόρκη,  δεν μπορώ να είμαι χαρούμενος, έστω κι αν διαβάζω στις εφημερίδες ότι ο Μπίλι Κον, λόγω βάρους, εγκατέλειψε τον παγκόσμιο τίτλο ημιβαρέων, που θα τον διεκδικήσουν έξι πυγμάχοι κι ανάμεσαά τους κι΄εγώ! Η σκέψη του πετάει πέρα από τον Ατλαντικό και την Ευρώπη, στην Ελλαδίτσα που πολεμάει τους Ιταλούς στ' αλβανικά βουνά... Οι νίκες του στρατού μας ξεσηκώνουν τους Έλληνες της Νέας Ιόρκης. Μαζί τους κι΄εγώ... Ο παμπόνηρος Εβραίος ο Μπέρστον κι ο βαστάζος μου Μορίς Αρνού, παλιός πρωταθλητής Ευρώπης στα ελαφρά βάρη, μου δίνουνε κουράγιο.

—Απάνω τους Έλληνα και θα τους φάμε όλους!

Πώς να τους φάω όμως, που κάθε βράδυ οι γροθιές μου δεν κλείνουνε καλά και τα δάχτυλά μου πονάνε... Οι γιατροί μου λένε πως είναι αρθριτικά, είναι και λαβωμένες οι κλειδώσεις στα δάχτυλα...

Όλες οι κακουχίες της προσφυγιάς, τα βασανισμένα παιδικά του χρόνια στο κρύο και τα νερά, στην παράγκα... κι η βλακεία του να δίνει  γροθιές στα λαμαρινένια λούκια... Και δεν ήτανε μόνο οι σουβλιές στα δάχτυλα... Φοβότανε μήπως οι γροθιές του τον προδίδανε πάνω στο ρινγκ... Ο χώρος δε μου επιτρέπει να επεκταθώ. Γι' αυτό, σας παραπέμπω στα λεγόμενα του Αντώνη Χριστοφορίδη, του Μακρυγιάννη αυτού του ελληνικού αθλητισμού:

«Περπατούσαμε με τον Αρνού σε κάποιο δρόμο του Μανχάταν, όταν ακούσαμε έναν εφημεριδοπώλη να φωνάζει: Έξτρα έξτρα... Ο Μπετίνα παίζει με τον Κριστοφορίντες στο Κλίβελαντ για τον τίτλο... Έξτρα έξτρα... Οι Έλληνες κυνηγάνε τον Μουσολίνι στην Αλβανία... Ούτε κατάλαβα πώς βρεθήκαμε με πολλούς άλλους Έλληνες στην Πέμπτη Λεωφόρο... Δύο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες και βάλε... Κάποιος κρατούσε μια ελληνική σημαία... Τραγουδούσαμε κάτω από τους ουρανοξύ­στες το «Σε γνωρίζω από την κόψη...» Γελούσαμε και κλαίγαμε... Αυτή η μειονότητα, που είχε δουλέψει σε καταφρονεμένα επαγγέλματα, στις σιδηρο­δρομικές γραμμές, στα λουστράδικα, στα πιάτα... Κι εγώ, μαζί, που ζούσα τρώγοντας γροθιές, χαστουκίζαμε ολόκληρη την Ευρώπη, που είχε υποκύψει αμαχητί στο Χίτλερ... Δίπλα μου έκλαιγε ο Αρνού, μουρμουρίζοντας: Μπράβο Αντουάν, εσείς δε γνωρίζετε τη λέξη πουρκουά...

Στο σταθμό του Κλίβελαντ με περιμένανε δύο χιλιάδες Έλληνες, οι περισσότεροι μαγαζάτορες... Είχανε καταληφθεί όλοι από μίσος για τονΜπετίνα που ήτανε Ιταλός, αλλά γεννημένος στην Αμερική... Σ' ένα προάστιο υπάρχει ένα ρινγκ και προπονιέμαι κάθε μέραμ' ένα Μεξικάνο, Τζάνι Ρομέρο τ' όνομα του... Τι τύπος... Έρχεται πότε με μια Εβραία και πότε με μια Μεξικάνα... Την πρώτη μέρα μου δίνει κάτι γροθιές, που αν δε φορούσα την προστατευτική κάσκα, θα με σακάτευαν... Τη δεύτερη, οι γροθιές, μία μου και μία σου... Την τρίτη δεν μπόρεσε να μ' αγγίξει, κουρασμένος, βλέπεις, από τις φιλενάδες... Την τέταρτη, έδιωξα την κοπελιά —μια καινούργια— και τον έσπασα στο ξύλο... Δεν άντεχε πάνω από τρεις γύρους, σίγουρα όμως σ' αυτούς έπρεπε να φυλάγεσαι...

Την παραμονή του ματς, ήρθε και πληρώθηκε... Κρατούσε ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ και μου το 'δειξε... Αν δεν νικήσεις Έλληνα τον Ιταλό, μου είπε, θα σου σπάσω το κεφάλι μ' αυτό... Βλέποντας τον Ρομέρο, τον ανέμελο γυναικά, κατάλαβα γιατί αυτό το δυνατό και προικισμένο με ταλέντο παλικάρι δεν είχε φτάσει εδώ που βρισκόμουνα εγώ, στο σκαλοπάτι ενός παγκόσμιου τίτλου... Ποτέ δεν είχα ξεμυαλιστεί από γυναίκα, από τζόγο, απ' οποιοδήποτε πάθος, εκτός εκείνου για το μποξ...

Όταν την παραμονή συναντηθήκαμε εγώ κι ο Μπετίνα στη ζυγαριά, μπροστά στους φωτογράφους, κοιταχτήκαμε κατάματα... Μοιάζαμε σαν δύο σταγόνες νερό, λες κι ήμασταν αδέλφια... Δεν ένιωθα κανένα μίσος για τον Μέλιο, που μου χαμογελούσε φιλικά... Σκεφτόμουνα, όμως, ότι αν δεν τον νικούσα αύριο αλίμονο μου... θα πηγαίνανε χαμένοι όλοι οι κόποι μου, ολόκληρη η αφοσιωμένη ζωή μου στο μποξ...

Το βράδι δε μ' έπαιρνε ύπνος... Κατέβηκα από το ξενοδοχείο και περπάτησα στους έρημους δρόμους... Έκανε κρύο... Στο γυρισμό με περίμενε ο Μορίς ανήσυχος κι αυτός, αλλά μου είπε: Κοιμήσου Αντουάν, γιατί θα ξενυχτήσουμε αύριο, που θα' σαι βασιλιάς...

θα είμαι;

Μ' αυτή την απορία αποκοιμήθηκα κι είδα στον ύπνο μου τη μάνα μου, στην παράγκα μας... Έβρεχε, έσταζε και τα δάχτυλα μου με σουβλίζανε στον πόνο...



προστέθηκε στις: 12 Φεβ 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster