.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

 

4. ένας πρωτόγονος καλλιτέχνης με τα αγρίμια των σπηλαίων

Erectus2

   

ΣΤΗ ΔΗΜ0ΣΙΑ το βαριεστημένο άλογο έσερνε το τετράτροχο, που ήταν φορτωμένο λυγαριές. Αμαξάς δεν υπήρχε. 0 ήλιος ήταν καυτερός κι ο λίβας σάρωνε το χωματόδρομο με τους ευκαλύπτους. Σκεφτόμουν από ποιους έπρεπε να φυλάγομαι, όπως μου είπε ο γέρος, όταν ξαφνικά έκανα την τεμπελιά μου ενεργητικότητα: «Λεωνάκι μου, με συγχωρείς» είπα και σάλταρα. Αρπάχτηκα από την τριχιά και σκαρφάλωσα πάνω στο φόρτωμα. Τα έχασα, γιατί μια γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στις λυγαριές. Το αρχικό της τρόμαγμα έγινε χαμόγελο.

 —Με συγχωρείτε, θα κατεβώ, ψέλλισα.

—Τι λες, αγόρι μου, με τα πόδια θα πας;

 Ήταν νέα και ζουμερή, από κείνες τις πρωτευουσιάνες  που παραθέριζαν σε γειτονικά κτήματα. Το στενό πουκαμισάκι της τσίτωνε το πλούσιο στήθος της. Κρατιόμουν από την τριχιά μη χάσω την ισορροπία μου, το κατάλαβε και μου 'γνεψε να ξαπλώσω δίπλα της.

—Πόσων χρονών είσαι; με ρώτησε.

—Δεκάξι, είπα αμήχανα.

—Φαίνεσαι μεγαλύτερος.

Σε μια λακκούβα έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα απότομα δίπλα της μπρούμυτα, αλλά αμέσως γύρισα και βρέθηκα κατάφατσα με το πρόσωπο της. «Έτσι μπράβο» μουρμούρισε και με άρπαξε τραβώντας με πάνω της.  Το άλογο ανηφόριζε στο λιοπύρι,  οι λακκούβες τράνταζαν τα ιδρωμένα κορμιά μας. Είχα μισοχάσει τις αισθήσεις μου, μήτε πολυκαταλάβαινα τι γινότανε, ήμουνα λεία στις ορέξεις της, καθώς όλα είχαν γίνει ένα. Η ζέστη, οι λυγαριές, το στήθος της πάνω μου. τα μπούτια μας στα κοντοπαντέλονά μας... Μετά ένιωσα απέραντη ηδονή σε όλη μου τη ραχοκοκαλιά. Είχα χάσει τον εαυτό μου, που αυτή η γυναίκα τον κα¬τασπάρασσε με λαίμαργα φιλιά. Τον ξαναβρήκα όταν άκουσα κάποιο αυτοκίνητο να μας προσπερνάει κορνάροντας. Στη στροφή του νεκροταφείου πήδησα στο δρόμο, σαλιώνοντας τα ματωμένα χείλη μου. 0 πιστός μου σκύλος κουνούσε την ουρά του χαρούμενος που με ξανάβλεπε. Το δουλευτάδικο άλογο ήξερε τον προορισμό του, μπήκε στο γειτονικό κτήμα και σταμάτησε μπροστά στο σπίτι, δίπλα στη σκονισμένη Πόντιακ. 0 κάτοχος της ρώτησε τη γυναίκα του, που πρόβαλε πάνω στο φορτίο: Μόνη σου έφερες τις λυγαριές; Όταν προσπέρασα με το αυτοκίνητο, δε σε πρόσεξα.

Ένας γέρος τη βοήθησε να ξεπεζέψει και αυτή πήγε στη βρύση, την άνοιξε και άρχισε να καταβρέχει με το λάστιχο το φλογισμένο κορμί της. Εμφανίστηκε μια γριά και της έδωσε μια πετσέτα. Μόλις έφαγαν, η γριά τους είπε ότι τα φρούτα τα είχε στη κρεβατοκάμαρα. Κάθε φορά που ερχόταν ο άντρας της, η πρωτευουσιάνα μασουλούσε στο κρεβάτι και μετά έκανε πως νύσταζε, όπως τώρα... Εκείνος έβγαλε το πουκάμισο, ασπρόμαυρες τρίχες περόνιασαν το φανελάκι του στο στήθος και κάτω από το σώβρακο πρόβαλαν τα λιγνόπόδαρα.

—Είμαι πτώμα, είπε.

Εκείνη το επιβεβαίωσε μουρμουρίζοντας: Είσαι...

Έκλεισε τα μάτια κι έκανε πως την έπαιρνε αμέσως ο ύπνος, μα η σκέψη της γύριζε πίσω στη δημοσιά με τους ευκαλύπτους και τη λεία της...

....................................................

 Έφερνα στη μνήμη μου όλα όσα είχαν συμβεί σε μένα, αλλά και σε άλλα πρόσωπα που ανέφερα σκόρπια στο ημερολόγιο μου. Μετά το αναπάντεχο χαρούμενο πρελούντιο πάνω στις λυγαριές πήγα στον τάφο του πατέρα για το θλιβερό ρέκβιεμ. Προσπάθησα να πιάσω κουβέντα μαζί του:

— Έχω τόσα να σου πω, πατέρα, μονολογούσα, κάτι μου συνέβη πριν λίγο, δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό...

Η ματιά μου περιπλανιόταν στα μνήματα. Η βαριά, ασήκωτη σιωπή των νεκρών, με τις ανάλαφρες ψυχές, που ίσως πετούσαν μακριά από τα κουφάρια και τους σκελετούς, έλεγε ο πατέρας, τότε που είχε μιλιά και γνώση. Είχανε περάσει κιόλας τρία χρόνια, μόλις πριν λίγο είχα γίνει άντρας. Κάτι πρέπει να πω κι εγώ, πατέρα, ψέλλισα όταν γύρισα σπίτι και άνοιξα το ημερολόγιο μου. Η δίδυμη όψη του κόσμου -έγραψα- η Γη κι ο Ουρανός, το καθηλωμένο σώμα και η αποκαθήλωση της ψυχής...

Δεν άγγιξα το φαγητό -«μάνα, είμαι ψόφιος στην κούραση» είπα- κι έπεσα ξερός στο κρεβάτι. Ξύπνησα από τα γαβγίσματα του σκύλου μου, που είχε συνηθίσει να τον χαϊδεύω απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα. Κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο, αστραφτερές και πένθιμες αποχρώσεις μαζί... Ο πατέρας έλεγε ότι αυτή την ώρα οι πρόσφυγες της παραγκούπολης, εκεί στις ρίζες του βουνού, όσο μίζερα κι αν ζουν, απολαμβάνουν το ουζάκι τους.

 —Κι όμως, παρατήρησε ο ζωγράφος, αυτοί οι άνθρωποι στη Μικρασία μένανε σε ευρύχωρα σπίτια με λουτροκαμπινέδες. Πολλοί ήταν πλούσιοι. Η προσφυγιά όμως τους μετέβαλε από αστούς σε προλετάριους.

—Τι είναι αυτά που λες, έκανε ο πατέρας, που δεν ήθελε τέτοιες κουβέντες μπροστά μου.

Ο ζωγράφος προσπάθησε να τα διορθώσει: Θέλω να πω ότι οι πρόσφυγες της Μικρασίας από σκλάβοι-νοικοκυραίοι έγιναν ελεύθεροι-πένητες...

 —Αυτές οι συζητήσεις δε γίνονται μπροστά σε παιδιά.

—Κατάλαβα, είπε ο πεινασμένος και συνέχισε να καταπίνει μπουκιές και γουλιές.

Σκίτσαρα στο χαρτί αετούς που πετούσαν στην Κοροφή του βουνού και χαμοπούλια που σέρνονταν στα χερσοτόπια. Τα είδε ο δάσκαλος και μου' κλείσε το μάτι, αλλά τσαντίστηκα και τα μουντζούρωσα, γιατί πήγαινε καμιά φορά κόντρα στον πατέρα. Τον σεβόταν και απόφευγε να τον ερεθίζει με τις αριστερές πεποιθήσεις του -όπως πριν- γιατί πού αλλού θα 'βρισκε τέτοιο φαγοπότι...Έτσι, ανεχόταν και τις δοξασίες του για τη μετενσάρκωση, αλλά ο πατέρας τού τα 'ψελνε: Καταλαβαίνω ότι εσύ και οι άλλοι με θεωρείτε φαντασιοκόπο, αλλά τα μερμηγκάκια  πώς είναι δυνατόν να ακούσουν το βουχηθμό του λιονταριού;

 Μια μέρα ο δάσκαλος μου είχε κάνει παρατήρηση, γιατί σε μια τέμπερα μου, που έδειχνε το τρένο να φεύγει στο σταθμό, τα πρόσωπα στα παράθυρα του ήταν πινελιές χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. 0 πατέρας με δικαιολόγησε: Γιατί η ψυχή είναι αθάνατη και δεν μπορεί να εκπροσωπείται από τη φυσιογνωμία του κάθε περαστικού. Το τρένο είναι η αιωνιότητα, ο επιβάτης το προσωρινό...

Του τα χάλασε η παιδική μου αφέλεια: Το τρένο έχει ταχύτητα, δεν προλαβαίνω να αποτυπώσω τα χαρακτηριστικά των ταξιδιωτών...

Ο ζωγράφος μού απένειμε εύσημα: Μάλλον έκανες το σωστό, γιατί η λεπτομέρεια αποδυναμώνει την ακουαρέλα, που οι πινελιές της πρέπει να είναι ολόδροσες σταγόνες βροχής πάνω σε φυλλωσιές δέντρων...

Με τους σπηλαιανθρώπους...

 Ο ήλιος χάθηκε πέρα στη θάλασσα, η γάτα χουζούρευε στα πόδια του κρεβατιού. Δε μ' έπιανε ύπνος -είχα κοιμηθεί όλο το απόγευμα-, κι όταν με πήρε, είδα ένα όνειρο, το πρώτο από όσα θα αναστάτωναν την υπόλοιπη ζωή μου... Βρισκόμουνα σε ξέφωτο βουνού, μπροστά σε μια σπηλιά. Δίπλα της, δυο ακόμη. Μια γυναίκα — αγρίμι, άπλυτη, με κολλημένα μαλλιά, βρόμικα μεγάλα νύχια, με ένα δέρμα κατάσαρκα, που δεν έκρυβε όμως όλη τη γύμνια της. Μου μιλούσε αγριεμένη και μου 'δειχνε κατά το ηλιοβασίλεμα, που φαίνεται ότι γινότανε κάτι σπουδαίο. Γύρω μας γυναικόπαιδα και γέροι, που ξαφνικά ξέσπασαν σε αλαλαγμούς χαράς, όταν φάνηκαν ανηφορίζοντας στον κουρνιαχτό οι κυνηγοί με τη λεία τους. Μπήκα στη σπηλιά, που τη φώτιζαν λουμίνια στο ξίγκι. Άπλωσα το ντελικάτο χέρι μου για να πελεκήσω με μυτερή πέτρα μια αναπαράσταση κυνηγιού θηρίου, που είχα παρακολουθήσει από την κορυφή του λόφου. Η γυναίκα με είχε ακολουθήσει με χειρονομίες και γκριμάτσες, σαν να με κατηγορούσε ότι είμαι δειλός που δεν είχα πάρει μέρος στο κυνήγι. Μου έδειχνε στα χέρια της καρπούς δέντρων, καταλάβαινα ότι μου έλεγε ότι οι άλλες γυναίκες θα τρώγανε κρέας. Ξαφνικά μου χίμηξε να με ξεσκίσει με τα νύχια της, την απέφυγα κι έτρεξα στο άνοιγμα της σπηλιάς. Με ακολούθησε με μίσος ως την κορυφή του απόκρημνου βράχου. Ημαστε λαχανιασμένοι κι οι δυο, όταν φάνηκε ένας δασύτριχος άντρακλας. Κρατούσε ένα κομμάτι κρέας, που έσταζε αίμα. Ήρθε κοντά μας βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Η γυναίκα έκάνε ν' αρπάξει με βουλιμία το κρέας, αλλά ο κυνηγός με έδειξε γρυλίζοντας. Τότε εκείνη, ξαφνικά, με έσπρωξε βίαια, βγάζοντας κραυγή μίσους. Ξύπνησα έντρομος τη στιγμή που γκρεμοτσακιζόμουνα...

Έκαιγε όλο μου το σώμα, έτρεξα στη βρύση κι άρχισα να ρίχνω νερό πάνω μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Δεν είχα καμιά ομοιότητα με τον τριχωτό λαξευτή του βράχου με το στενό μέτωπο, τα εξογκωμένα ζυγωματικά και την προτεταμένη γνάθο. Κι όμως, στο όνειρο μου είχα νιώσει ότι ήμουν ο εαυτός μου... Αρχισα να σκιτσάρω τη γυναίκα-αγρίμι με το ζωώδες βλέμμα. Σε λίγες ώρες αναπαράστησα με χρώματα και τη σκηνή του κυνηγιού με τους αγριανθρώπους και τον προαιώνιο δειλό εαυτό μου.

Η Ανέζ ερχόταν με το ποδήλατο της, έπαιρνα και το δικό μου και κατηφορίζαμε κατά το αμμουδερό αλώνι μας, στη θάλασσα, όπου κολυμπούσαμε, χαιρόμαστε τα νιάτα μας και κουβεντιάζαμε. Όταν επιχειρούσα να της πω για το όνειρο μου και για τη μετενσάρκωση, δε μ' έπαιρνε στα σοβαρά, γελούσε.

 —Κι όμως, έχω δει στον ύπνο μου μια προηγούμενη ζωή μου.

 Με αποστόμωνε: Άφησε τις φαντασιώσεις και  απόλαυσε την πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα... Το στήθος της είχε φουντώσει, οι γοφοί της είχαν αποχτήσει θηλυκότητα και τα χείλη της, καυτά, κολλούσαν σαν βεντούζες στα δικά μου. Κι εγώ είχα αλλάξει, γινόμουν άντρας καθώς τέλειωνε το καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι που θα με έστελνε στα σχολικά θρανία διαφορετικό, αλλά πάντοτε βυθισμένο στην έμμονη ιδέα μου. Η Ανέζ δεν ήθελε ν' ακούει για όνειρα. Με σφιχταγκάλιαζε τόσο αχόρταγη για έρωτα,  που αναρωτιόμουνα μήπως τον είχε στερηθεί σε προηγούμενη ζωή της...

Έφτασε το φθινόπωρο. Τα φύλλα στα δέντρα έχαναν τη φρεσκάδα και το χρώμα τους, κιτρίνιζαν, δεν είχαν πια δύναμη να κρατηθούν στα κλαδιά, έπεφταν στο χώμα. Αυτή η διαδικασία θανάτου με τρόμαζε, όπως και η δύση του ήλιου, που συντόμευε τις ημέρες του φθινοπώρου. Ήξερα όμως ότι ο ήλιος θα ξανάβγαινε το πρωί. Και την άνοιξη θα πετούσαν τα κλαδιά καινούρια, καταπράσινα φύλλα. Με τις ακριβές νερομπογιές της Ανέζ -«για να ονειρεύεσαι με χρώματα» μου είπε- ζωγράφιζα ακατάπαυστα. Στην πιο πολυπρόσωπη σύνθεση μου έβαλα στο φόντο τα γυναικόπαιδα να υποδέχονται τους κυνηγούς και σε πρώτο πλάνο εμένα με τη γυναίκα. Δυο τριχωτά ανθρωποειδή που είχαν προχωρήσει ένα βήμα πιο μπροστά από το χιμπαντζή, ιδίως εγώ... Επειδή όμως η Ανέζ με πείραζε για την ασχήμια και την κακομοιριά του καλλιτέχνη των σπηλαίων, έφτιαξα έναν άλλο πίνακα, με την ίδια σύνθεση, αλλά με τον προαιώνιο εαυτό μου όμορφο και θαρραλέο, να λαξεύει το βράχο. Και τους αγριανθρώπους να χαζεύουν το έργο μου με θαυμασμό. Η ιστορία της τέχνης άρχισε από μένα, κόμπαζα, και η Ανέζ με εξερευνούσε με τη ματιά της, προσπαθώντας να καταλάβει αν αστειευόμουν ή αν το πίστευα.

Κάθε βράδυ τρόμαζα, ότι μπορεί να ξανάβλεπα τον προαιώνιο εαυτό μου με το τραγικό τέλος... Και τον ξαναείδα. Αυτή τη φορά σε μια αιματηρή μάχη πιθηκανθρώπων με πελώρια χέρια σαν κουτάλες και γυμνών κυνηγών με λόγχες. Κι εγώ, τρομοκρατημένος, να λουφάζω ανάμεσα στα τρομαγμένα γυναικόπαιδα. Ήμουνα σίγουρος ότι είχα ζήσει στην αυγή του ανθρώπου, τότε που το κτήνος άφηνε τα δέντρα κι αναζητούσε καταφύγιο από τους κεραυνούς και προστασία από τα αγρίμια. Ξεφυλλίζοντας ένα ξένο περιοδικό, έμεινα εμβρόντητος. Είχε ένα ρεπορτάζ για κάποιο παλαιολιθικό σπήλαιο, που σε ένα λαξευμένο βράχο του υπήρχε αναπαράσταση κυνηγιού μαμούθ. Η περιοχή λεγόταν Φαλακρή Κορυφή. Υπήρχαν και δυο φωτογραφίες, η μια έδειχνε την είσοδο της σπηλιάς, η άλλη το λαξευμένο βράχο. Κατέφυγα στην Ανέζ και της είπα ότι αυτή την τοποθεσία την είχα δει στο όνειρο μου και έπρεπε να την επισκεφθώ.

Αποφασίσαμε να πάμε μαζί το καλοκαίρι, αλλά αργότερα μετάνιωσε. Θα έχεις ξαναδεί τις φωτογραφίες σε άλλο περιοδικό και δεν το θυμάσαι, μου είπε. Εγώ όμως ήμουνα βέβαιος για το όνειρο, που το ξαναζούσα όταν έβαζα στο πικάπ το ορχηστρικό Η δημιουργία του κόσμου. Η μουσική αυτή με ταξίδευε σε ζούγκλες άγριας βλάστησης και πρωτόγονης μεγαλοπρέπειας. Κοσμογονία πρωτόπλαστων μικροοργανισμών, που μεγεθύνονταν αποκτώντας πελώριες διαστάσεις. Αμφίβια τέρατα αναδυόντουσαν από παφλαζοντα ύδατα, ερπετά σερνόντουσαν σε αμμώδεις ερημιές, δεινόσαυροι μούγκριζαν μέσα από τις πελώριες μασέλες τους και χτυπούσανε με πάταγο τις ουρές τους. Αγέρωχα μαμούθ και πανικόβλητα αγρίμια. Με κλειστά μάτια άκουγα τη μουσική των εγχόρδων, των πνευστών, των κρουστών και των χάλκινων, έβλεπα γυμνούς αγριανθρώπους με λόγχες και πυρσούς. Οσμιζόμουν αίμα, τσίκνα, ξίγκι, απλυσιά. Κεραυνοί και καταιγίδες χτυπούσαν τα μηνίγγια μου, φοβόμουνα μήπως τρελαθώ... Βλέποντας πίνακες του Βαν Γκογκ, του ζωγράφου που πάνω στη τρέλα του έκοψε το αυτί του, επικεντρώθηκα στο starry night, που ο ίδιος έγραψε να μην εκτεθεί ποτέ στο κοινό... Και προσπαθούσα να βρω την αιτία... Ταλαίπωρη μεγαλοφυία που ποτέ δεν καρπώθηκες την αξία σου κι΄ίσως σε μιά επόμενη ζωή σου να επεδίωξες μετα μανίας να γίνεις διάσημος, πλούσιος, χωρίς να ακρωτηριάσεις το πρόσωπό σου... 

 

starrynight

Τα έσοδα μου ήταν φτωχά, δεν είχα τα έξοδα να πάω στον τόπο του ονείρου μου και ανέβαλα το ταξίδι για τον άλλο χρόνο, που θα τέλειωνα το γυμνάσιο. Η Ανέζ πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Μου σύστησε έναν εκδότη και έκανα εικονογραφήσεις στο περιοδικό του. Μόλις τέλειωσα το σχολείο μπήκα στη σχολή Καλών Τεχνών. 0 καθηγητής μου έμεινε άναυδος όταν, ζωγραφίζοντας μια γυμνή γυναίκα, της παραποίησα το σώμα με πυκνή τριχοφυΐα και το πρόσωπο της με στενό μέτωπο, εξογκωμένα ζυγωματικά και προτεταμένη γνάθο. Το μοντέλο, μόλις είδε το έργο μου, έβαλε τα κλάματα. Είχα καταλάβει πως ο εκδότης με συμπαθούσε, γιατί το σαλόνι του κοσμούσαν έργα μου. Ο παππούς και η γιαγιά του, οι γονείς του. όλοι χωρικοί ανανεωμένοι ενδυματολογικά από το πινέλο μου. Τον έπεισα να μας στείλει, με την Ανέζ -που έβγαζε καλές φωτογραφίες-, στη Φαλακρή Κορυφή.

Φτάσαμε στο χωριουδάκι της περιοχής και το πούλμαν μάς ανέβασε στο οροπέδιο με τη λίμνη. Θα μέναμε στο ξενοδοχείο «Τρία σπήλαια» και το πρωί θα μας ξεναγούσαν στο βουνό. Δε μ' έπιανε ύπνος. Ξεκινήσαμε ξημέρωμα. Η Ανέζ μού σκούπιζε τον ιδρώτα και μου 'δινε κουράγιο. Ανηφορίζαμε κάτω από τα δέντρα και, μόλις βγήκαμε στο ξέφωτο, λυγίσανε τα γόνατα μου... Μπροστά μας τα τρία ανοίγματα στο βράχο. Ακολουθήσαμε με το γκρουπ τον ξεναγό στο ακριανό σπήλαιο, σε αυτό που είχα μπει στο όνειρο μου... Προβολείς φώτιζαν το εσωτερικό του, προχωρούσαμε πάνω σε εξέδρα. 0 πολιτισμός και η πρόοδος είχαν εισβάλει στο καταφύγιο των πρωτόγονων. Φτάσαμε ως το βάθος.

0 ξεναγός εξηγούσε: Σ' αυτόν το λαξευμένο βράχο, τότε που το πρωτόγονο ον κατεφευγε στο σπήλαιο για να προφυλαχτεί από τα στοιχεία της φύσης και να γλιτώσει από τα θηρία, σκίρτησε μέσα του η καρδιά του καλλιτέχνη. Πήρε μια κοφτερή πέτρα και πελέκησε στο βράχο ένα μαμούθ βάφοντας το με ρίζες φυτών. Βρισκόμαστε ενώπιον καλλιτεχνήματος κάποιου προγόνου μας, που είχε εξελιχθεί από ζώο σε άνθρωπο. Η ιστορία της τέχνης άρχισε πάνω σ' αυτόν το βράχο...

Λιποθύμησα...

Συνήλθα στο ξενοδοχείο. Ένας γιατρός έλεγε ότι είχα ελαφρά ζαλάδα από τη ζέστη. Θα φεύγαμε την επομένη, αλλά δεν είχα το κουράγιο να ξαναμπώ στη σπηλιά, να δω με προσοχή το καλλιτέχνημα μου -ήμουνα βέβαιος ότι ήτανε δική μου δημιουργία- να το αγγίξω... Ένα κρύο ντους θα σου κάνει καλό, είπε η Ανέζ και με έσπρωξε στο μπάνιο ανοίγοντας τον κρουνό. Ξανάρθα στα συγκαλά μου, έπεσα στο κρεβάτι και με πήρε αμέσως ο ύπνος. Όταν ξύπνησα, είχε νυχτώσει και το φεγγάρι ταξίδευε πάνω από την αιωνόβια γη και τους περαστικούς ανθρώπους. Η Ανέζ με χάιδευε, με συμβούλευε να κάνω τη φαντασίωση μου εικονογραφημένο βιβλίο...

—Αρέσουν αυτά στον κόσμο και θα βγάλεις λεφτά, χαχάνισε κι άρχισε να απαγγέλλει σαν ποίημα: Κάτω από το μεγαλοπρεπή καταρράκτη και την οργιώδη βλάστηση, με τους γρυλισμούς των πιθήκων, το μακρινό μουγκρητό του μαμούθ, ο μαλλιαρός κυνηγός εκφράζει λόγια λατρείας στη μαλλιαρή γυναίκα. Η στιγμή που ο πρωτόγονος άνθρωπος ξυπνάει από το μακρύ λήθαργο του ζώου...

—Κορίτσι μου, εκτός από τα τρεχούμενα νερά, την παρθένα βλάστηση και τον άντρα με τη γυναίκα, υπάρχει και το φινάλε, η σκηνή τρόμου, που δε σ' την έχω διηγηθεί. Η γυναίκα-αγρίμι με δολοφόνησε...

—Τότε, δεν είμαι το αθώο κορίτσι, αλλά η ύπουλη γυναίκα, έκανε η Ανέζ και κόλλησε τα χείλη της πάνω μου, σαν βεντούζα, προσπαθώντας να μπήξει, τα νύχια της στην πλάτη μου.

Έβγαζε άναρθρες κραυγές. Από το κρεβάτι κυλίσαμε στο πάτωμα, πάνω στο δέρμα γορίλα, όπως διαφήμιζε το προσπέκτους του ξενοδοχείου. Μούγκριζα κι εγώ, ένιωθα ζώο, ερχόμουν από τα βάθη των αιώνων... Μετά τον παροξυσμό αναρωτιόμουν μήπως και η παι¬δική μου φίλη ήταν μετενσάρκωση της γυναίκας των σπηλαίων... Της διηγήθηκα τη λεπτομέρεια του θανάτου μου στο όνειρο-εφιάλτη. Χαμογέλασε.

—Αν ήσουν τότε τόσο καλός εραστής  όσο σήμερα, η γυναίκα δε θα σε σκότωνε, αλλά θα σε κρατούσε κοντά της ταίζοντας σε μέλι και καρύδια... Πάμε τώρα για ένα μπάνιο στη φεγγαρόφωτη λίμνη.

 Όταν μπήκε γυμνή στο νερό, άρχισε να με καλεί κοντά της: Έλα, αγριάνθρωπε των σπηλαίων.

Το φεγγάρι και τα αστέρια έστελναν το προαιώνιο αντιφέγγισμα τους στη λίμνη. Κι΄όμως κάποια αστέρια είχαν πάψει να λάμπουν, αλλά το σβήσιμό τους δεν είχε φτάσει ακόμη ως την απόμακρη Γη, που   μπορεί να είχε αλλάξει εδαφολογικά  από σεισμούς, καταποντισμούς και κατακλυσμούς, αλλά εμείς οι δυό παραμέναμε οι δυό προαιώνιοι εραστές... Εξακολουθούσα να είμαι παγιδευμένος στο παρελθόν. Τα τζιτζίκια και οι γρύλοι τάραζαν την απόλυτη σιωπή με το ερωτικό τους κάλεσμα, όπως και η φωνή της Ανέζ, που όμως δε με ενδιέφερε. Η προσοχή μου ήταν στραμμένη στη Φαλακρή Κορυφή, προσπαθούσα ν' αφουγκραστώ το μουρμουρητό των φαντασμάτων από τα βάθη των αιώνων. Σίγουρα οι μαλλιαροί άντρες με το στενό μέτωπο και την προτεταμένη γνάθο οσφραίνονταν την παρουσία μου και θα κατηφόριζαν με αλαλαγμούς στο ξέφωτο. Θα περνούσαν το δάσος και θα έφταναν στη λίμνη για να με ρωτήσουν απειλητικά: «Δε μας λες, δειλό ανθρωπάκι, με ποιούς είσαι, με εμάς, με τους τωρινούς ή με τους κατοπινούς;».

Με ποιούς ήμουνα; Μα με τον εαυτό μου, που στο ξύπνιο μου ονειρευόμουνα πως σε κάποια από τις ζωές μου θα ήμουνα ένας ψυχρός και τρομαχτικός καβαλάρης, που επέλαυνα με τους ιππείς μου για την απελευθέρωση μιάς πατρίδας και λαχταρούσα να το ζήσω στον ύπνο μου… Άλλοτε, ήθελα να δω μια προηγούμενη ζωή μου στην οποία  ήμουνα γοητευτικός και ακατανίκητος εραστής… Ποτέ όμως δεν έβλεπα στον ύπνο μου αυτό που επιθυμούσα, αλλά ταραζόμουνα από εφιαλτικές στιγμές προηγούμενων ζωών μου και κυρίως επιθανάτιας αγωνίας…

Αποκοιμήθηκα στη βεράντα του ξενοδοχείου και όταν ξύπνησα αντίκρισα το βουνό. Ένα μακρόστενο σύννεφο σερνότανε πάνω του σαν πελώριο χνουδάτο φίδι. Αποφάσισα να μείνουμε ακόμη δυο ημέρες. Ακολούθησα μόνος μου την ανηφοριά για τα σπήλαια, ξαναμπήκα στο προαιώνιο καταφύγιο μου. Έμεινα ώρες με κάθε γκρουπ που έμπαινε, άκουγα και ξανάκουγα τον ξεναγό. Το απόγευμα πήγαμε στο μουσείο με τα εκθέματα. Πέτρινα εργαλεία, κόκαλα, δόντια και κυρίως υπολείμματα διαβίωσης του προϊστορικού ανθρώπου.

Στο ταξίδι της επιστροφής σκεφτόμουνα το βιβλίο του Βαν Λουν. 0 προϊστορικός άνθρωπος ήταν απότομος στους τρόπους αλλά απλός στις συνήθειες του, και κυρίως ήταν το πιο ανυπεράσπιστο πλάσμα, ανάμεσα στα ποικίλα αγρίμια και θηρία που ζούσαν και περιπλανιόντουσαν στους αχανείς ερημότοπους και στις ζούγκλες. Είχε όμως το μεγαλύτερο μυαλό σε μέγεθος και ποιότητα και κατόρθωσε να επιζήσει ακόμη και στην περίοδο των παγετώνων. Η ζωή του τότε είχε γίνει ακόμη δυσκολότερη, σχεδόν αφόρητη, αλλά, χρησιμοποιώντας τη λογική σκέψη και την αντίληψη του, άντεξε και δεν εξαφανίστηκε, όπως άλλα είδη, από προσώπου γης. Στο περιοδικό έκανα μια σειρά από σκίτσα των σπηλαιανθρώπων. Πίστευα ότι είχα ζήσει μαζί τους, αλλά ευχόμουνα να μη δω σε όνειρο άλλη ζωή μου, κυρίως την εποχή των παγετώνων, την πιο βασανιστική για το ανθρώπινο γένος.

—Δε θ' άντεχα άλλο εφιάλτη, είπα στην Ανέζ.

—Γι' αυτό όσοι μετενσαρκώνονται δεν ξέρουν τίποτα από την προηγούμενη ζωή τους, μου είπε. Τους αρκούν τα βάσανα της τωρινής.

—Έτσι πρέπει να είναι. Η ψυχή αποκόβεται εντελώς από το σώμα.

 Η Ανέζ με δούλευε: Σκέψου να ονειρευτείς ότι σε ρίχνουν στα λιοντάρια...

Μπορεί η ψυχή μου να είχε ζήσει κι άλλες φορές, αλλά το σώμα μου είχε τα ελαττώματα του πατέρα, κυρίως το αραλίκι. Στο τέλος της ημέρας άραζα στην ξαπλώστρα της απάνεμης βεράντας, που είχε θέα τα τρία σημεία του ορίζοντα. Διάβαζα, απολάμβανα τη δύση ή χάζευα κατά το βουνό και συχνά αποκοιμιόμουν. Το βουνό!!! Το αιώνιο και αυτοφυές -έλεγε ο κτηνίατρος-, από στέρεα αθάνατη ύλη, ακλόνητο και αναλλοίωτο σε καταιγίδες και κοσμογονίες... Εφτά κατακλυσμοί είχαν γίνει από καταβολής κόσμου, αλλά αυτό έστεκε, όπως όλα τα βουνά, ακλόνητο στη θέση του. Συμπαγές μεγαθήριο, ένιωθε τους ανθρώπους πάνω του σαν ένα τίποτα... Πού είσαι, πατέρα, να δεις αυτά τα τίποτα να σκαρφαλώνουν πάνω του, να καίνε το δάσος και να του τρυπάνε τα σπλάχνα...

Αυτά σκεπτόμουν εκείνο το σούρουπο και είδα ακόμη ένα όνειρο. Λούφαζαν οι αγριάνθρωποι στο σπήλαιο, τρομαγμένοι από τα αστραπόβροντα και την καταιγίδα. Είχαν ανοίξει οι καταρράκτες του ουρανού. Κουρνιασμένος πάνω σε ένα δέρμα, κρατούσα σφιχτά τη γυναίκα-αγρίμι. Τριγύρω κι άλλοι ζευγαρωμένοι, αλλά και παιδιά να κλαψουρίζουν και γέροι να βογκάνε, σφιχταγκαλιασμένοι από φόβο... Όταν κόπασε ο χαλασμός, ακούστηκε βραχνό γέλιο, ακολούθησαν κι άλλα. Κάποια τριχωτά χέρια με έδειχναν στο φως των λουμινιών. Ήμουν ο περίγελος, ο δειλός που προτιμούσε να πελεκάει το βράχο παρά να συμμετέχει στο κυνήγι. Κι όμως -στη συνέχεια του ονείρου μου- ο γερο αρχηγός της ανθρωποφωλιάς, λίγο πριν πεθάνει, εμένα είχε καλέσει κοντά του. Με τρεμάμενα δάχτυλα, με χάιδεψε στο πρόσωπο. Είχε χαταλάβει ότι όλοι ήμαστε περαστικοί, μόνο οι ζωγραφιές στο βράχο θα έμεναν... Ένιωσα ευτυχισμένος, γιατί δεν ήμουν ένα παμφάγο μηδαμινό  ον  αλλά ένας καλλιτέχνης... Πετάχτηκα. Η μάνα με σκουντούσε να πάω να κοιμηθώ στο κρεβάτι.

 Για μια ακόμη φορά είχα ονειρευτεί το παρελθόν. Ένιωθα περήφανος. Πριν το γκρεμοτσάκισμά μου, όχι μόνο ο νεαρός σκαλιστής, αλλά και ένας σοφός γέρος είχε καταλάβει ότι το ζώο που πηδούσε από δέντρο σε δέντρο και είχε καταφύγει στο σπήλαιο εξελισσόταν σε σκεπτόμενο πλάσμα... Σκεπτόμενο τερατάκι με είχε αποκαλέσει κάποτε ο θεολόγος στο γυμνάσιο, τονίζοντας μου ότι η σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλόπνοα έργα αλλά και σε ποταπές πράξεις. Όταν ο καθηγητής είδε κι απόειδε ότι δεν μπορούσε να με νουθετήσει, κάλεσε τον πατέρα και τον συμβούλεψε να μη με αφήνει να διαβάζω άλλα βιβλία εκτός των σχολικών, γιατί θα κατέληγα στο τρελάδικο... 0 πατέρας με καμάρωνε: Καλύτερα τρελός σκεπτόμενος παρά λογικός ηλίθιος... 0 Αγιορείτης, ακούγοντας τον, σχολίασζ ότι και τους δυο μάς είχε βαφτίσει τρελός παπάς...

 

5. στα νερά του Νείλου είδα ένα άλλο πρόσωπό μου

aigyptia2

ΚΥΛΟΥΣΕ 0 ΧΡΟΝΟΣ τόσο γρήγορα όσο αργοπορούσα εγώ με την εμμονή μου στο παρελθόν. Η Ανέζ είχε δίκιο ότι πρέπει να ξεχνάμε το παρελθόν και να απολαμβάνουμε το παρόν προσδοκώντας καλύτερο μέλλον. Κατέβα από τα σύννεφα, προσγειώσου, παρότρυνα ο ίδιος τον εαυτό μου. Φυτοζωούσα με εικονογραφήσεις. Συνέχιζα όμως να ελπίζω ότι το ταλέντο μου θα με έβγαζε μια μέρα από την αφάνεια. Η πρώτη μου έκθεση ήταν για μένα συνταρακτικό γεγονός, όχι όμως και για τους άλλους. Ήρθαν στα εγκαίνια λιγοστοί γνωστοί, η Ανέζ και ένας μόνο κριτικός. Ο γεροδάσκαλος ήταν σε γηροκομείο. Όταν η αίθουσα άδειασε και μείναμε μόνοι με την πιστή μου φίλη, που είχε πάψει να είναι φιλενάδα μου, η βροχή είχε δυναμώσει, στα παράθυρα κυλούσαν οι σταγόνες  της   και  διαλυόντουσαν   σαν  τις   ελπίδες μου... Ούτε κοσμικοί ούτε άνθρωποι της τέχνης -αφού δεν ανήκα στον κύκλο τους- με είχαν τιμήσει με την παρουσία τους. Ένιωθα ασήμαντος, σαν τον καλλιτέχνη των σπηλαίων.

—Χρειάζεσαι μάνατζερ, με παρηγόρησε η Ανέζ.

—0 λαξευτής των βράχων δεν είχε...

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και ένα αστραπόβροντο συγκλόνισε το κτίριο, ενώ την ίδια στιγμή το πορτρέτο της γυναίκας-αγρίμι έπεσε στο πάτωμα. Το ξανακρέμασα και η Ανέζ αστειεύτηκε: Νομίζω ότι διαμαρτυρήθηκε, γιατί έβγαλες στο σφυρί τα ιερά και τα όσια σου...

 —Λες;

Η έκθεση μου πήγε άπατη, πούλησα μόνο το πορτρέτο της Ανέζ στον υποψήφιο σύζυγο της. Άλλοι ζωγράφοι, ακόμη και ασήμαντοι, προόδευαν, γιατί ήταν δημοσιοσχεσίτες. Η μάνα μου έκανε το σταυρό της κι έλεγε: «Ευτυχώς έχουμε το κτήμα μας...».

Η μανία μου με τη ζωγραφική είχε κοπάσει, πάντα όμως έψαχνα για ένα θέμα διαφορετικό από όσα είχα κάνει. Όταν ξεφόρτωναν από το κάρο της κοινότητας το κουφάρι κανενός μαγκούφη, το έθαβαν άκλαυτο και βιαστικά στην αγκαθιασμένη γωνιά του νεκροταφείου. 0 πατέρας έλεγε ότι ίσως η ψυχή του να έμπαινε σε κάποιο πριγκιπόπουλο και να είχε καλύτερη τύχη... Ζωγράφισα το παραμελημένο κοιμητήρι με τους τσακισμένους ξύλινους σταυρούς. Έβαλα το κίτρινο του καυτού ήλιου και των ξεραμένων αγκαθιών. Έστειλα τον πίνακα σε ένα διεθνή διαγωνισμό για νέους ζωγράφους, αλλά με ολλανδικό ψευδώνυμο. Πήρα το πρώτο βραβείο και στην ξενομανή πατρίδα μου οι δημοσιογράφοι με αποκάλεσαν σύγχρονο Βαν Γκογκ. Οι εφημερίδες σε κάνουν από άγνωστο γνωστό και από γνωστό γνωστότερο. Εμένα με έκαναν έμπορο της πραμάτειας μου. Στη νέα έκθεση μου πούλησα όλους τους πίνακες, εκτός από εκείνους των ονείρων μου, που τους κράτησα για να θυμάμαι τη τρέλα μου... Είχα γίνει φίρμα και πλούσιος. Την ημέρα που με κάλεσε η Ακαδημία για να δώσω διάλεξη, το ίδιο βράδυ που η μητέρα με σταύρωνε με τα δάχτυλα της για να μη με ματιάσουν, είδα ένα ακόμη σημαδιακό όνειρο. Βρισκόμουν σε καυτή έρημο. 0 ήλιος έκαιγε το γυμνό μαυριδερό σώμα μου. Ανήκα στην ομάδα με τους μελαψούς εργάτες που κουβαλούσαν με καμήλες το υλικό και έχτιζαν μία ογκώδη, ψηλή ως τον ουρανό, πυραμίδα. Κουβαλούσα το πηλοφόρι κι ο ιδρώτας, ανακατεμένος με σκόνη, έτσουζε την πλάτη μου.  0 τεράστιος πορτοκαλής ήλιος βασίλευε πέρα στην έρημο, ένα σήμαντρο χτύπησε και οι λασπωμένοι κατάκοποι εργάτες παρατήσαμε τη δουλειά. Οι γεροντότεροι κάθισαν στην άμμο βαριανασαίνοντας. οι νέοι απομακρύνθηκαν κατά το ποτάμι να ξελασπωθούν. Ανάμεσα τους κι εγώ, που παράτησα το λασποζεμπιλο κι άρχισα να πλένομαι στην ακροποταμιά. Μετά πήρα μια ανάσα, πριν ακολουθήσω τους τελευταίους εργάτες στον καταυλισμό με τις καλύβες. Μακρύτερα, η κουστωδία του φαραώ, κάτω από την τέντα της. Πριν φύγω, έσκυψα στο νερό να στρώσω τα μαλλιά μου και καθρεφτίστηκε το μαυριδερό πρόσωπο μου.  Κατάκοπος έφτασα μπροστά στην καλύβα μου και φώναξα ένα όνομα, που όπως το πρόφερα σίγουρα ανήκε σε γυναίκα. Ξαναφώναξα κι έσπρωξα την καλαμόπορτα, αλλά μπαίνοντας δέχτηκα μια μαχαιριά στην πλάτη. Πριν πεθάνω, είδα δυο ένοχα ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω μου. Το πρώτο ανήκε στον επιστάτη, που μας παρότρυνε με το βούρδουλα να δουλεύουμε κάτω από το λιοπύρι, το δεύτερο ήταν τα μάτια μιας γυμνής αραπίνας, της γυναίκας μου. Ξεψυχώντας, άκουγα το κλάμα ενός μωρού...

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Συνειδητοποίησα ότι είχα δει μια ακόμη μετενσάρκωση μου, που το τέλος της ήταν φριχτό, όπως και του προηγούμενου όνειρου... Από τα βάθη των αιώνων έπαιρνα μηνύματα. Ώστε είχα υποστεί, μετά τον εφιάλτη των σπηλαίων, και άλλο τραγικό θάνατο, πάλι από γυναίκα-σύντροφό μου. Αρχισα να ζωγραφίζω την αραπίνα. 0 σκύλος μου κουνούσε την ουρά του. Ίσως κι αυτός να είχε ζήσει κάποτε σκυλίσια ζωή, σε καταυλισμό σκλάβων ή χαρισάμενη σε παλάτι φαραώ... Τώρα απολάμβανε τεμπελιάζοντας την αγάπη και τη φροντίδα μου. Ξεφύλλισα πάλι την Ιστορία της ανθρωπότητας και στάθηκα στο κεφάλαιο της απαρχής του πολιτισμού. Στην κοιλάδα του Νείλου! Ενώ ο άνθρωπος είχε κινδυνέψει να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά στις πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια των παγετώνων, ως σκεπτόμενο ον, επέζησε, ενώ τα γιγάντια είδη του ζωικού βασιλείου —με το μυαλό κουκούτσι—εξαφανίστηκαν. Συνέχισα να διαβάζω: Μετά την Αίγυπτο η Μεσοποταμία έγινε γεφύρι στη γνώση και στην επιστήμη της γηραιάς Ανατολής με τη νεαρή Δύση. Τη σκυτάλη παρέλαβαν τα νησιά του Αιγαίου και η γύρω τους ηπειρωτική χώρα, οι Έλληνες, ό,τι πιο ευγενικό και ωραίο είχε υπάρξει, λέει ο Βαν Λουν. Ποιοί όμως κουβάλησαν κι ανύψωσαν τα μάρμαρα; Μήπως σκλάβοι, όπως στις πυραμίδες, είλωτες όπως στη Σπάρτη ή πληβείοι, όπως στη Ρώμη;  Ήθελα να ονειρευτώ αυτές τις εποχές, όχι όμως αν υπήρξα δούλος με  κακομούτσουνη σύντροφο και πειναλέα παιδιά, αλλά μόνο αρχοντόπουλο ή πατρίκιος με ανάκλιντρα σε παλάτια... Είχα δει κι΄ένα όνειρο στην εποχή της μπελ επόκ, αλλά προσπαθούσα να το διαγράψω, γιατί σ΄εκείνη τη ζωή ήμουνα γυναίκα... όνειρο εφιάλτης, στο οποίο κάποιος με βίαζε, αντιστεκόμουνα, πάλευα με τα νύχια μου, ώσπου να παραδοθώ...Τέτοια ηδονή δεν είχα νιώσει ποτέ ως άντρας...     

Τα χρόνια περνούσαν. Είχα αποχτήσει λεφτά και φήμη, τίποτα όμως δεν είχε αλλάξει στην ψυχοσύνθεση μου. Ήμουν διάσημος, αλλά μέσα μου λούφαζε ο δειλός καλλιτέχνης των σπηλαίων, ο κακομοίρης λασποκουβαλητής των πυραμίδων... Παρέμενα ο μοναχικός άνθρωπος που ζούσε με τη μητέρα, δεμένος στο κτήμα με την εξωραϊσμένη βίλα, που την περικύκλωναν, όλο και πιο ασφυκτικά, η άσφαλτος και το τσιμέντο. Οι μπετονιέρες περνούσαν έξω από την πόρτα μας, το θηρίο της αντιπαροχής μούγκριζε. Το φίδι είχε εξαφανιστεί από το υπόγειο,δεν είχαμε πιά βαρέλια και το κρασί το αγοράζαμε σε μπουκάλια...Το παγόνι δεν υπήρχε και μόνο λίγες κοτούλες με έναν κόκορα να λαλεί ανόρεχτα, θύμιζαν την εποχή του πατέρα. Οι ξεθωριασμένες γλάστρες με τα αγριολούλουδα είχαν αντικατασταθεί από τον κηπουρό με αρχαιοφανή πιθάρια με τριαντάφυλλα εκλεκτών σπόρων. Το πότισμα στις λιγοστές βραγιές γινόταν με σωληνώσεις, το αμπέλι είχε αποψιλωθεί, τα δέντρα ήταν κλαδεμένα ομοιόμορφα. Είχαν εξαφανιστεί η κάππαρη, η ρόκα, οι τζοχοί, οι μολόχες, οι βρούβες, τα σπαράγγια... Δεν υπήρχαν πια φραγκοσυκιές και στα λιγοστά χωράφια που είχαν απομείνει δεν ξεμύτιζαν αθάνατα... Και την άνοιξη, δεν ευωδίαζαν οι αγριοβιολέτες, γιατί το χώμα νοθευόταν με χημικό λίπασμα και δεν υπήρχαν πια όχτοι να φυτρώσουν. Παντού οι μπουλντόζες ισοπέδωναν, για να ανεγερθούν οικοδομές, το τσιμέντο κατάπινε τη φύση...

Η Ανέζ είχε παντρευτεί, αλλά ερχόταν δυο τρεις φορές το χρόνο να μας δει και να με μαλώσει που δεν είχα βρει ακόμη μόνιμη σύντροφο. Τι να την κάνω, αν μου τύχει κάποια σαν τις προηγούμενες, την αποστόμωνα. Κουνούσε το κεφάλι για τις έμμονες παραισθήσεις μου. Αστειευότανε κιόλας: Κι εγώ είχα ονειρευτεί ότι ήμουνα πόρνη, αλλά δε μου έγιναν έμμονη ιδέα οι οίκοι ανοχής...

 Η κουβέντα μας επεκτεινόταν και πάντα προσπαθούσα να την πείσω ότι η ψυχή ταξιδεύει ώσπου να εισχωρήσει σε νεογέννητο. Η ορθολογίστρια όμως απορούσε και με έφερνε σε δύσκολη θέση: Αν είναι όπως τα λες, πώς γίνεται ο αρχικά μικρός αριθμός ψυχών από καταβολής κόσμου να έχει αυξηθεί σε δισεκατομμύρια; Γι' αυτό, σταμάτα αυτές τις φαντασιώσεις, που σε βγάζουν από τη ζωή σου.

Η ερώτηση με προβλημάτιζε, ώσπου βρήκα απάντηση στο όνειρο.

....................................................

 Το διαστημόπλοιο μόλις είχε προσγειωθεί. 0 πιλότος κι εγώ βγάλαμε τις ζώνες ασφαλείας και τις κάσκες και σε λίγο πατήσαμε στο κοσμοδρόμιο που είχαν φτιάξει πριν από καιρό τα συνεργεία μας. Δυσκολευόμαστε στο βηματισμό, λόγω της διαφοράς βαρύτητας. 0 αστροναύτης με αποκαλούσε με σεβασμό καθηγητή και κόμπαζε ότι, όσα έτη φωτός χώριζαν το δικό μας προηγμένο πλανήτη από αυτό τον υποανάπτυκτο, άλλη τόση ήταν η διαφορά των πολιτισμών μας. Εδώ η τεχνολογία ήταν ανύπαρκτη, αλλά η ομορφιά της φύσης πλούσια. Παρθένα βλάστηση, νερά σε λίμνες, ποτάμια, καταρράκτες, βουνά και πεδιάδες σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ζώα, πολύχρωμα πουλιά, θάλασσες και ψάρια. Του είπα ότι και ο δικός μας μακρινός πλανήτης ήταν παρόμοιος πριν από εκατομμύρια χρόνια, αλλά η πρόοδος και η εξέλιξη τον είχαν απογυμνώσει από τη φυσική του ομορφιά. Και οι δικοί μας πρόγονοι λάξευαν θεούς και δαίμονες, σαν κι εκείνα τα πέτρινα κατασκευάσματα στο οροπέδιο. Αλλά αργότερα, όταν αρχίσαμε να πετάμε στο διάστημα, τους ξεχάσαμε, γιατί πιστέψαμε ότι είχαμε γίνει εμείς οι ίδιοι θεοί.

 Στον ατομικό μου υπολογιστή ζήτησα τις πληροφορίες που είχα αποθηκεύσει γι' αυτό τον πλανήτη. Βρισκόταν ακόμη στο χρόνο της ατομικής τοπικής επικοινωνίας, οι κάτοικοι του ζούσαν σε χωριά, δεν είχαν δημιουργήσει πόλεις. Σκεφτόμουν ότι επικοινωνία ίσον φωνή, ανταλλαγή τροφών, ζώων, εργαλείων, και κυρίως ιδεών. Η συναλλαγή γινόταν πρόσωπο με πρόσωπο. Ποδαρόδρομος, ή στη ράχη ζώων, σε δύσβατα μονοπάτια και άγρια βλάστηση. Δεν είχε ανακαλυφτεί ακόμη ούτε το τροχοφόρο. Ενώ στον πλανήτη μας είχαμε προχωρήσει πιο μπροστά και από τα ατμοκίνητα, τα μηχανοκίνητα, την ατομική ενέργεια, είχαμε εξουδετερώσει το χρόνο και τις αποστάσεις με την ταχύτητα των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

 Η βουκολική ζωή υπήρχε κάποτε και στο δικό μας αστέρι, που είχε κι αυτό στην παιδική του ηλικία πλούσια βλάστηση. Γεννηθήκαμε όμως εκατομμύρια χρόνια μετά την οικολογική καταστροφή και τα ξέρουμε μόνο από δισκέτες. Τώρα, στο μακρινό για τη Γη πλανήτη, είχαμε προχωρήσει σε ιλιγγιώδεις χρόνους προόδου. Το νερό και η τροφή είχαν αντικατασταθεί με χημικές ουσίες. Ακόμη και η έλλειψη οξυγόνου δε μας τρόμαζε, γιατί διαθέταμε αεροστεγή σκάφανδρα. Νιώθαμε πλανητάρχες, ελέγχαμε το αστρικό σύστημα της περιοχής μας. Είχαμε προοδεύσει τόσο, ώστε από τα εργαλεία-βοηθήματα των σωματικών μας οργάνων είχαμε προχωρήσει και εγκλωβίσει δυνάμεις προέκτασης του εγκεφάλου μας μέσα στους υπολογιστές...

Διέκοψε τους συλλογισμούς μου ο πιλότος, που είχε επηρεαστεί από την πλούσια βλάστηση και τα τρεχούμενα νερά: Θα το διηγηθώ στα παιδιά μου και δε θα με πιστέψουν ότι είδα ζωντανά δάση, καταρράκτες, κι ότι άκουσα φωνές ζώων και πουλιών.

—Αμφιβάλλω αν δείξουν ενδιαφέρον, γιατί χιλιάδες χρόνια τώρα τα παιδιά του πλανήτη μας μεγαλώνουν αποξενωμένα από την ψυχή τους, που έχει απολέσει την ευαισθησία της. Πώς να σ' το εξηγήσω... Η τεχνολογία στερείται συναισθημάτων και το παιδί, βυθισμένο στον υπολογιστή, θάβει τα δικά του. Η πρόοδος σήμανε το τέλος της ζωντανής εκπαίδευσης και ακολούθησε η απρόσωπη διδασκαλία. Η ανάσα, η φωνή, η ματιά, η απορία, ο διαλογισμός δεν υπάρχουν πια... Η ζωντανή μνήμη έχει αντικατασταθεί από νεκρά βοηθήματα.

astrA  astrB

 Επιστρέφαμε στο κοσμοδρόμιο, η αποστολή μου, για τη σύνταξη έκθεσης σχετικά με τον υποανάπτυκτο πλανήτη Γη, είχε τελειώσει. Μετά την εκτόξευση μας η βάση θα ανατιναζόταν αυτόματα, δεν τη χρειαζόμαστε, δε θα ξαναρχόμαστε σε ένα άστρο με πλούσια χλωρίδα και πανίδα αλλά καθυστερημένα όντα. Οι χαραγμένες λωρίδες στο οροπέδιο —διάδρομοι προσγείωσης και απογείωσης— θα έμεναν για να θυμίζουν στα ανεγκέφαλα γηγενή πλάσματα το πέρασμα μας. Τα βλέπαμε, αυτά τα ατελή όντα, και τα ακούγαμε πεντακάθαρα στην ψηφιακή οθόνη, φοβισμένα, στο ξέφωτο του δάσους, κοντά στον καταρράκτη, κάτω από τα κελαηδίσματα των πουλιών. Σκεφτόμουν ότι, μετά την απογείωση, δε θα ξανάβλεπα ζωντανά δέντρα και δροσερά τρεχούμενα νερά, ούτε θα ξανάκουγα να κελαηδούν πουλιά... Είδα σκιές ανθρώπων πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων.

—Οι ντόπιοι μάς παρακολουθούν έντρομοι από τον παράδεισο τους.

 —Τι σημαίνει παράδεισος; απόρησε ο πιλότος.

Κατάλαβα ότι έβλεπα όνειρο. Δεν του απάντησα. Τι να του 'λεγα, ότι αυτή την άγνωστη για εκείνον  λέξη, όπως και την ονομασία Γη, την είχα δανειστεί από το λεξιλόγιο επόμενης ζωής μου;

.......................................................

 Η μητέρα μου με σκουντούσε: Σήκω, αγόρι μου, σε ζητάει στο τηλέφωνο η Ανεζούλα.

 —Δώσ' τη μου και τη θέλω... Ανέζ, δεν έχεις δίκιο ότι οι αθάνατες ψυχές είναι λιγότερες από τα φθαρτά σώματα. Περιπλανιούνται όχι μόνο στη Γη αλλά σε όλους τους γαλαξίες, στο αχανές διάστημα...

—Πάλι άρχισες τα τρελά σου...

—Μάλλον λογικά, γιατί συνεχίζονται οι αποκαλύψεις, όπως αυτή που μου έδωσε απάντηση στην απορία σου. Οι ψυχές του Σύμπαντος καλύπτουν τον αυξανόμενο πληθυσμό της Γης. Ακουσε, να τρελαθείς κι εσύ... Στο επιβεβαιώνω, τα ίχνη κοσμοδρομίου στις Ανδεις είναι πράγματι έργο προηγμένων όντων του διαστήματος, που είχαν επισκεφθεί τη Γη χιλιάδες χρόνια πριν οι Έλληνες αρχίσουν να εξηγούν τα μυστήρια του σύμπαντος.

—Χρειάζεσαι κατεπειγόντως ψυχίατρο και ο άντρας μου, όπως ξέρεις, είναι κορυφαίος στα ψυχικά νοσήματα. Με πρώτη ευκαιρία θα σε επισκεφθούμε...

—Του έχεις διηγηθεί ασφαλώς για την εμμονή μου στο παρελθόν.

 —Βεβαίως.

—Και η διάγνωση του;

—Εκστασιακή απορρόφηση στο αιώνιο.

—Θα τα πούμε από κοντά, Αραχνοΰφαντη, αλλά και χίλια μίλια μακριά αν είσαι, γλυκιά μου, να με σκέφτεσαι, όπως εγώ εσένα.

Η μητέρα είχε βγάλει τα συμπεράσματα της για μένα και μου έλεγε: «Τι να κάνω, του αλαφροίσκιωτου πατέρα σου έμοιασες, αλλά μακάρι να είχαν κι άλλες μανάδες παιδί σαν το δικό μου». Αρκετές φορές αναρωτιόμουν αν οι άλλες μου μανάδες —σε προηγούμενες ζωές μου- υπήρξαν τόσο καλές με μένα...

Κάθε φορά που έπεφτα να κοιμηθώ έτρεφα την ελπίδα να ονειρευτώ πάλι τον εαυτό μου, όχι τόσο στο κοσμοδρόμιο του Περού, όσο στον πλανήτη εκείνο που είχε προηγηθεί στην τεχνολογία από τη Γη. Διάβαζα ότι στον εικοστό αιώνα, που ζούσα, θα πατούσαμε το φεγγάρι και γελούσα. Χαρά στο επίτευγμα... Κάποιοι άλλοι, όταν η Γη ήταν ακόμη στα σπάργανα, είχαν προσγειωθεί στις Ανδεις.

Δεν ξανάδα τον αστροναύτη, που φοβόμουν ότι ίσως κι αυτόν θα τον είχε προδώσει η γυναίκα του... Ξαναονειρεύτηκα όμως το σκλάβο, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, στο γιαπί που ανυψωνόταν ως τα μεσούρανα. Το βράδυ η υγρασία περόνιαζε ως το κόκαλο και ο καταυλισμός μύριζε μπαμπακόλαδο, κάρδαμο και φούλια. Γλίτσα στα κορμιά μας και στα ιδρωμένα μεριά της αραπίνας, που αγέρωχη κι ολόγδυτη σηκωνόταν να ξεδιψάσει από το λαγήνι στο φως του φεγγαριού, με τον επιστάτη απέξω, να χτυπάει στον αέρα το βούρδουλα και να την ορέγεται. Και πέρα στην έρημο, η πυραμίδα, όπου χιλιάδες σκλάβοι είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή... ΓΥ αυτό το τραγούδι του φελάχου ακουγόταν μακρόσυρτο στο φεγγαρόφωτο, λυπητερό, και σου σπάραζε την καρδιά.

Ξύπνησα πάλι τρομαγμένος. Ώστε τόσο μηδαμινός και βασανισμένος υπήρξα και σ' εκείνη τη ζωή μου; Λασποκουβαλητής, με τη γυναίκα μου να προετοιμάζει τη δολοφονία μου. Πείσμωσα και άρχισα να ζωγραφίζω το σκλάβο του Νείλου, όχι κουρελή και καταφρονεμένο, αλλά υπερήφανο και αγέρωχο, με ακριβά φορέματα και στολίδια παλατιανού πρίγκιπα. Όταν ερχόταν η Ανέζ, θα κόμπαζα, δείχνοντας τον πίνακα μου, ότι υπήρξα γιός φαραώ! Γιατί όχι, η μετενσάρκωση έπρεπε να είναι απόδοση δικαιοσύνης στον άνθρωπο, που, αν σε μια ζωή ήταν καταφρονεμένος και πεινασμένος, σε μια άλλη έπρεπε να απολαμβάνει ότι είχε στερηθεί. Μόνος μου τα σκεφτόμουνα όλα αυτά και καμιά φορά το διασκέδαζα. Στην τράπεζα με εξυπηρετούσε ένας κλητήρας που το έφερε βαρέως γιατί δεν τον προβίβαζαν σε αρχικλητήρα. Ίσως στην επόμενη ζωή του θα γινόταν τοκογλύφος-τραπεζίτης.

6.η ίδια σατανική γυναίκα μετενσαρκωνόταν αιώνια

gynaika4

Ο ΝΑΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΡΜΑΡΙΝΕΣ κολόνες φάνταζε μεγαλόπρεπος ψηλά στο βράχο. Το χρυσοφιλντισένιο άγαλμα της θεάς σπάθιζε με το δόρυ του την ήρεμη νύχτα, καθώς το λειψό φεγγάρι ταξίδευε στον ουρανό. Η πολιτεία, ναρκωμένη στο μεθύσι της καλοπέρασης των κρατούντων, κοιμόταν. Μόνο εγώ ξαγρυπνούσα, στηρίζοντας το κεφάλι μου στις παλάμες, με την αυταρχική γυναίκα μου να γκρινιάζει: Να μη δραπετεύσει ο δάσκαλος με τα λεφτά μας.

 Εγώ επέμενα: 0 δήμιος μου το υποσχέθηκε. Θα του δώσει αντί κώνειο υπνωτικό και θα μου τον παραδώσει ναρκωμένο. Όταν ξυπνήσει, θα ταξιδεύει μαζί μας στο πέλαγος.

Της εξηγούσα ότι είμαι πλούσιος και μπορούσα να σώσω έναν αθώο, που το μοναδικό του παράπτωμα ήταν ότι άνοιγε νέους ορίζοντες στη σκέψη των μαθητών του. Εκείνη επέμενε ότι, αφού ο δάσκαλος υπάκουε στους νόμους και στις αποφάσεις της πολιτείας, έπρεπε κι εμείς να πράξουμε το ίδιο κι όχι να δώσουμε την περιουσία μας και να μπλέξουμε σε κίνδυνο. Θύμωσα, άρχιζα να φωνάζω: Είσαι γυναίκα μου, αλλά δεν έχεις ευθύνη στις πράξεις μου και δικαιώματα στην περιουσία μου. Θα σου δώσω το σπίτι, όλα τα κοσμήματα και τα μισά χρυσά νομίσματα, κι εγώ θα διαθέσω τα υπόλοιπα όπως θέλω.

Αφησα στο μαρμάρινο τραπέζι το ένα σακούλι, πήρα το άλλο και έφυγα. Στα προπύλαια ενός κτιρίου με περίμενε ένας άντρας, του το 'δωσα και το 'κρυψε κάτω από το χιτώνα. Μου είπε πως θα κάνει ό,τι υποσχέθηκε. Στο γυρισμό ένιωθα ήσυχη τη συνείδηση μου, είχα κάνει το καθήκον μου, αλλά μόλις μπήκα στο σπίτι μου με περίμεναν οι μισθοφόροι. Σκέφτηκα ότι δεν είχαν αποδείξεις, αλλά η γυναίκα μου τους κουνούσε το κεφάλι καταφατικά. Με είχε προδώσει. Οδηγώντας με στη φυλακή, το λειψό φεγγάρι εξακολουθούσε την πορεία του στον έναστρο ουρανό.

 Όταν ξύπνησα, το χλωμό φως έπεφτε ακόμη στο παράθυρο. Το όνειρο δε με τρόμαξε όπως τα προηγούμενα, ίσως γιατί δεν έφτασε ως τη στιγμή που θα μου έδιναν και μένα κώνειο. Καθώς ζωγράφιζα την όμορφη γυναίκα με την υφαντή αισθήτα, σκεφτόμουν ότι στο Χρυσό Αιώνα του Περικλή ανήκα στην τάξη των αρχόντων, είχα μόρφωση, πλούτο, υπερηφάνεια, δεν ήμουνα ταπεινός και, κουρελής, όπως σε άλλες ζωές μου. Όμως, και από θέση ισχύος, είχα προδοθεί πάλι από μια γυναίκα. Κοίταζα τα τρία διαφορετικά πρόσωπα που με είχαν οδηγήσει στο θάνατο. Ξαφνικά κατάλαβα. Και τα τρία με κοίταζαν με το ίδιο καταχθόνιο βλέμμα. Βγήκε βρυχηθμός από τα έγκατα της ψυχής μου. Ήμουνα σίγουρος πια: οι γυναίκες αυτές, που έζησαν σε διαφορετικούς αιώνες μαζί μου, είχαν την ίδια μοχθηρή ψυχή σε κάθε μετενσάρκωση τους. Ίσως ήταν η ίδια γυναίκα-δολοφόνος μου κάθε φορά... Όχι, όχι, άρχισα να φωνάζω. Σε τούτη τη ζωή δε θα μου τη φέρεις, σατανικό ον, θα προσέχω...

Από την άλλη μέρα ταμπουρωνόμουνα σε κάθε γυναίκα, κυρίως όμορφη, που γνώριζα. Προσπαθούσα να ανακαλύψω  στη  ματιά της το  σατανικό  βλέμμα των πορτρέτων, για να προφυλαχτώ από το προαιώνιο μίσος. Εκείνη την περίοδο των υπερβολικών παραισθήσεων μου υποπτευόμουν ακόμη και την Ανέζ, τη μοναδική γυναίκα που της είχα, ως τώρα, εμπιστοσύνη. Μου είπε ότι αποκλείεται να είναι εκείνη, γιατί το πολύχρονο αίσθημα μας είχε εξελιχθεί σε φιλία. Είχε δίκιο, οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει. Με συμβούλεψε να πάψω να είμαι φιλύποπτος για κάθε γυναίκα που γνώριζα, αν ήθελα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου χωρίς εφιάλτες. Κι όμως, εφιάλτη ξανάδα στον ύπνο μου...

...........................................

 Ένας γέρος με χιτώνα χτυπούσε τη γροθιά του στο μαρμάρινο τραπέζι με τα κάνιστρα και τα πήλινα.

—Αυτή η γυναίκα δεν είναι αντάξια σου.

—Μα την αγαπάεο, πατέρα...

 —Αγάπα την ως ερωμένη, αλλά όχι να μπει στο αρχοντικό μας. Δεν ανήκει στην τάξη μας. Πώς θα ανεχθείς μια σύζυγο με μέθυσο και ταραχοποιό πατέρα, πώς θα διεκδικήσεις δημόσιο αξίωμα;

 —Άλλοι κυβερνούν με τιμή και δόξα έχοντας σύζυγο εταίρα...

 —Προτιμώ να πεθάνω παρά να δίο να μπαίνει στο σπίτι μας αυτή η γυναίκα, που έχει κοιμηθεί με τόσους φίλους σου. Γιατί κανένας από αυτούς δεν τη ζήτησε σε γάμο;

—Πατέρα, μη μιλάς έτσι για μια γυναίκα που θα γίνει νύφη σου...

 —Γιε μου, μοναχοπαίδι μου, με κάνεις να ντρέπομαι.... Πώς θ' αντικρίσω τους συγγενείς και τους φίλους μας; Αρκετοί έχουν κοιμηθεί μαζί της και όλοι την περιγράφουν ως άπληστη στο χρήμα και αχάριστη στους ευεργέτες της.

—Δε με νοιάζει τι λένε από ζήλια οι άλλοι...

—Τότε, μάθε ότι έχω κι εγώ προσωπική γνώμη γι΄ αυτή την εταίρα. Ρώτησε την και θα σου πει...

Ξύπνησα ταραγμένος. Σίγουρα, σε μία ακόμη ζωή μου, υπήρξα μπαίγνιο των γυναικών...

.................................................

Δε με είχανε πάρει τα χρόνια. Μπορούσα να κάνω οικογένεια, να αφοσιωθώ σ' αυτή και ν' απαλλαγώ από την εκστασιακή απορρόφηση στο αιώνιο... Την Ανέζ -που είχε δυο παιδιά- δεν την έβλεπα, μόνο στο τηλέφωνο τα λέγαμε καμιά φορά. Δεν της ανέφερα πια όνειρα και χαιρόταν που είχα απαλλαγεί από τους εφιάλτες μου, αλλά το σαράκι εξακολουθούσε να με τρώει βαθιά μέσα μου. Η μητέρα γερνούσε και στενοχωριόταν που δεν είχα βρει ακόμη σύντροφο να αποχτήσει εγγόνια. Εκείνο το απόβραδο μου έλεγε την πίκρα της, που θα με άφηνε σαν καλαμιά στον κάμπο. Την ίδια νύχτα είδα ένα ακόμη όνειρο, το πιο περίεργο από όλα. Ήμουνα ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο και στο δάπεδο κάθονταν τρεις γυναίκες. Το αγρίμι δάγκωνε λαίμαργα ένα κοψίδι ωμό κρέας, η αραπίνα, φοβισμένη, βύζαινε ένα μωρό και η εταίρα, αγέρωχη, ναρκισσευόταν. Σημασία δε μου 'διναν, όταν ξαφνικά συγχωνεύτηκαν η μια μέσα στην άλλη σε ένα κοινό μόρφωμα. Έγιναν μια θαμπή ακαθόριστη σιλουέτα, που προχώρησε, στάθηκε όρθια μπροστά μου και μου είπε:

 —Είμαι η αιώνια γυναίκα, γυμνή όπως η αλήθεια και ντυμένη σαν την ψευτιά, αυτή που νομίζεις ότι σε πρόδωσε.

—Ποιά από όλες; ψέλλισα.

Η θαμπή σιλουέτα ξεκαθάρισε. Ήταν η γυναίκα-αγρίμι που μου εξήγησε, περισσότερο με άναρθρες κραυγές και χειρονομίες παρά με λόγια: Οι κυνηγοί είχαν αποφασίσει να σε σκοτώσουν με τις λόγχες. Ο θάνατος σου θα ήτανε μαρτυρικός, γι' αυτό σε γκρέμισα από το βράχο. Σε αγαπούσα μόνο όταν ήμαστε παιδιά, μετά είχα απαιτήσεις από σένα που ποτέ δεν εκπλήρωσες. Δε μου 'φερνες κυνήγι, δεν άντεχες να σκοτώνεις ζώα, να γδέρνεις το τομάρι να το φορέσω ή να το κάνω στρώμα στη σπηλιά.

—Σου έφερνα όμως φρούτα, ακόμη και ψάρια από το ποτάμι. Σε αγαπούσα και σε φρόντιζα.

—Κι εγώ από παιδούλα σού μάζευα ρίζες για να βάφεις τα σκαλίσματα σου στο βράχο. Μετά όμως είχα απαιτήσεις, ο σύντροφος μου έπρεπε να είναι κυνηγός κι όχι τεμπέλης και δειλός.

Το αγρίμι εξαφανίστηκε και φάνηκε η αραπίνα, που είπε: 0 επιστάτης ήταν δυνατός, εσύ αδύναμος. Είχε αποφασίσει να σε στείλει στην έρημο, να πεθάνεις μαρτυρικά από πείνα και δίψα. Εγώ τον παρακάλεσα να είναι ο θάνατος σου σύντομος...

—Σε παρακαλώ, θέλω να μου πεις αν το μωρό που έκλαιγε ήταν δικό μου...

—Δικό σου ήταν, αλλά δεν είχα γάλα να το βυζάξω και πεινούσε. Αν δε μου 'φερνε καμηλόγαλο ο επιστάτης, θα είχε πεθάνει. Ήμαστε τόσο φτωχοί όσο και η έρημος. Τυχερός εσύ που έφυγες, άτυχη εγώ που έμεινα και πέρασα τόσα βάσανα ώσπου να πεθάνω από χολέρα...

 —Το παιδί;

—Πέθανε το άτυχο πριν μεγαλώσει... Τυχερός που δεν είδες την κατάντια μας στην πείνα και στις αρρώστιες...

WOMAN

 Εξαφανίστηκε η αραπίνα, στη θέση της βρέθηκε η αγέρωχη εταίρα, παραμορφωμένη λες, μέσα απο ευρυγώνιο φακό... Άκουγα σαν σύρσιμο φιδιού τη φωνή της, χωρίς να κουνάει τα χείλη της: Ήσουν το ωραίο άπραγο αρχοντόπουλο, ο καλλίγραμμος άντρας που πόζαρε στους γλύπτες, ο Νάρκισσος... Είχες αρχίσει να ανακαλύπτεις άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου και ρυτίδες στο πρόσωπο σου. Μου έλεγες απογοητευμένος ότι τέλειωνε η νιότη σου. Ήσουνα τόσο παραστατικός -ο άνθρωπος ωριμάζει και μετά μαραίνεται και σαπίζει όπως το φρούτο- που με τρομοκράτησες. Είχα προσέξει κι εγώ την απαρχή της φθοράς πάνω μου. Αν έδινες τόσο χρυσό για τη σωτηρία του δάσκαλου, ίσως να το στερούσες από τα αξιοπρεπή γεράματα μας. Γι' αυτό σε απάλλαξα από το επερχόμενο γήρας, που τόσο φοβόσουν, για να εξασφαλίσω και εγώ το μέλλον μου. Όλη σου όμως η περιουσία κατασχέθηκε από την πολιτεία και ξανάγινα εταίρα. Μια εταίρα που γερνούσε, ξεχασμένη από τους παλιούς εραστές της. Μόνο εσύ, αν δε σου είχαν δώσει το κώνειο, θα μου έμενες πιστός ως το τέλος...

 —0 πατέρας μου;

—Αρνήθηκε τη φροντίδα μου. Πέθανε διακονιάρης.

 —Καταραμένη, κατάντησες έναν άρχοντα ζητιάνο... Κι όμως, εγώ σε αγαπούσα, σε φρόντιζα. Θυμάσαι, δέχτηκα, όπως μου ζήτησες, να μην κάνεις παιδί και χαλάσει η υπέροχη σιλουέτα σου, σίγουρα για ν' αρέσεις στους εραστές σου. Και να πώς μου το ανταπέδωσες. Πάψε λοιπόν να με βασανίζεις, καταχθόνιο πλάσμα, που με μίσησες τόσο ώστε να με δολοφονείς σε κάθε μου ζωή.

 —Ο δολοφόνος δεν είναι πάντα και νικητής...

Και οι τρεις γυναίκες είχαν συμπυκνωθεί πάλι σε μία και το κοινό τους μόρφωμα, πριν εξαφανιστεί, μου είπε: Όχι, ποτέ δε σε μίσησα, και απόδειξη ότι σε αγαπώ ακόμη είναι πως θα ξανάρθω κοντά σου, για να επανορθώσω, να εξιλεωθώ... Σε παρακαλώ, μη με διώξεις, τώρα που θα μου προσφέρεις ό,τι στερήθηκα στις προηγούμενες ζωές μου...

 —Δε θέλω να ξανάρθεις ποτέ πια. Το άκουσες, ποτέ πια!

Αν και ονειρευόμουν, σκέφτηκα ότι καλύτερα να ήμουνα γυναίκα στην τελευταία μου ζωή, ώστε να γλίτωνα από το σατανικό αυτό πλάσμα, που ήθελε να με πείσει ότι με δολοφόνησε για το καλό μου. Και να που συνεχίστηκε το όνειρο και εμφανίστηκε μπροστά μου μια άλλη γυναίκα, με ντύσιμο του δέκατου ένατου αιώνα.

 —Εσύ ποιά είσαι; τη ρώτησα.

—Εγώ είμαι εσύ και εσύ εγώ. τόνισε με έμφαση. Το μυαλό μου πήρε στροφές.

 —Δηλαδή, σε μια ζωή μου υπήρξα γυναίκα;

 Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ξύπνησα. Όταν ζωγράφισα το πρόσωπο της, παρατήρησα σ' αυτό ένα άκακο πλάσμα, που δεν είχε τη σατανικότητα των άλλων γυναικών που είχα δει στους εφιάλτες μου. Σκέφτηκα ότι, και ως γυναίκα, θύμα υπήρξα... Και ήθελα, αλλά και φοβόμουνα να ονειρευτώ μιά από τις ζωές μου ως γυναίκα, γιατί στη τωρινή ήμουν άντρας και δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι μέσα στην αδιάκοπη πορεία μου ανήκα και στο άλλο φύλο... Και να, που σε ένα φευγαλέο όνειρο-εφιάλτη είδα τον εαυτό μου κάτι χειρότερο από γυναίκα, ομοφυλόφιλο... Περιφερόμουνα σε μιά  ρωμαική αγορά  φτιασιδωμένος έντονα σαν γυναίκα, αλλά η αντίδρασή μου ήταν τέτοια που ξύπνησα ξεφωνίζοντας... Παλιότερα είχα δει τον εαυτό μου να κάθεται συλλογισμένος και μετά να κοιτάζεται σ΄ένα καθρέφτη, που σίγουρα ήταν το είδωλο ενός ομοφυλόφιλου... Κάποιες φορές, κοντοστεκόταν η σκέψη μου και γύριζε στα βάθη των αιώνων, όπου είχα ζήσει όχι μόνο ως άντρας και γυναίκα, αλλά και μπερδεμένος με το φύλο μου... Άρχισα να φοβάμαι να κοιμηθώ, μήπως δω, εκτός από τους βίαιους θανάτους μου που είχα ονειρευτεί, και  εξευτελιστικά συμβάντα... Ήμουνα σίγουρος ότι το παζλ των προηγούμενων ζωών μου περιλάμβανε και ταπεινώσεις που πρόσταζε η σάρκα...        

omofylof trav omof

 Περνούσα περίοδο μεγάλης εσωτερικής αμφιταλάντευσης και διαταραχής... Ήθελα να πάω σε ψυχίατρο, αλλά ποιος γιατρός δε θα μ' έβγαζε τρελό... Είχα απομονωθεί στο πατρικό μου σπίτι, χωρίς να ζωγραφίζω. Ο φόβος μου για την προαιώνια γυναίκα που θα με απειλούσε και σε τούτη τη ζωή με είχε απομακρύνει από τις κοινωνικές μου σχέσεις. Η μητέρα με παρακίνησε να δεχτώ μια πρόσκληση στο εξωτερικό, να ταξιδέψω, να απελευθερωθώ για λίγο από τον αυτοπεριορισμό μου. Το έκανα, αλλά εκεί που πήγα γνώρισα μια κοπέλα, κι όταν μου είπε ότι νιώθει σαν να με ξέρει χρόνια, το έβαλα στα πόδια... Κι όμως, δεν είχε καμιά ομοιότητα η ματιά της με κείνη που είχα αντικρίσει στους εφιάλτες μου.

Επιστρέφοντας, βλεπα απο το παραθυράκι του αεροπλάνου, κάμπους, βουνά, χωριά και πόλεις. Κάτω, ένας ανάγλυφος χάρτης, που είχε διαμορφωθεί με αλλεπάλληλες αλλαγές από την εποχή της ζωής στα σπήλαια. Κουκκίδες αθέατες οι κάτοικοι, σπιρτόκουτα τα κτίσματα τους, γραμμούλες οι δρόμοι τους... Οι σκέψεις άρχισαν πάλι να βασανίζουν το μυαλό μου, αμπελοφιλοσοφούσα, όπως ο πατέρας μου. Είχε προοδεύσει τόσο πολύ ο άνθρωπος, αυτός ο κόκκος άμμου πάνω στην αχανή υδρόγειο, ώστε εκμηδένιζε τις αποστάσεις με το αεροπλάνο. Σε λίγο θα έφτανε και στο φεγγάρι... Πριν από μυριάδες χρόνια αυτό το ον με τον περιούσιο εγκέφαλο είχε θεό του τον ήλιο, τη φωτιά, το αστραπόβροντο, τώρα είχε στήσει για είδωλο τον ίδιο τον εαυτό του... Και ποιός ήταν ο εαυτός του; Ίδιος κι απαράλλαχτος με τα γυναικόπαιδα που αλάλαζαν υποδεχόμενα τους κυνηγούς με τα κοψίδια ωμό κρέας, τους σκλάβους που προσκυνούσαν τους φαραώ, τους θεατές που επευφημούσαν τον αιματοβαμμένο νικητή στο παγκράτιο, τον όχλο που τον έτερπε η κατασπάραξη ανθρώπων από τα λιοντάρια... Στο πιλοτήριο οι χειριστές μπορεί να έπαιζαν σκάκι αφήνοντας το τιμόνι στον αυτόματο πιλότο, ένα ακόμη θαυμαστό κατασκεύασμα. Ακόμη και το διαστημόπλοιο που θα εκτόξευαν στο φεγγάρι αυτόματος μηχανισμός θα το οδηγούσε.

 Η αεροσυνοδός με ρωτούσε τι θα πιω, έκλεισα τα μάτια, έκανα τον κοιμισμένο. Εξακολουθούσα να αμπελοφιλοσοφώ. Όσο κι αν είχε φτιάξει ο άνθρωπος θαυμαστά έργα, έφτανε στην κατιούσα του, τον διαδεχόταν η ανιούσα του αυτοματισμού των ηλεκτρονικών κυμάτων. Προσπαθούσα να καταλάβω από πού αρχίζει η σήψη του ανθρώπινου γένους, από το μυαλό ή το σώμα. Σίγουρα είχε αρχίσει από την άφθαρτη ψυχή του, την κατάκοπη από την αέναη περιπλάνηση της στον αιώνιο χρόνο.  Κρυφοκοίταζα τους συνεπιβάτες μου.   Κουβέντιαζαν,  διάβαζαν,  άκουγαν  μουσική,  κοιμόντουσαν... Κανένας  δε  μάντευε  τη  φοβερή  αλήθεια.   Μόνο   εγώ γνώριζα. Η αεροσυνοδός ακούμπησε μερικές εφημερίδες μπροστά μου, έκανε τη βάρδια της σαν κομπιούτερ. Αναψυκτικά,     φαγητό,   εφημερίδες.   Ξεφύλλισα μια. Αραγε ο τύπος έλεγχε την εξουσία ή την κατεύθυνε; Χαμογελούσα για τον ίδιο τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν ότι από όλες τις προηγούμενες ζωές μου, που ελάχιστες ήξερα, η ψυχή μου είχε επηρεαστεί περισσότερο από  εκείνη που έζησε στην αρχαία Ελλάδα, με τους μεγάλους φιλοσόφους της, τους συζητητές των συμποσίων. Προσπαθούσα να συμαζέψω τις σκόρπιες σκέψεις μου κι΄έγραφα στο σημειωματάριό μου: 

 Οι άνθρωποι... Πολύ λιγότεροι καλοπερνούσαν ή πλούτιζαν... Από τα σπήλαια ως τα παλάτια και τις σουίτες, οι λίγοι καθόριζαν τη ζωή των πολλών. Φύλαρχοι, μάγοι, μάντεις, προφήτες, εκπρόσωποι θεών και δαιμόνων, δημιουργοί θρησκειών και ιδεολογιών, σοφοί και δάσκαλοι, φεουδάρχες, αρχηγοί κρατών, βασιλιάδες, αυτοκράτορες, πολιτικοί, ιερωμένοι, στρατιωτικοί, επα¬ναστάτες, τραπεζίτες, βιομήχανοι, άρχοντες των μέσων μαζικής ενημέρωσης, διαπλεκόμενοι σε κρατικούς κορβανάδες...  Γι'  αυτό  ο  Δημιουργός  είχε  προβλέψει το φθαρτό του σώματος και το άφθαρτο της ψυχής, της περιπλανώμενης, από εξουσιαστή σε εξουσιαζόμενο, από αδύναμο σε δυνατό... Μπίλια ρουλέτας η ψυχή... Ο Καζαντζάκης έλεγε ότι ο Θεός βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Τι ήταν ο άνθρωπος; Ατελής θεός, ή ο Θεός ήταν ο μοναδικός τέλειος άνθρωπος; Η αμπελοφιλοσοφία μου δεν είχε τελειωμό...

sympan600

Μια νύχτα ήρθε στο όνειρο μου ο σκεπτόμενος άστροναύτης του κοσμοδρομίου. Μιλούσε την ίδια ακατάληπτη γλώσσα, όπως την προηγούμενη φορά. αλλά εγώ καταλάβαινα τι έλεγε. Απευθυνόταν  σε μαθητές:

«Είσαστε οι μελλοντικοί κατακτητές του διαστήματος, χειριζόσαστε ηλεκτρονικά ψηφιακά εργαλεία σε συνεργασία με το μυαλό σας και τον εγκέφαλο του υπολογιστή σας. Αυτό το μάθημα είναι το τελευταίο για μένα, αλλά, πριν σας αποχαιρετίσω, θέλησα να σας υπενθυμίσω την προσωπική διδασκαλία κι όχι την απρόσωπη μέσω των υπολογιστών. Θα σας πω μερικές σκέψεις μου. Σκέψεις που δεν υπάρχουν πλέον στην εκπαίδευση. Θέμα, οι επικοινωνίες. Οι πρώτοι κάτοικοι του πλανήτη μας επικοινωνούσαν από κοντά με τη φωνή τους, Συνδιαλέγονταν. διαφωνούσαν, συμφωνούσαν, αντάλλασσαν τροφές, δέρματα, ζώα, εργαλεία, σκέψεις, ιδέες. Αργότερα, έστελναν μηνύματα με τον καπνό, με τα πουλιά. Χρησιμοποιούσαν αγγελιοφόρους, ζώα, τροχοφόρα, μηχανοκίνητα, τρένα, πλοία, αεροπλάνα. Όσο ο χρόνος κυλούσε, η επικοινωνία, η συναλλαγή, το εμπόριο, η ανταλλαγή απόψεων και ιδεών, έχανε την επαφή με τη θερμή χειραψία και την άχνα της ζεστής ανθρώπινης φωνής. Τώρα οι διαδικασίες, ακόμη και της συναλλαγής του χρήματος, έχουν απλοποιηθεί μέσω των άψυχων πολύπλοκων υπολογιστών. Φτάσαμε στους αόρατους πωλητές και αγοραστές και στα εμφυτευμένα τσιπ ταυτοτήτων και καρτών στη σάρκα μας. Σε έναν άλλο πλανήτη, που τον έχω επισκεφθεί, δεν έχει εφευρεθεί ακόμη ο ασύρματος, το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Πρόκειται για καθυστερημένο πλανήτη, που έχει όμως δέντρα, βλάστηση, λίμνες και ποτάμια, χιλιάδες είδη ζώων και πουλιών, ψάρια, μέλισσες, πεταλούδες. Οι κάτοικοι του είναι τόσο καθυστερημένοι όσο εμείς πριν εκατομμύρια χρόνια. Δεν έχουν ανακαλύψει το σιδηροπρίονο να κόβουν τα δέντρα, το δυναμίτη να ανατινάζουν τα βουνά, τα εντομοκτόνα, το χρήμα να διαφθείρει τα σκεπτόμενα όντα. Μερικά από αυτά τα όντα τα είχαμε αιχμαλωτίσει, μάθαμε τη γλώσσα τους, τις συνήθειες τους, τον τρόπο σκέψης τους. Ένας από εσάς με είχε ρωτήσει τι μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στην επαφή μου μαζί τους. Του είχα απαντήσει αμέσως: το καθυστερημένο μυαλό τους. Μετά από ώριμη σκέψη, εγώ, ο δάσκαλος-ρομπότ, αλλάζω την απάντηση. Συγκλονιστική εντύπωση μου έχει κάνει μια λέξη τους, που δεν υπάρχει, εδώ και χιλιάδες χρόνια στο δικό μας λεξιλόγιο. Η λέξη όνειρο... Η λέξη αυτή αντικαθιστά τη λαχτάρα του όντος να αποκτήσει και να χαρεί κάτι περισσότερο από τη φτώχεια και τη μιζέρια του. Η λέξη όνειρο είναι τόσο δυνατή κι ελπιδοφόρα, που το ον τη βιώνει ακόμη και στον ύπνο του, κάτι το ανύπαρκτο για εμάς τα ρομπότ, που έχουμε καταργήσει την ψυχή και την καρδιά. Η εκπαίδευση περιορίζεται στα ηλεκτρονικά μέσα και η ζωντανή μνήμη έχει αντικατασταθεί από τα άψυχα ψηφιακά μικροτσίπ. Οι υπολογιστές κρύβουν μέσα τους τον καταστροφέα του συναισθήματος και της σκέψης και οι χειριστές τους έχουν χάσει την προσωπικότητα τους, δρουν πλέον ως ρομπότ... Αυτά είχα να σας πω...».

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Άρχισα να σημειώνω τα λόγια του αστροναύτη, δηλαδή ενός άλλου  εαυτού μου από περασμένους αιώνες... Συλλογίστηκα το παρελθόν και μου έμεινε η αίσθηση του αιώνιου... Το παλιό ρητό του πατέρα αιωρείτο ακόμη στο δωμάτιο μου... Αλλά και η δική μου αμφιβολία, αν υπήρξα όχι μόνο γυναίκα αλλά και ομοφυλόφιλος... Εκείνο τον καιρό, είχα γνωρίσει ένα διάσημο χορευτή, που μου ζήτησε να του κάνω το πορτρέτο. Ήταν ένα πανέμορφο πλάσμα της φύσης, ένας Ντόριαν Γκρέι που ακκιζόταν με σκέρτσο ακόμη κι΄όταν μου πόζαρε... Σκέφτηκα πως στη προηγούμενη  ζωή του, σίγουρα ήταν γυναίκα, μπορεί άσχημη και κακοφτιαμένη και τώρα που συνέχιζε ως άντρας πάσχιζε ν΄απολαύσει ότι λαχταρούσε πριν...Όπως τα παιδιά θαύματα, που δεν είχαν προλάβει στη προηγούμενη ζωή  να ολοκληρώσουν κάποιο ταλέντο τους και βιάζονται τώρα από τα γεννοφάσκια τους...     

 man  nur

 

7. κι αναπάντεχα συντελείται η συγκλονιστική ανατροπή

(απο τα επιδέξια δάχτυλα στις δυνατές γροθιές)

kavaletoring

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΩ πλησίαζα τα τριάντα πέντε, κι ακόμη δεν είχα δημιουργήσει οικογένεια. Στα σημαδιακά όνειρα μου δεν είχα δει να έχω παιδιά, κι όμως είχα ακούσει το κλάμα του μωρού στην καλύβα μου, πριν πεθάνω. Μια μέρα ανακάλυψα την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου. Δεν ήταν αυτό το πρόβλημα μου. Εκείνο που με ανησυχούσε ήταν αν έκρυβα μέσα στο κεφάλι μου την τρέλα... Το ίδιο βράδυ ένα φιλικό ζευγάρι, ο Νίκος και η Τόλα, μου γνώρισε τη Μίκα. Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, αλλά στο κοριτσίστικο σώμα της είχε φουντώσει η θηλυκότητα. Πήγαμε κι οι τέσσερις στο βαριετέ. Προσπαθούσα να παρακολουθήσω τα νούμερα, αλλά όσο ένιωθα δίπλα μου τη μικρή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο. Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα να της κρατάω το χέρι. Προσπάθησα να της αφήσω τα δάχτυλα, αλλά όλο και τα 'σφιγγα περισσότερο. Καταλάβαινα ότι την πονούσα, αλλά εκείνη ακουμπούσε πάνω μου με ευχαρίστηση. Φοβήθηκα μήπως γελοιοποιηθώ, αλλά, όπως ο ισορροπιστής είχε ξεκινήσει από τη μια άκρη του συρματόσχοινου προς την άλλη χωρίς να μπορεί πια να γυρίσει πίσω, έτσι κι εγώ προχωρούσα...

 Καλοκαίρι. Τα πυρακτωμένα ταβάνια των σπιτιών έδιωχναν τον κόσμο στις πλατείες και στα υπαίθρια σινεμαδάκια. Μου δινόταν η ευκαιρία να βλέπω τη μικρή, που τη φιλοξενούσε το ζευγάρι. Στέκι μας η πλατεία με το σιντριβάνι, και με τους νεαρούς που τη γλυκοκοίταζαν. Εκείνη όμως σημασία δεν τους έδινε, αφού το ειδύλλιο μας εξελισσόταν. Η παρεούλα μας κουβέντιαζε με οδηγό της συζήτησης εμένα, που δεν ξεχνούσα την εμμονή μου στη μετενσάρκωση. Η μικρή έδειξε κάποιο ενδιαφέρον, όταν είπα ότι η ψυχή δεν μπορεί να χάνεται όπως το σώμα, αλλά γρήγορα η συζήτηση στράφηκε σε άλλο θέμα. Ένα βράδυ δεν τη βρήκα στο πόστο μας. Την είχε πάρει η μητέρα της για να προετοιμαστεί στα μαθήματα.

Είχα μελαγχολήσει, η καρέκλα της ήταν άδεια, κι όταν κάποιος τη ζήτησε, την παραχώρησα με δυσφορία. Σε λίγες ημέρες ο Νίκος με κατατόπισε ότι η Μίκα σχετιζόταν με ένα νεαρό πυγμάχο.

—Μα είναι δυνατόν, αυτό το λουλούδι με έναν μποξέρ;

—Γιατί όχι, κοριτσόπουλο της συνοικίας είναι. Ο Χεμινγουέι ταυρομάχους βάζει για ήρωες του...

Δίκιο είχε... 0 μποξέρ ήταν αντράκι κι εγώ ένα μαμμόθρεφτο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και σύγκρινα το πρόσωπο μου με τα πορτρέτα του πρωτόγονου καλλιτέχνη, του σκλάβου, του αρχοντόπουλου. Ένα επαναλαμβανόμενο υποτελές στη γυναίκα. Απομονώθηκα πάλι και άρχισα να φτιάχνω με κραγιόνια το πορτρέτο της μικρής. Όταν το τέλειωσα, δεν είχα καταφέρει να πετύχω την αθώα έκφραση των ματιών της, ίσως γιατί δεν ήταν στην πραγματικότητα τόσο αθώα όσο ήθελα να πιστεύω. Από το κουφωτό παντζούρι έπεφτε στο πορτρέτο μια δέσμη αχτίδες ήλιου. Προσπαθούσα να ανακαλύψω το λάθος μου στην έκφραση των ματιών της, όταν -ξαφνικά- άρχισα να καταλαβαίνω... Όχι μόνο οι γυναίκες μου από το παρελθόν, αλλά και η Μίκα είχε το ίδιο βλέμμα που με κυνηγούσε από τα βάθη των αιώνων. Αναρωτήθηκα αν ήταν η σύγχρονη υποψήφια δολοφόνος μου. Σκάρωσα κι΄έναν άλλο πίνακα, με δυό κεφάλια πανομοιότυπα, το ένα αντικριστό  στο άλλο, με την απορία τους πως είναι δυνατόν να υπάρχει η ίδια  ψυχή σε δυό διαφορετικά σώματα... 

 
woman2woman3woman4

woman6

woman5

Νοσταλγούσα την παρεούλα μας, τότε που η μικρή έλεγε ότι δεν ήθελε να σπουδάσει αλλά να χαρεί τη ζωή της. Το μπουμπούκι ανθίζει και δε χωράει στη γλάστρα, γελούσε ο Νίκος. Απορούσα πώς ήταν δυνατόν γυναίκες να έχουν περίοπτη θέση στην ιστορία για έργα που απείχαν από την κρεβατοκάμαρα... Πιθανόν σε προηγούμενη ζωή τους να ήταν άντρες, με πείραζε εκείνος, χωρίς να ξέρει ότι εγώ το πίστευα απόλυτα.

...............................................................

 Μελαγχολικό το φθινόπωρο στο περιζωμένο από τσιμέντο και άσφαλτο κτήμα μας, ζοφερό στο καλοκαιρινό μας στέκι, όπου με είχανε φέρει τα βήματα μου. Οι καρέκλες, σε ντάνες, σκεπασμένες με βρεγμένους μουσαμάδες, έρημο το πάρκο από παιδιά, που πριν ένα μήνα βομβολογούσαν σαν μελισσολόι. Είχε σουρουπώσει. Άρχισε πάλι το ψιλόβροχο, επιτάχυνα τα βήματα μου καταφεύγοντας στη στοά του παλαιοπωλείου. Μπήκα στο μαγαζί, καλησπέρισα τον υπάλληλο, που ήξερε το χούι μου, ότι δεν ήθελα συντροφιά στην περιήγηση μου. Ανέβηκα τις σκάλες του δεύτερου ορόφου, εκεί όπου βρίσκονταν οι πανάκριβες αντίκες. Δεν τις έβλεπα ως αντικείμενα τέχνης. Σκεφτόμουν ότι εκείνοι που τις είχαν αποκτήσει με αγάπη και γούστο δεν υπήρχαν στη ζωή. Οι κληρονόμοι-διαγουμιστές, χωρίς γούστο ή από ανάγκη, τις πούλησαν. Ένα σκαλιστό κρεβάτι με περίτεχνη κουνουπιέρα, που ίσως είχε φιλοξενήσει νόμιμο έρωτα ή μοιχαλίδα με τον εραστή της. Ένα γραφείο με μελανοδοχείο και κονδυλοφόρο, όπου κάποιος έγραφε τις σκέψεις του ή έκανε τους λογαριασμούς του πλούτου του. Ένας ξεθωριασμένος καθρέφτης, που είχε κατοπτρίσει την ηδυπάθεια μιας γυναίκας. Ένας φωνόγραφος με χωνί και δίσκο του Καρούζο. Κατέβηκα τις σκάλες, τέλος εποχής... Η νέα αρχή βρισκόταν στις διπλανές, κατάφωτες βιτρίνες, με τα είδη ρουχισμού, τις ηλεκτρικές συσκευές και τις δυο κούκλες, γαμπρός και νύφη. Ό,τι αγόραζαν εφέτος οι γυναίκες, σε ένα δυο χρόνια δε θα το φορούσαν, γιατί η μόδα άλλαζε συνεχώς. Μόνο τα γραφεία κηδειών, με έναν υπάλληλο να λαγοκοιμάται και ένα φέρετρο πίσω από το παραβάν, έμεναν σταθερά.

Η βροχή είχε σταματήσει, τα μαγαζιά έκλειναν, οι ιδιοκτήτες τους και οι υπάλληλοι γύριζαν στα σπίτια τους, άλλοι θα κατέληγαν σε κάποιο ραντεβού, στο σινεμά, στο καφενείο, στην ταβέρνα. Μόνο εγώ δεν είχα ενδιαφέρον για τίποτα, ίσως γιατί σκεφτόμουνα τη Μίκα. Κοντοστάθηκα σε μια βιτρίνα, είδα καθρεφτισμένο το πρόσωπο μου κι αναρωτήθηκα πόσο είχε προχωρήσει η τρέλα μου. Λίγο έλειψε ν' αρχίσω να ουρλιάζω ζητώντας βοήθεια.

...............................................................................

Η Ανέζ απόκτησε τρίτο παιδί. Ακόμη μια ανύποπτη που γεννούσε μωρό με προαιώνια ψυχή... Θα μεγάλωνε έχοντας σωματικά το dna των γονιών του και εσωτερικά την άφθαρτη ψυχή του. Ένιωθα όλο και περισσότερο μπερδεμένος κοιτάζοντας τα πορτρέτα του πρωτόγονου λαξευτή, του μέλαφού λασποκουβαλητή, του METENSARK4αρχοντόπουλου, Υπήρχαν και οι φωτογραφίες των τωρινών παππούδων και γιαγιάδων μου. Τι ήμουνα;  Ενα σώμα που γνώριζε τη προαιώνια ψυχή του  ή ψυχασθενής; Έγραψα με κραγιόνι στο καθρέφτη: «Κανένας τρελός δεν παραδέχεται την τρέλα του». Έπρεπε να αντιδράσω, να καταστρέψω τα πορτρέτα των φαντασιώσεων μου πριν καταλήξω στο τρελοκομείο... Εκτός κι αν ανακάλυπτα ότι η δολοφόνος μου, η προαιώνια γυναίκα, υπήρχε και σ' αυτή τη ζωή μου. Έπρεπε να ξαναδώ τη Μίκα, να εξερευνήσω από κοντά τη ματιά της, να διαπιστώσω αν πραγματικά ήταν εκείνη που νόμιζα. Τηλεφώνησα στο φίλο μου και έμαθα ότι το απόγευμα πήγαινε φροντιστήριο. Όταν σχόλασε, με είδε κι έτρεξε κοντά μου. «Αύριο θα είμαι στην Τόλα» είπε και έφυγε. Την άλλη μέρα έσπευσα και όταν ήρθε η στιγμή να φύγει τη συνόδευσα. Μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο μου έκανα να της ζητήσω εξηγήσεις, γιατί είχε εξαφανιστεί χωρίς να με αποχαιρετίσει. Μου έβαλε το δαχτυλάκι της στα χείλη μου, δεν ήθελε κουβέντα, αλλά μόνο φιλιά και χάδια. Φεύγοντας, γύρισε, μου έστειλε ένα φιλί και μπήκε στο σπίτι της. Είχε πιάσει βροχή κι ακόμη στεκόμουν ακίνητος στο δρόμο, κάτω από το μαγνητισμό αυτού του κοριτσιού, που με έκανε να νιώθω ευτυχισμένος. Γύρισα σπίτι πουντιασμένος, έβηχα, είχα πυρετό. Η μάνα δεν έπαιρνε από λόγια, με έγδυσε, με έτριψε γερά στο στήθος και στην πλάτη και μου έριξε βεντούζες, παλιά της τέχνη. Όταν η Μίκα μού τηλεφώνησε της είπα ότι ο γιατρός διέταξε να μείνω λίγες ημέρες στο κρεβάτι. Ήρθε με την Τόλα και η ματιά της έπεσε αμέσως στην προσωπογραφία της. Ενθουσιάστηκε, αλλά, όταν είδε τα άλλα πορτρέτα, άρχισε να τα παρατηρεί με προσοχή.

—Παράξενες είναι αυτές οι αρχαίες, είπε.

—Τι παράξενο τους βρίσκεις;

—Η πρώτη έχει έκφραση ζώου, η αραπίνα ένοχο βλέμμα, η τρίτη κοιτάζει υπεροπτικά.

—Επεσες διάνα, λες και τις ήξερες.

—Σιγά μην τις ήξερες κι εσύ...

—Δε μ' αρέσουν οι φάτσες τους, είπε η Τόλα και πήγε στην κουζίνα για να της δείξει η μητέρα κάποια συνταγή γλυκού.

Μείναμε μόνοι και η μικρή μού χάιδευε τα μαλλιά και με φιλούσε. Ένιωθα ένα χάδι και μια ανάσα από τα βάθη των αιώνων. Της έδειξα τα πορτρέτα:

—Αυτές οι γυναίκες ήταν συντρόφισσες μου σε προηγούμενες ζωές... Σ' το έχω ξαναπεί, η ψυχή μετενσαρκώνεται σε διαδοχικές παρουσίες και εποχές.

—Γιατί δε γράφεις ένα βιβλίο με παραμύθια;

Φεύγοντας με ειρωνεύτηκε: «Καληνύχτα, Δαλάι Λάμα...». Δε μου ξανατηλεφώνησε κι άρχισα να την ξεχνάω, όταν είδα στην εφημερίδα τη φωτογραφία της, δίπλα σε νεαρό πρωταθλητή της πυγμαχίας... Τον είχε παντρευτεί. 0 Νίκος σχολίασε ότι με το γάμο γλίτωσε τα μαθήματα, η γυναίκα του κουνούσε το κεφάλι:  Δεν έχω δει πιο επιπόλαιο πλάσμα. Ξέρεις τι με ρώτησε στο γάμο της; Γιατί δεν ήρθες ή, τουλάχιστον, γιατί δεν της έστειλες για δώρο το πορτρέτο της...

.................................................................

Εκείνη την εποχή δέχτηκα έναν κεραυνό κατακέφαλα. Η μητέρα μου κοιμήθηκε το βράδυ και δεν ξύπνησε το πρωί. Δεν κοινοποίησα το θάνατο της, δεν ήθελα κανέναν στη κηδεία της, εκτός από την Ανέζ, που ήρθε αεροπορικώς. Δεν μπορούσαν να λείψουν και οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γνωστοί.

—Εφυγε η άγια μητέρα σου, μου ψιθύρισε η Ανέζ, κι έμεινες εσύ, το τέρας... Κι όμως, έδωσα στο μωράκι μου το όνομα σου.

 Είχα αποτρελαθεί.

—Δεν έχουν καμιά σημασία τα ονόματα που δίνουν διαδοχικά στην ίδια ψυχή, της απάντησα.

 Έμεινα κατάμονος. Όταν ήρθαν ο Νίκος με την Τόλα να με συλλυπηθούν, ήταν μαζί τους και η Μίκα. Αλλοπρόσαλλο πλάσμα. Πριν φύγει με φίλησε στο στόμα και μου είπε ότι θα ξαναρχόταν. Με επισκέφθηκε όταν ο άντρας της είχε απομονωθεί στο προπονητήριο για ένα σημαντικό αγώνα. Έμεινε όλη νύχτα. Ξαπλώσαμε στη βελέντζα μπροστά στο τζάκι. Δεν ήταν το αθώο πλάσμα που είχα γνωρίσει πριν λίγους μήνες. Είχε εξελιχθεί σε φιλήδονη γυναίκα, που κατασπάρασσε τον άντρα... Αντίθετα, εμένα δε με τραβούσε μόνο το σαρκικό πάθος, αλλά και η υπόνοια ότι η μυρωδιά του κορμιού της ερχόταν από τα βάθη των αιώνων.

Ήμαστε αγκαλιασμένοι μπροστά στο τζάκι. Πάτησα το πλήκτρο χι ακούστηκε η εισαγωγή της κοσμογονίας. Κεραυνοί, καταιγίδα, βρυχηθμοί, οιμωγές... Στις αναλαμπές της φλόγας φανταζόμουνα την παρθένα βλάστηση, τους καταρράκτες, τα ερπετά, τα μαμούθ, τους δεινόσαυρους, τα ανθρωποειδή στο σπήλαιο...

—Παράξενη μουσική, μουρμούρισε η Μίκα. Ποιος είναι ο τίτλος του κομματιού;

—Η δημιουργία του κόσμου.

Πήρα δύο τσιγάρα, τα άναψα μαζί και της πρόσφερα το ένα. Η μουσική τέλειωνε και θεώρησα κατάλληλη τη στιγμή να της υπενθυμίσω την έμμονη ιδέα μου:

—Κι εσύ κι εγώ σέρνουμε μέσα μας δυο ψυχές που έχουν ζήσει σε διαφορετικά σώματα και εποχές, αλλά πάντοτε ήταν συντονισμένες κάτω από την ίδια στέγη-άσυλο. Σε σπήλαιο, καλύβα ή σπίτι... Πώς να σ' το εξηγήσω, κορίτσι μου, υπήρξαμε αντρόγυνο στις προηγούμενες ζωές μας.

 Της έσφιγγα το χέρι, προσπαθούσα να με προσέξει, να της μεταδώσω την ασίγαστη πεποίθηση μου ότι αυτή ήταν εκείνη κι εγώ εκείνος. Ξαναπάτησα το κουμπί του μαγνητόφωνου. Κεραυνοί, καταιγίδα, βρυχηθμοί... Τράβηξε την παλάμη της από τη δική μου, πετάχτηκε όρθια, είδα στη ματιά της το φόβο, τον τρόμο... Μάζεψε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο. Όταν βγήκε, φαινόταν επιφυλακτική, λες κι είχε απέναντι της έναν παρανοϊκό. Ξαφνικά σκέφτηκα να της ζητήσω συγνώμη για τις βλακείες μου, να μην την τρομοκρατήσω περισσότερο και φύγει. Δίστασα όμως, γιατί, αν ήταν εκείνη, και να 'φευγε, θα ξαναρχόταν. Δεν την πλησίασα, γιατί την είδα να τρέμει σαν φύλλο, αλλά της είπα: Πριν φύγεις, άκουσε αυτά τα λόγια. Όταν σε χρειάστηκα, όχι μόνο δε στάθηκες δίπλα μου, αλλά μ' έσπρωξες στο θάνατο... Να δω τι θα κάνεις σ' αυτή τη ζωή μας...

—Είσαι για τα σίδερα, είπε και, πριν κλείσει πίσω της την πόρτα, πρόσθεσε: Μα ποιός νομίζεις ότι είσαι, ο Δαλάι Λάμα;  Έφυγε πανικόβλητη.

..............................................................

Το πλήθος αγωνιούσε, παρότρυνε ή αποδοκίμαζε τους δυο πυγμάχους στο κατάφωτο ριγκ. Μόνο εγώ, στην πρώτη σειρά, αναρωτιόμουνα τι ήθελα εκεί, όπου οι άνθρωποι επιστρέφουν στο πρωτόγονο ένστικτο, στη ζωώδη έχφραση. Κι όμως, είχα έρθει για να δω από κοντά τον άντρα της Μίκας, αυτόν που είχε προτιμήσει από μένα. Όταν τον είδα να ανεβαίνει στο ριγκ, ένιωσα ζήλια γι' αυτόν το νεαρό λαϊκό ήρωα. Αστραφταν τα φλας και τον χειροκροτούσαν. Θυμήθηκα τη φωτογραφία του πατέρα στη βαλίτσα. Ο Μαξ Μπάερ με τη σιδερένια γροθιά... Καθώς σήκωνε ψηλά τις πέτσινες γροθιές του χαιρετώντας τους θαυμαστές του. ένιωσα την επιθυμία να ήμουν εγώ στη θέση του, γιατί αυτόν θαύμαζε και αγαπούσε η Μίκα. Όταν άρχισε ο αγώνας, απόφευγα να βλέπω τους πρωταγωνιστές, γιατί δεν άντεχα τις γροθιές στα πρόσωπα τους. Σε μια στιγμή έστρεψα τη ματιά μου πάνω στο ριγκ και είδα μια γροθιά να κεραυνοβολεί τον κρόταφο του νεαρού πυγμάχου. Την ίδια στιγμή βρέθηκα στο τίποτα, στο μηδέν. Είχα πάθει συγκοπή καρδιάς ταυτόχρονα με την πτώση από το νοκάουτ  του άντρα της Μίκας.

didimo

Όταν συνήλθα, θαμπόβλεπα. Το κεφάλι, μου βάραινε σαν ογκόλιθος. Μετά αντίκρισα μερικά πρόσωπα, όλα άγνωστα, να σκύβουν πάνω μου. Ανοιγόκλειναν χείλη, μια βουή κατείχε την ακοή μου. Η ματιά μου ξεκαθάριζε κι άρχισε να μετατοπίζεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, για να καταλήξει στο χέρι μου, που ακουμπούσε στο στήθος μου. Αυτό που έβλεπα όμως δεν ήταν το δικό μου χέρι με τα λεπτά δάχτυλα, αλλά μια τετράγωνη παλάμη, ένα ξένο χέρι. Κάποιος με άσπρη μπλούζα έσκυψε πάνω μου και με ρώτησε πώς αισθάνομαι.

 —Τι έπαθα; ρώτησα με μια φωνή που δεν ανήκε σε μένα.

—Νοκάουτ!

΄Ανοιξε η πόρτα, «συνήλθε» είπε κάποιος. Φάνηκε η Μίκα, που στάθηκε πάνω μου. Μου έπιασε το τριχωτό χέρι, ήταν κλαμένη, περίλυπη.

—Πέθανε, μου είπε. Την ίδια στιγμή που έπεφτες νοκάουτ έπαθε συγκοπή.

—Ποιός πέθανε; απόρησα.

—0 ζωγράφος, ψιθύρισε κι άρχισε τους λυγμούς.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, τι γινόταν. Ανασήκωσα με δυσκολία το κεφάλι μου και κοίταξα το ξαπλωμένο σώμα μου. Δεν ήτανε το δικό μου. Ζήτησα έναν καθρέφτη, κάποιος μου τον έβαλε μπροστά μου γελώντας.

—Μη φοβάσαι, ομορφόπαιδο, δε στραπατσαρίστηκες πολύ.

Είδα το είδωλο μου, που δεν ήταν άλλο από το πρόσωπο του πυγμάχου... Λιποθύμησα. Όταν συνήλθα, ο γιατρός μού είπε: «Σε δέκα ημέρες μπορείς να ξαναρχίσεις την προπόνηση».

Στο αυτοκίνητο του μάνατζερ η Μίκα συνέχιζε να κλαίει βουβά. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω, τι ακριβώς είχε συμβεί... Σίγουρα η ψυχή μου είχε πάψει να εξουσιάζει το παλιό μου σώμα και είχε μεταπηδήσει σε νέο κορμί. Τη στιγμή που πάθαινα συγκοπή ο πυγμάχος έπεφτε σε θανάσιμο νοκάουτ, αλλά η ψυχή μου περνούσε αστραπιαία στο σώμα του και το διατηρούσε στη ζωή... Ήθελα και τα 'παθα, ήθελα να πω στη Μίκα, αλλά εξακολουθούσα να είμαι ζαβλακωμένος. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του πυγμάχου -από δω και πέρα το σπίτι μου- με ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Ξαναζήτησα καθρέφτη. Διαπίστωσα οριστικά ότι σε τίποτα δε διέφερα από τον πυγμάχο και σε τίποτα δεν έμοιαζα με το ζωγράφο. 0 βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς... Ό,τι είχα επιθυμήσει μπροστά στο ριγκ, είχε πραγματοποιηθεί, τι άλλο ήθελα; Είχα χάσει το ντελικάτο σώμα  μου και είχα αποχτήσει ένα άλλο μυώδες, που το εξουσίαζε όμως η άφθαρτη ψυχή μου. Είχα τη γυναίκα που αγαπούσα, αλλά και μια συγκλονιστική απόδειξη, που είχε φανερωθεί μόνο σε μένα... Όλη νύχτα η Μίκα μου άλλαζε κομπρέσες στο μέτωπο, ώσπου αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, κοιμόταν δίπλα μου. Αναρωτιόμουν αν ζούσα εφιάλτη ή μήπως είχα τρελαθεί.

Όταν η γυναίκα του πυγμάχου  άνοιξε τα μάτια της ήταν μεσημέρι και είχα πια συνειδητοποιήσει τι ακριβώς μου είχε συμβεί.

 —Έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου, της είπα κι άπλωσα το τριχωτό χέρι μου -το 'νιωθα ακόμη ξένο- που άρχισε να μου το χαϊδεύει.

—Δε στενοχωριέμαι για σένα, είπε, αλλά για το ζωγράφο, που πέθανε ξαφνικά.

—Ποιός είναι αυτός;

—΄Ηταν φίλος του Νίκου και της Τόλας. Καλός άνθρωπος.

Η Μίκα με πήγε  στην κηδεία του εαυτού μου. Για όλα είχε φροντίσει η Ανέζ, που είχε καταφθάσει από το εξωτερικό. Ενταφίασαν το σώμα του ζωγράφου -που ως πρόσφατα ήταν δικό μου- δίπλα στους γονείς του. Μα τι λέω, Θεέ μου, δικοί μου είναι ακόμη, αφού τους γονείς του πυγμάχου ούτε τους ξέρω...

Δεν έχανα από τα μάτια μου την Ανέζ. Μαυροφορεμένη, συγκλονισμένη, έριξε λίγο χώμα στον τάφο κι απομακρύνθηκε. Η Μίκα ήταν με το Νίκο και την Τόλα, έτσι ξέφυγα και την ακολούθησα. Ακουμπούσε σ" ένα κυπαρίσσι κι έκλαιγε. Όταν με είδε, παραξενεύτηκε. Της είπα ότι είμαι ο πυγμάχος.

—Πέθανε τη στιγμή που πυγμαχούσα...

—Το έμαθα, αλλά μου έκανε εντύπωση, γιατί δεν του άρεσαν τα σκληρά σπορ. Παράξενο...

—Παράξενος ήταν κι ο ίδιος. Ήσαστε φίλοι από παιδιά και πρέπει να ξέρετε ότι σκεφτόταν διαφορετικά από τους άλλους ανθρώπους.

—Πώς το γνωρίζετε εσείς,  ποιός είσαστε κύριε;

—Καλός φίλος του τον τελευταίο καιρό, που μου άνοιγε τη καρδιά του για τις δοξασίες του. Δεν είχα τη μόρφωση του, αλλά τον άκουγα με προσοχή και αυτό τον ευχαριστούσε.

Της έδειξα κατά τη δυτική μάντρα: Εκεί πέρα είναι το σπίτι του,  τα έργα του, οι αναμνήσεις του, αν μπορεί να ειπωθεί αυτό για έναν φευγάτο από τη ζωή. Σε λίγες ημέρες θα σας καλέσει ο συμβολαιογράφος. Τους πίνακες του, την περιουσία του, τα πάντα, τα αφήνει σε εσάς. Σας εξουσιοδοτεί να κάνετε το πατρικό του σπίτι πινακοθήκη και να αφήσετε στην ίδια θέση τα πορτρέτα των γυναικών των ονείρων του και της Μίκας. Όπως και τις ακουαρέλες των σπηλαίων, των πυραμίδων, του Χρυσού Αιώνα, του κοσμοδρομίου των Ανδεων...

—Μα πώς τα γνωρίζετε όλα αυτά, κύριε;

—Σας είπα, ήμαστε φίλοι. Μου μιλούσε συχνά για εσάς, αλλά και για την αιώνια γυναίκα που έβλεπε στα όνειρα του.

—Στους εφιάλτες του...

—Τελευταία στεκόταν μπροστά στα πορτρέτα εκείνης κι αναρωτιόταν σε τι έφταιξε, ώστε η ίδια γυναίκα να τον προδίδει διαρκώς.

Η Ανέζ ξέσπασε σε λυγμούς.

— Πάντα ο ίδιος, ως το τέλος..., ψιθύρισε.

Άπλωσα το χέρι μου διστακτικά, ήθελα να την αγγίξω, να τη χαϊδέψω,  μα δεν τολμούσα. Ήταν το μόνο πλάσμα, μετά τους γονείς μου και τα σκυλιά μου, που με είχε αγαπήσει αληθινά. Έσκυψα, έπιασα την παλάμη της και την άγγιξα με τα χείλη, ήθελα να ξεσπάσω και να της φωνάξω «Ανεζούλα, είμαι εγώ...», αλλά δεν τόλμησα. Σκούπισε τα μάτια της, με κοίταζε διερευνητικά, έκπληκτη για όσα ήξερα. Φαινόταν όμως εντελώς ανυποψίαστη για το ποιός πραγματικά της μιλούσε. Της χαμογέλασα αποχαιρετιστικά και, φεύγοντας, ψιθύρισα: Γεια σου, Αραχνούφαντη...

Τρόμαξε.

 —Τι είπατε;

—Έτσι σας αποκαλούσε...

Απομακρύνθηκα, ξέροντας ότι είχα κόψει το νήμα με το μπερδεμένο κουβάρι του παλιού εαυτού μου. Γύρισα στη Μίκα και στους φίλους μας. Τους είπα ότι θέλω να περπατήσω μόνος και κατηφόρισα κατά το πατρικό μου σπίτι. Η αυλόπορτα ήταν κλειστή κι ο περιβολάρης με τη γυναίκα του, που γύριζαν από την κηδεία, με ρώτησαν αν ήθελα τίποτα. Τους ζήτησα ένα ποτήρι νερό. Κάθισα κάτω από το δέντρο κι ο σκύλος μου, λες;υποψιασμένος, με κοίταζε από μακριά. Δεν είχα τη μυρωδιά του αφεντικού του, αλλά με πλησίασε διστακτικά, κούνησε την ουρά του και ξαφνικά, μ' ένα σάλτο, βρέθηκε με υψωμένα πόδια πάνω μου, γλείφοντας τα χέρια μου που το χάιδευαν...Όσο σε πονάει  ο σκύλος σου, δεν σε γνοιάζεται η γυναίκα σου, έλεγε ο πατέρας μου...   

 0 Λέων ήταν το μόνο πλάσμα πάνω στη γη που ένιωθε ποιος είμαι. Το μόνο... Όταν ήρθε η Μίκα να με πάρει, ο περιβολάρης έκλεισε πίσω μας την αυλόπορτα, αλλά ο pistosΛέων εξακολουθούσε να μου κουνάει την ουρά του. Δεν άντεχα, ήθελα να ουρλιάξω και να πω ποιος κρυβόταν μέσα στο σώμα του πυγμάχου, αλλά δεν τολμούσα. Ως τώρα ζούσα μια ευτυχισμένη ζωή στον παράδεισό μου, στο κτήμα μας, που με κρατούσε δέσμιο των παιδικών μου αναμνήσεων. Ξαφνικά αποκοβόμουν από  το νέο μου σώμα κι΄έμπαινα στην κόλαση. Δεν είχα πια περιουσία ούτε εισόδημα. Κι αν ο πυγμάχος διέθετε πριν τις γροθιές του για να ζει, εγώ είχα χάσει τα πάντα, δεν είχα στον ήλιο μοίρα. Ήμουν ένα τέρας της φύσης, ένα μοναχικό ον με μια ψυχή που εχθρευόταν το σώμα της. Δε γνώριζα τους συγγενείς του -ευτυχώς ο πυγμάχος ήταν του ορφανοτροφείου- ούτε τους φίλους και τους γνωστούς του. Η Μίκα πρόσεξε ότι διάβαζα εφημερίδες και βιβλία εντελώς διαφορετικά από πριν. 0 μάνατζερ που έτρεφε ακόμη την ελπίδα της επιστροφής μου στο ριγκ,  σχολίαζε ότι δεν ήταν δυνατόν ένα νοκάουτ να έχει καταστρέψει την καριέρα μου. Όσο για το Νίκο, απορούσε πώς μια γροθιά είχε ανυψώσει το πνευματικό επίπεδο και την κουλτούρα μου. Αλλά το πρόβλημα μου δεν ήταν αν θα ξαναπυγμαχούσα, αλλά πώς θα ζούσα. Έκανα και γκάφες. Ξάφνιαζα γνωστούς του ζωγράφου. «Πώς είσθε, κύριε πρύτανη;» μου ξέφευγε  κι ο γηραιός κύριος αναρωτιόταν αν γνωριζόμαστε... Κι αντίθετά, με αγκάλιαζε αυθόρμητα κάποιος αναφωνώντας: «Πότε θα σε ξαναδούμε στο ριγκ, θηρίο...». Ένα θηρίο με καρδιά αρνιού. Η Μίκα είχε πιστέψει ότι είχε σαλέψει το μυαλό μου, κυρίως μιά νύχτα που το φεγγάρι ήταν κατακόκκινο και της είπα πως ήταν πονεμένο στην απέραντη μοναξιά του... Με κοίταζε αμίλητη, σίγουρη ότι οι γροθιές που είχα φάει στο κεφάλι, άλλαξαν τη ψυχοσύνθεσή μου...

redmoon

  Απομονωθήκαμε στο  μικρό διαμέρισμα, κλείνοντας την πόρτα στους ανεπιθύμητους. Ακούγαμε δίσκους, που, έστω κι αν δεν ήτανε της προτίμησης μου, δεν αντιδρούσα για χάρη του μοναδικού ανθρώπου που με φρόντιζε. Μια μέρα που είχε πάει για ψώνια προσπάθησα να ζωγραφίσω, αλλά τα δάχτυλα μου δεν υπάκουαν στην επιθυμία μου. Κατάλαβα ότι είχα χάσει, μαζί με την προηγούμενη ζωή μου, και το ταλέντο μου. Δεν είχα και τα βιβλία μου, έπρεπε να τηλεφωνήσω στην Ανέζ, να της πω να μη χαθούν. Και, γιατί όχι -ως φίλος του μακαρίτη είχα παρουσιαστεί- να μου επιτρέπει να πηγαίνω στο κτήμα να τα διαβάζω. Μα δεν τολμούσα, γιατί, αν άκουγε τη φωνή μου χωρίς να με βλέπει,  ίσως να της θύμιζε εκείνον. Μου το 'λεγε και η Μίκα, ότι εκφραζόμουνα με τις ίδιες φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιούσε ο ζωγράφος. Συχνά στεκόμουνα μπροστά στον καθρέφτη και προσπαθούσα να εισχωρήσω με τη ματιά μου μέσα στο είδωλο μου.  Τι ήμουνα τελικά, καλλιτέχνης ή αθλητής; Θυμόμουνα τα λόγια κάποιου συγγραφέα: «Μπορείς να γίνεις αθλητής ή ποιητής ή και τα δυο μαζί. 0 αθλητής δομεί το σώμα του, που είναι η σκοπιά απέναντι στον κόσμο». Μέσα στο σώμα λοιπόν, που το είδωλο του καθρεφτιζόταν μπροστά μου, βρισκόταν έγκλειστη η ψυχή του ποιητή, που με τα μάτια του αθλητή εξέφραζε την ευαισθησία του παιδιού που είχε πιστέψει στην ανακύκλωση του ανθρώπου... Και οι αναμνήσεις του αθλητή; Είχαν θαφτεί -όπως συμβαίνει σε κάθε θάνατο- με το σώμα του ποιητή. Έπιανα το κεφάλι μου, έσφιγγα τους κροτάφους. Αυτή τη φορά δε γλίτωνα, είχα περάσει τα όρια της λογικής και διάβαινα την πύλη της τρέλας. Έπρεπε να τα πω όλα στη Μίκα, να της εξηγήσω την τραγική κατάσταση μου, αλλά δίσταζα, γιατί θα την τρομοκρατούσα και θα το 'βαζε στα πόδια. Θα έμενα ολομόναχος... Δεν μπορούσα να πάω ούτε στο πατρικό μου σπίτι, να μου κουνήσει την ουρά του και να πηδήσει πάνω μου ο Λέων. Και καθώς θα μ' έγλειφε και θα τον χαιδολογούσα, να του 'λεγα το παράπονο μου -όπως παιδί, στο Λέοντα τον Πρώτο- για τη μοναξιά και την απελπισία μου... Μόνο ένα σκυλί μπορούσε να με καταλάβει, άνθρωπος κανένας. Υπήρχε μια μοτοσικλέτα, την καβαλούσα και βόλταρα κατά το δρόμο με τους ευκαλύπτους. Περνούσα σαν αστραπή μπροστά από το σπίτι μου, για να μην έχω πάλι συγκινητική συνάντηση με το σκυλί μου, που δε θα την άντεχα. Σταματούσα έξω από το νεκροταφείο και κοίταζα κατά το κτήμα μας, με τα γύρω αμπέλια και τα δέντρα, που όλο λιγόστευαν, γιατί τα ξερίζωνε η επιδρομή της αντιπαροχής. Θυμόμουνα τα λόγια του ποιητή: Τα δέντρα ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων. Θεέ μου... 0 γερο-παπάς... Την ευχή σου, γέροντα, μουρμούρισα, αλλά πέρασε μπροστά μου σκυφτός, χωρίς να με δει και να μ' ακούσει.



προστέθηκε στις: 21 Φεβ 2008

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster